Δορμπαράκης Γεώργιος, Πρωτοπρεσβύτερος.
«Ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Λουκάς ἀναφέρει στὸ εὐαγγέλιό του, ὅτι ὅταν εἰσῆλθε ὁ πρεσβύτης καὶ δίκαιος Ζαχαρίας στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, προκειμένου νὰ προσφέρει τὴν θυσία τοῦ θυμιάματος, κατὰ τὸν καιρὸ τῆς ἐφημερίας του στὸν Ναό, φανερώθηκε σ’ αὐτὸν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος τοῦ μετέφερε τὴν χαρμόσυνη εἴδηση, ὅτι πρόκειται ἡ γυναῖκα του, Ἐλισάβετ, νὰ γεννήσει γιὸ κατὰ τὸ γῆρας της, Προφήτη καὶ Πρόδρομο, φωνὴ καὶ κήρυκα καὶ παντοτινὸ λυχνάρι, τὸν μύστη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ τὴν θεία σύλληψη εἶπε στὸν προφήτη καὶ ἱερέα Ζαχαρία ὁ θεῖος ἀρχιστράτηγος μὲ τὰ λόγια: «Εἰσακούστηκε ἡ δέησή σου», ὁπότε μὲ τὴν παράδοξη αὐτὴ γέννα λόγῳ γηρατειῶν καὶ στειρώσεως τῆς Ἐλισάβετ, ἄρχισε νὰ προμηνύεται καὶ ὁ θεῖος καὶ παρθενικὸς τόκος τῆς παναχράντου Θεοτόκου».
Θὰ πρέπει κατ’ ἀρχὰς νὰ σημειώσουμε, ὅτι ἡ σημερινὴ ἑορτὴ τῆς συλλήψεως τοῦ ἁγίου Ἰωάννου δὲν στηρίζεται σὲ κάποιες πληροφορίες ἀποκρύφων εὐαγγελίων, τὶς ὁποῖες ἐνδεχομένως μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσει, ἀλλὰ ἀποτελεῖ βεβαιότατο γεγονός, τὸ ὁποῖο καταγράφεται, ὅπως εἴπαμε καὶ παραπάνω, ἀπὸ τὸν ἅγιο εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ. Κι αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας ἐντάσσοντας τὸ γεγονὸς αὐτὸ μέσα στὰ θεόπνευστα κείμενά της – δὲν ἔχουν ἀσφαλῶς ἴδια ἰσχὺ καὶ ἀξία τὰ εὐαγγέλια μὲ τὰ ἀπόκρυφα ἢ ψευδεπίγραφα λεγόμενα: τὰ ἀπόκρυφα (2ος μ.Χ. αἱ. καὶ ἐξ.) μπορεῖ νὰ διασώζουν ἀληθινὰ στοιχεῖα (π.χ. τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Γέννηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἢ τὰ Εἰσόδιά της στὸν Ναό), περιέχουν ὅμως σὲ πολλὰ σημεῖα τους ἢ ψευδεῖς ἢ αἱρετικὲς καὶ παραπλανητικὲς πληροφορίες – θέλει νὰ τονίσει τὴν σημασία τοῦ ἐρχομοῦ στὸν κόσμο τοῦ Ἰωάννου Προδρόμου, ἐκείνου τοῦ προφήτη δηλαδὴ, ποὺ θὰ προετοίμαζε τὸ ἔδαφος γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Μὲ τὴν προοπτικὴ καὶ πάλι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀξιολογεῖται τὸ γεγονὸς τῆς συλλήψεως τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, δηλαδὴ ὑπό το φῶς τοῦ Ἥλιου κατανοεῖται τό φῶς τοῦ λύχνου. Διότι, διαφορετικὰ, ἡ σημασία του θὰ εἶχε τὴν ἴδια ἰσχὺ μὲ τὴν σύλληψη καὶ κάθε ἄλλου ἀνθρώπου, ποὺ ἔρχεται, μὲ τὴν εὐδοκία ἀσφαλῶς τοῦ Θεοῦ, στὸν κόσμο.
Πέραν τῆς παραπάνω πραγματικότητας, τὴν ὁποία ποικιλοτρόπως προβάλλουν οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ πέραν ἀκόμη τοῦ γεγονότος, ὅτι μὲ αὐτὴν ἰδιαιτέρως τὴν ἑορτὴ ἡ Ἐκκλησία μᾶς φανερώνει τὴν ὑπέρβαση κάθε «ἠθικισμοῦ», γεγονὸς ποὺ ἴσως μᾶς ἀπασχολήσει κάποια ἄλλη φορά. Ἐκεῖνο ποὺ θεωρεῖται ἀξιοπρόσεκτο, κατὰ τὸν ὑμνογράφο, εἶναι ἡ ἀντίδραση τοῦ δικαίου Ζαχαρία ἀπέναντι στὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ὅταν ἐκεῖνος τοῦ εὐαγγελίζεται τὴν γέννηση τοῦ υἱοῦ του: ἀμφισβητεῖ τὰ λόγια τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Κυρίου, διότι στηρίζεται στὴν λογικὴ καὶ τὴν ἐμπειρία του. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ γέρο ἄνθρωπο καὶ γερόντισα γυναῖκα, καὶ μάλιστα στεῖρα, νὰ γεννηθεῖ ἕνα παιδί; «Ἐλισάβετ τὰ μέλη νενέκρωται, καὶ ἐμοῦ δὲ τὸ γῆρας, δυσπιστίαν νῦν τεκμαίρεται». Ὁ ὑμνογράφος ὅμως συνεχίζει νὰ ἑρμηνεύει τὸ σκεπτικὸ τοῦ Ζαχαρία: ὄχι μόνο ἡ φυσικὴ τάξη τῶν πραγμάτων ἀνατρέπεται μὲ ὅσα μεταφέρει ὁ ἄγγελος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πλευρᾶς πνευματικῆς ὑπάρχει, κατ’ αὐτόν, κάτι ἀνάποδο: «ἐγω γὰρ ἦλθον τὴν σωτηρίαν λαοῦ αἰτήσασθαι, οὐχὶ δὲ κομίσασθαι παῖδα, ὡς προσφωνεῖς». Ἐκεῖνο δηλαδὴ, ποὺ πρέπει νὰ ἐπέτεινε τὴν ἀμφισβήτηση τοῦ ἁγίου Ζαχαρία καὶ, ἑπομένως, νὰ τὸν ὁδηγοῦσε σὲ καχυποψία ὅτι δὲν ἀληθεύουν τὰ λόγια τῆς οὐράνιας ὀπτασίας, ἦταν, ὅτι ὁ εὐαγγελισμὸς γιὰ τὸν «ὑποτιθέμενο» γιὸ του ἐρχόταν σὲ μία στιγμὴ πνευματικῆς λειτουργίας, σὲ ὥρα δηλαδὴ προσευχῆς, καὶ μάλιστα ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ λαοῦ. Ἐγὼ ἦλθα ἐδῶ στὸ Ναό, ὅπως σημειώνει ὁ ὑμνογράφος, γιὰ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι νὰ ἀποκτήσω παιδί, ὅπως μοῦ λὲς ἐσύ. Κι ἀλλοῦ: «Ἀμφίβολον κέκτημαι τὴν διάνοιαν ἐγώ, καὶ ἀπιστῶ τοῖς λόγοις σου, τῷ Ἀρχαγγέλῳ ἔφη ὁ Ἱερεύς. Λαοῦ σωτηρίαν γάρ, οὐκ ἐμῆς ἐξ ὀσφύος καρπὸν ἤτησα». Ἀμφιβάλλω ἐγὼ καὶ ἀπιστῶ στὰ λόγια σου, εἶπε ὁ Ἱερεὺς στὸν ἀρχάγγελο, γιατί ζήτησα τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι καρπὸ ἀπὸ τὴν ὀσφύ μου.
Αὐτὸ ὅμως ποὺ φαίνεται τόσο «λογικὸ» γιὰ τὸν ἅγιο Ζαχαρία, καὶ μάλιστα ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἐκ Θεοῦ προέλευσης τῆς ὀπτασίας λόγῳ τοῦ περισπασμοῦ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς προσευχῆς του: νὰ ζητάει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ καὶ νὰ τοῦ προκύπτει κάτι προσωπικό: ἕνα παιδί, εἶναι ἐκεῖνο στὴν πραγματικότητα, ποὺ ἐρχόταν ὡς ἀπάντηση ἀκριβῶς τῆς προσευχῆς αὐτῆς. Διότι ἡ γέννηση τοῦ παιδιοῦ τοῦ Ἰωάννη ἦταν ἡ ἀπαρχὴ τῆς σωτηρίας τοῦ λαοῦ. Μὲ αὐτὸν θὰ ξεκινοῦσε ἡ σωτηρία ὡς κήρυγμα μετανοίας, γιὰ νὰ γίνει ἀποδεκτὸς ὁ Μεσσίας. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Ζαχαρίας δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει, ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ ἔδινε ὅ,τι ζητοῦσε, δηλαδὴ ἀδυνατοῦσε νὰ διεισδύσει στὸν τρόπο δράσεως τοῦ Θεοῦ. Κι εἶναι κάτι στὸ ὁποῖο τελικῶς «σκοντάφτουμε» οἱ περισσότεροι. Διότι καὶ ἐμεῖς ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ διάφορα πράγματα, καὶ μάλιστα κάτω ἀπὸ πνευματικὲς προϋποθέσεις. Καὶ δὲν καταλαβαίνουμε, ὅτι ἡ «ἄρνηση» τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀπαντήσει ἢ συμβάντα σὲ ἐμᾶς «ξένα» πρὸς αὐτὰ ποὺ ζητᾶμε, συνιστοῦν τελικῶς αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ ἀκριβῶς στὰ αἰτήματά μας. Πρέπει ἴσως νὰ «ἐπιτρέπουμε» στὸν Θεὸ νὰ βλέπει πέρα ἀπὸ ὅ,τι βλέπουμε ἐμεῖς καὶ ἴσως πάλι νὰ εἴμαστε σὲ ἑτοιμότητα ἀποδοχῆς τοῦ δικοῦ Του θελήματος ὡς πιὸ εὐεργετικοῦ γιὰ ἐμᾶς ἀπὸ τὸ δικό μας.
Ἂς θυμηθοῦμε καὶ αὐτὸ ποὺ συνέβη καὶ στὸν Γέροντα Παΐσιο: Δέχτηκε «ἄδικη» ἐπίθεση ἀπὸ ἕναν ἱερέα καὶ ταράχτηκε, χωρὶς ὅμως νὰ μιλήσει. Κι ὅταν ἔπειτα ἄρχισε νὰ ἀνακρίνει τοὺς λογισμούς του, γιὰ νὰ καταλάβει τί ἔγινε, διεπίστωσε, ὅτι ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Θεὸ καρδιακὰ νὰ τοῦ δώσει ταπείνωση. Κι ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὴν ἀφορμή: «ἄλλαξε» λίγο τὴν συμπεριφορὰ τοῦ ἱερέα ἀπέναντί του, προκειμένου ἀκριβῶς νὰ τοῦ δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ ἀγωνιστεῖ νὰ ἀποκτήσει τὴν ταπείνωση. Ὁ Θεὸς λοιπὸν πάντοτε μᾶς ἀκούει, πάντοτε μᾶς ἀπαντάει, πρέπει ὅμως νὰ ἔχουμε κι ἐμεῖς ἀνοικτὰ τὰ μάτια μας, γιὰ νὰ διακρίνουμε ὀρθὰ τὴν ἀπάντησή Του.