Ἐδῶ μᾶς μάζεψε ἡ ὀδυνηρὴ αἴσθηση τῆς ἀποτυχίας μας στὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν μας. Καμιὰ ἐποχὴ στὴν Ἱστορία δὲν μαρτυρεῖται νὰ εἶχε τέτοια ἀποτυχία ἀγωγῆς καὶ νὰ τὸ νιώθει τόσο ἔντονα.
Βλέπομε πολλοὶ μὲ πόνο καὶ ἄλλοι μὲ ἐνόχληση τοὺς σημερινοὺς νέους, τὰ παιδιά μας, κακόκεφα καὶ ἀγριεμένα, ἀπρόθυμα νὰ δουλεύουν, ἀδιάφορα γιὰ τὶς οἰκογενειακὲς καὶ κοινωνικές μας σχέσεις, διψασμένα μόνο γιὰ ἡδονὲς καὶ τρόπους ἀπόκτησής τους.
Δὲν βλέπομε ὅμως ἐμεῖς οἱ μεγάλοι ὅτι οἱ νέοι μας εἶναι πολὺ λίγοι καὶ δὲν ἐπαρκοῦν, γιὰ νὰ σηκώσουν τὸ βάρος τῆς ἐπιβίωσης μιᾶς κοινωνίας μὲ πολλοὺς γέροντες καὶ συνταξιούχους. Σιγά-σιγὰ τὸ συνειδητοποιοῦν αὐτὸ οἱ νέοι μας, ἐνῷ ξοδεύουν τὰ ὑστερήματα τῶν εἰσοδημάτων τῶν γονιῶν τους καὶ ἀπολαμβάνουν τὰ ἀκίνητα καὶ τὶς δωρεὲς τῶν προγόνων τους καὶ συγχρόνως παραιτοῦνται ἀπὸ ὑποχρεώσεις καὶ ἐγκαταλείπουν τοὺς γεννήτορές τους στὰ γηροκομεῖα.
Καὶ καταναλώνουν πολλὰ τὰ σημερινὰ παιδιά, ἀπαιτοῦν καὶ ξοδεύουν πολλά, θεωρῶντας τὸ μάλιστα καὶ αὐτονόητο αὐτό. Παρ’ ὃλ’ αὐτὰ ὅμως, παρ’ ὅλη τὴν πολυδάπανη ψυχαγωγία τους τὰ παιδιά μας δὲν γελοῦνε πιὰ ἀθώα, δὲν τραγουδοῦν, δὲν εὐχαριστιοῦνται. Ἡ ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν ἀρχικὰ θεωρεῖται καὶ τελικὰ εἶναι γι’ αὐτὰ ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτη, ὕστερα ἱεροποιεῖται καὶ θεωρεῖται ντροπὴ νὰ τὴ στερηθεῖ κανείς. Ἔτσι δημιουργήθηκε ἡ καινούργια στὴν παγκόσμια Ἱστορία ἠθικὴ τῶν ἡδονῶν. Τὸ εἶχε βέβαια προβλέψει καὶ προετοιμάσει αὐτὸ ὁ Καβάφης, ὅταν ἔγραφε γιὰ τοὺς «ἀνδρείους τῶν ἡδονῶν».
Βέβαια τὰ ἀνθρώπινα πράγματα δὲν κατηγοριοποιοῦνται· ἔχουμε ἀκόμα νέους, ποὺ ζοῦν μὲ ταπείνωση καὶ ἀθωότητα. Κι αὐτοὶ ὅμως ἔχουν τὸν πειρασμὸ τῆς περιθωριοποίησης. Δὲν βρίσκουν κύκλους καὶ φίλους ἀνάλογους, γιὰ νὰ συνταιριαστοῦν. Στὴν ἐποχή μας ἕνας νέος ἢ μιὰ νέα, ποὺ θέλει νὰ ζήσει μιὰ ζωὴ σύμφωνα μὲ τὴν παραδοσιακὴ ἠθική, εἶναι ἕνας πραγματικὸς μάρτυρας· ἀνήκει στοὺς «δεδιωγμένους ἕνεκα δικαιοσύνης».
Κι ἐμεῖς οἱ γονεῖς καὶ οἱ παπποῦδες, ποὺ συντηροῦμε μέσα μας ἔστω καὶ ἀδρανῆ σὰν σὲ μουσεῖο ἐνθυμήματα παλιότερων ἐποχῶν, παιδικές μας ἀναμνήσεις ἢ ἀναμνήσεις τῶν γονιῶν μας, ποὺ κανακεύουν τὶς ψυχές μας, ποὺ θυμίζουν τὶς ἀνεξήγητες στὶς μέρες μας ἀσφάλεια, ἀθωότητα, ντροπή, εὐσέβεια, (ἐμεῖς ποὺ θρέψαμε μ’ αὐτὲς τὶς ἀναμνήσεις μας, ἀκόμα καὶ τὸν φαρισαϊσμό μας, τὴν ἠθικολογία μας) τώρα πικραινόμαστε καὶ ἀγανακτοῦμε γιὰ τὴν περιφρόνηση ποὺ τὶς δείχνουν οἱ νέοι μας. Καὶ τὶς περιφρονοῦν ὄχι τόσο γιατί τὶς ἀξιολογοῦν, ἀλλὰ γιατί δὲν τὶς γνωρίζουν.
Στὴν ἐποχή μας οἱ νέοι μας τὰ ἔχουν χαμένα, γιατί βλέπουν ὅτι τὰ καίρια ὑπαρξιακά τους ἐρωτήματα δὲν βρίσκουν ἀπάντηση· βρίσκουν μόνο κάποιες γελοῖες ἀπαντήσεις, ποὺ ἀποκαρδιώνουν. Τέτοιες ἀπαντήσεις σερβίρουν σήμερα οἱ ἰθύνοντες τῆς Παιδείας στοὺς μικροὺς μαθητές μας, ὅπως «τὰ Χριστούγεννα ἔχουν φάση, γιατί τρῶμε Χριστοκούλουρα καὶ οἱ γιορτὲς εἶναι καλές, γιατί γλυτώνομε μαθήματα».
Στὰ σχολεῖα ὅταν δικάζουν ἄτακτους μαθητές, καλοῦν συνήθως τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς καθιστοῦν ὑπεύθυνους γιὰ τὰ παιδιά τους. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὰ δικαστήρια ἀνηλίκων. Γιατί ὅλοι πιστεύουμε ὅτι τὸ κακὸ ξεκινάει ἀπὸ τὴν παραμέληση τῶν παιδιῶν καὶ ὅτι, ἂν ὁ γονιὸς ἐνδιαφερθεῖ περισσότερο, θὰ διορθωθεῖ τὸ παιδί του.
Καὶ ὁ καημένος ὁ γονιὸς ρωτάει: Πῶς θὰ ἐνδιαφερθῶ περισσότερο γιὰ τὸ παιδί μου, τώρα μάλιστα ποὺ δὲν μ’ ἀκούει; Κι ἂν μὲ ἀκούσει, τί ἔχω νὰ τοῦ πῶ; Ἔτσι ἁπλᾶ «κάτσε φρόνιμα, παιδί μου»;
Εἴμαστε λοιπὸν ἡ γενιὰ ἐκείνη, ποὺ δὲν ξέρομε νὰ μιλήσομε καὶ νὰ συμβουλέψομε τὰ παιδιά μας; Ἄρα δὲν μποροῦμε νὰ τὰ παιδαγωγήσομε!
Πρῶτα ὅμως πρέπει νὰ ρωτηθοῦμε ἂν θέλομε νὰ τὰ παιδαγωγήσομε. Παιδαγωγῶ σημαίνει ἀναχαιτίζω τὶς κακὲς ὁρμὲς καὶ ἐνθαρρύνω τὶς καλὲς διαθέσεις τοῦ παιδιοῦ. Ἄρα ἡ παιδαγωγία προϋποθέτει τὴ γνώση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, καὶ συγχρόνως τὴ θέληση νὰ κοπιάσει κανείς, γιὰ νὰ πείσει καὶ νὰ συνηθίσει τὸ παιδὶ στὴν ἐπιλογὴ τοῦ καλοῦ.
Πολλοὶ ποὺ τ’ ἀκοῦν αὐτὸ (ὄχι πὼς δὲν τὸ ξέρουν) λένε: Γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς δὲν κάνομε παιδιά. Ξέρεις τί εἶναι νὰ ξεκαθαρίσεις μέσα σου τέτοια ἐρωτήματα, νὰ τὰ ἐφαρμόσεις μὲ συνέπεια καὶ ὕστερα νὰ πείσεις μὲ κάθε τρόπο τὸ παιδί σου γιὰ τὸ σωστὸ καὶ νὰ τὸ ἐπιβλέπεις μιὰ ζωὴ γιὰ νὰ τὸ ἐφαρμόσει;
Ξέρομε βέβαια ὅτι ἡ ἀγωγὴ ἑνὸς παιδιοῦ ἀπαιτεῖ αὐτοθυσία τοῦ γονιοῦ καὶ τοῦ δασκάλου. Πρέπει νὰ ξεχάσει τὸν ἑαυτό του καὶ τὶς ἐπιθυμίες του ὁ γονιός, γιὰ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἀγωγὴ τοῦ παιδιοῦ του. Τὸ παιδὶ παρατηρεῖ κάθε στιγμὴ καὶ κάθε κίνηση τοῦ γονιοῦ καὶ τὴν κρίνει ἢ τὴν ἀντιγράφει. Ἄρα ὁ παιδαγωγὸς δὲν ἔχει ἀτομικὸ χρόνο, ἀτομικὴ ζωή. Ὑπόδειγμα ἂς ἔχομε τὰ πουλιά, ὅπως λ.χ. τὰ χελιδόνια. Ὅσο ἔχει μέσα ἡ φωλιὰ τοὺς αὐγὰ ἢ νεοσσούς, δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τίποτ’ ἄλλο παρὰ μὲ τὴν ἐπώαση καὶ τὴν τροφὴ τῶν νεοσσῶν. Κι αὐτὰ δὲν ξέρουν νὰ ζευγαρώνουν μὲ πρόνοια ὥστε νὰ μὴν κάνουν πουλάκια! Καὶ χελιδονίζουν παρ’ ὃλ’ αὐτὰ χαρούμενα μιὰ ζωή!
Αὐτὴ ἡ ἀποφυγὴ τοῦ μόχθου τῆς ἀγωγῆς φαίνεται στὶς μέρες μας μὲ τὴν χαλάρωση τῶν ἀπαιτήσεών μας καὶ τῶν περιορισμῶν καὶ τὴν ἀδιαφορία μας γιὰ τὸ παράδειγμα, ποὺ δίνομε στὰ παιδιά μας. Τὰ παιδιὰ κατακτοῦν «ἐλευθερίες» μὲ τὴν ἀνοχὴ καὶ μὲ τὴν παρότρυνση τὴ δική μας.
Πρὶν ἀπὸ τὰ παιδιά, κάναμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἐπανάστασή μας καὶ ἔχομε ἔτσι ἱεροποιήσει τὴν ἐπανάσταση, ποὺ τὴν ὀνομάζουμε «προοδευτικὲς ἰδέες». Παραπονούμαστε λ.χ. γιὰ τὴν αὐθάδεια καὶ τὴν ἀνυπακοὴ τῶν παιδιῶν, ἐνῷ ἐμεῖς οἱ μεγαλύτεροι μιλᾶμε μὲ τὴν ἴδια αὐθάδεια στοὺς προϊσταμένους μας καὶ στοὺς ἐκπροσώπους κάθε ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας. Ἔτσι δὲν ἔχομε πρόσωπο νὰ ἐπιπλήξομε οὔτε κἂν νὰ συμβουλέψομε τὰ παιδιά μας. Ἡ μόνη ἀπολογία μας στὸν ἔλεγχό τους γιὰ τὸ παράδειγμά μας εἶναι ὅτι «ἐμεῖς εἴμαστε οἱ μεγάλοι». Ἔτσι τὰ παιδιά μας μεγαλώνουν μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ὅταν θὰ γίνουν μεγάλοι, θὰ μποροῦν νὰ τὰ κάνουν ὅλα. Καὶ σὲ κάθε γενιὰ «γίνονται μεγάλοι» κατὰ δύο-τρία χρόνια νωρίτερα.
Μὲ ὃλ’ αὐτά, ποὺ εἴπαμε ὡς τώρα, μποροῦμε νὰ χαρακτηριστοῦμε μὲ ἀκρίβεια ἠθικολόγοι. Καὶ ἠθικολογία εἶναι ἴσα-ἴσα αὐτή, ποὺ εὐθύνεται γιὰ τὴν ἀποτυχία κάθε παιδαγωγικῆς. Γιατί ἡ πρόκληση τῆς ἡδονῆς (σαρκικῆς ἢ ψυχολογικῆς) εἶναι μιὰ ζωντανὴ πραγματικότητα καὶ ἡ ἠθικὴ ἐπιταγὴ ποὺ ἔρχεται νὰ τὴν τιθασεύσει εἶναι μιὰ ἰδέα. Καὶ καμμιὰ ἰδέα δὲν μπορεῖ νὰ σώσει τὸν ἑαυτό της καὶ νὰ ἐπιβληθεῖ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ συγκλονίζεται ἀπὸ μιὰ ἐπιθυμία του. Αὐτὸ εἶναι πρακτικὴ διαπίστωση.
Τὸ ξήλωμα δηλαδὴ τῆς ἠθικῆς, ἄρα καὶ τῆς παιδαγωγικῆς, ἄρχισε μὲ τὴν τοποθέτηση ἰδεολογικῶν βάσεων. Βάζομε ἰδέες νὰ κρατήσουν τὸ οἰκοδόμημα τῆς ζωῆς, νὰ στηρίξουν τὶς ψυχές μας, νὰ ὁδηγήσουν τὰ βήματά μας!
Καὶ ξέρομε ὅτι ἔτσι ἔγινε ἡ πτώση τῶν Πρωτοπλάστων. Μέχρι τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ὄφεως οἱ Πρωτόπλαστοι ἤξεραν μόνο τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπάκουαν σὰν καλὰ παιδιὰ ζῶντας ζωὴ Παραδεισένια. Μὲ τὴν πρόταση τοῦ φιδιοῦ: Φᾶτε ἀπὸ τὸ ξύλο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ καὶ θὰ γίνετε «ὅπως ὁ Θεὸς» ἔχασαν τὸν Παράδεισο· κι ἀπὸ τότε ὑπάρχει ὁ «διαφωτισμός», ὁ ἄνθρωπος ἐπινοεῖ θεωρίες καὶ φιλοσοφίες, γιὰ νὰ δώσει ὁρισμὸ τοῦ καλοῦ καὶ δὲν τὸ κατορθώνει ποτέ.
Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς τῶν ἐπιθυμιῶν ἐφεῦρε ἄπειρους τρόπους ἱκανοποίησης τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ δημιουργίας ἄλλων νέων ἐπιθυμιῶν. Ὅλη ἡ οἰκονομία γίνεται ὄργανο καὶ μέθοδος ἐκμετάλλευσης αὐτῶν τῶν ἐπιθυμιῶν. Οἱ μεγάλοι εἶναι, ποὺ προωθοῦν καὶ ἐμπορεύονται τὰ μέσα ἱκανοποίησης αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν καὶ ἐπιθυμιῶν. Οἱ ἐπιθυμίες τοῦ παιδιοῦ ἀφήνουν πολλὰ κέρδη. Τὸ παιδὶ ἀνατρέφεται ὡς ἕνας ἀπαιτητικὸς καὶ ἐκλεκτικὸς καταναλωτής. Κάπου ἐμπλέκονται οἱ καταναλωτὲς καὶ οἱ ἐπιθυμίες τους. Κάποιος λ.χ. εἶναι πιὸ ἀπαιτητικὸς ἀπὸ ἄλλους καὶ γίνεται ληστής. Ἡ κοινωνία ζημιώνεται ἀπὸ τοὺς ληστὲς καὶ τοὺς καταδιώκει. Ὁ ληστὴς λοιπὸν πρέπει νὰ προσέχει νὰ μὴν τὸν πιάσουν. Αὐτὸ εἶναι ὑποκατάστατο τῆς ἠθικῆς, γιατί ὁ ληστὴς αὐτὸς κάνει λιγότερες ληστεῖες γιὰ ἀσφάλειά του. Αὐτὸ κάνει καὶ ἡ ἰδεολογικοποίηση τῆς ἠθικῆς καὶ γι’ αὐτὸ ἀποτυγχάνει.
Γι’ αὐτὸ λέμε ὅτι ὁ κόσμος «κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ». Καὶ ὁ νέος μας, ποὺ σπουδάζει τὴ γνώση καὶ τὶς ἰδέες, συντονίζεται μὲ τὸν κόσμο. Κι ἂν οἱ γονεῖς καὶ οἱ δάσκαλοι ζητοῦν ἀπὸ τὸ νέο ἁγνότητα, ἀθωότητα, ὑπακοή, αὐτοθυσία καὶ τὰ τέτοια, πρέπει νὰ ξέρουν ὅτι αὐτὲς οἱ ἀρετὲς εἶναι ἐξόριστες στὴν ἐποχή μας. Ἕνας Ἀμερικάνος Νομπελίστας ὀνόματι Baker διατύπωσε τὴ θεωρία ὅτι κάθε ἔγκλημα ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος οἰκονομικῆς ἐπιχείρησης, ἂν καὶ οἱ διωκτικὲς ἀρχὲς δὲν τὸ βλέπουν ἔτσι!
Κι ἐμεῖς ποὺ στήσαμε ὅλη αὐτὴ τὴν παγκόσμια ἐπιχείρηση οἰκονομικῆς ἐκμετάλλευσης τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ἄρα τὶς θέλομε ὅσο γίνεται περισσότερες καὶ δαπανηρότερες, μὲ ποιό πρόσωπο θὰ κοιτάξομε τὸ παιδί μας, τὸν μαθητή μας καὶ θὰ τὸν συμβουλέψουμε νὰ περιορίσει κάποιες ἀπ’ αὐτές, γιὰ νὰ εἶναι ἠθικότερος, δηλαδὴ γιὰ νὰ πετύχει ἡ ἀγωγή μας;
Ἡ πρόοδος ὅμως τοῦ κόσμου στὸ σύνολό του πρὸς τὴ θεοποίηση τῶν ἡδονῶν, ποὺ ἀντιστρατεύονται τὴν ἀγωγή, εἶναι μεγάλη καὶ ἐπιδεικτική. Ἔτσι ἕνας σημερινὸς παιδαγωγός, ποὺ θέλει καὶ μπορεῖ ν’ ἀσκήσει μιὰ ἠθικὴ ἀγωγή, θὰ βασανιστεῖ πολὺ νὰ ἀποσπάσει τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῆς κοινωνίας καὶ τελικὰ θὰ βασανίσει καὶ τὸ παιδί. Βρισκόμαστε δηλαδὴ σὲ ἐποχὴ μαρτυρική. Ὅπως ἔπεισε ἡ ἁγία Σοφία τὶς τρεῖς θυγατέρες της Πίστη, Ἐλπίδα καὶ Ἀγάπη νὰ δεχτοῦν τὸ μαρτύριο, ἔτσι (σχεδὸν) θὰ πρέπει νὰ πείσει ὁ σημερινὸς γονιὸς τὸ παιδί του νὰ κρατήσει τὴν ἁγνότητά του. Ἡ ἁγία Σοφία ἦταν κι αὐτὴ ἕτοιμη καὶ πρόθυμη γιὰ τὸ μαρτύριο ὅπως καὶ ἡ Σολομονὴ ἡ μητέρα των Μακκαβαίων, ποὺ ἔπεσε κι αὐτὴ μὲ τὴ θέλησή της στὴ φωτιὰ τοῦ μαρτυρίου.
Γι’ αὐτό, θὰ μοῦ πεῖτε, ἄσε μας νὰ κάνομε τὶς ἐπιλογές μας, νὰ μᾶς λείψουν δηλαδὴ τὰ παιδιά-μάρτυρες τῆς ἐποχῆς μας. Ἐκτὸς βέβαια ἂν θέλομε τὰ παιδιά μας μοντέρνα. Καὶ ὅσο ἀντέχουμε νὰ τὰ ὑποστηρίζουμε σ’ αὐτὴ τὴ ζωή τους, ἔχει καλῶς, ἀλλιῶς τὰ ἐγκαταλείπομε στὴν τύχη τους. Θὰ ἔχετε ἀκούσει βέβαια ὅτι στὴν Εὐρώπη (ὄχι στὴν Ἀνατολικὴ βέβαια) οἱ γονεῖς διώχνουν τὰ παιδιά τους ἀπ’ τὰ σπίτια στὰ 17, 18 τους χρόνια.
Μὴν ἑτοιμάζεστε ὅμως, ἀγαπητοί μου, νὰ καταραστεῖτε τοὺς γονεῖς τῆς Εὐρώπης, γιατί κι αὐτοὶ εἶναι ἀξιολύπητοι. Ὅταν βλέπουν τὰ χρόνια τῆς ζωῆς τους νὰ καλπάζουν καὶ τὸ αἴσθημα τῆς εὐτυχίας νὰ ζητάει ἐπιθυμίες, ἐπιθυμίες ἱκανοποιημένες, χωρὶς ταμποῦ, ὅπως λένε ὅλες τὶς ἠθικὲς ἀναστολές, γιατί δὲν ἔμεινε τίποτα ἀπὸ τὰ «γραφικὰ» τῆς παραδοσιακῆς κοινωνίας, γιὰ νὰ τοὺς κανακέψει, ποιά ἀγωγὴ νὰ δώσουν στὰ παιδιά τους ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία, ποὺ σημαίνει ἀπόλυτη ἐγκατάλειψη;
Κι ἐγώ, ἀγαπητοί μου, θὰ τολμήσω νὰ πῶ πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν ἄλλη ἐπιλογή! Οἱ ἀλλαγὲς τῆς ζωῆς εἶναι πιὰ ἱστορικὲς καὶ οἱ ἀτομικὲς ἀντοχὲς καὶ ὅταν ἀκόμα ὑπάρχουν δοκιμάζονται. Κι ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε τώρα ἐδῶ μαζεμένοι, τί ὀνειρευόμαστε, τί ἀντέχουμε ἀπ’ ὅλα αὐτά, ποιές ἐπιλογὲς ἔχομε, ἂν ὑπάρχουν ἀκόμα, καὶ τί σκεφτόμαστε νὰ κάνομε μὲ τὴν ἀγωγή των παιδιῶν μας, ποὺ εἶναι κιόλας σχεδὸν χαμένη ὑπόθεση;
Γιὰ νὰ ἀπαντήσομε, θὰ πεῖτε, πρέπει νὰ συνέλθομε πρῶτα ἀπ’ τὸ ἐφιαλτικὸ ὄνειρο ποὺ περιγράψαμε κι ὅμως εἶναι πραγματικότητα. Ὕστερα θὰ πρέπει ν’ ἀναλογιστοῦμε πόσο διαφορετικὰ νιώθουμε ἀπ’ τὸν σύγχρονο Εὐρωπαῖο ἀστὸ καὶ πόση δύναμη καὶ θέληση ἔχομε νὰ καλλιεργήσομε αὐτὴ τὴ διαφορὰ στὰ παιδιά μας. Ποιός θὰ μᾶς δώσει τὴ δύναμη νὰ κρατήσομε τὴ διαφορά μας, ποὺ ἀκόμα εὐτυχῶς τὴν ψηλαφοῦμε; Τόσες ὧρες στημένοι μπροστὰ στὴν τηλεόραση καὶ στοὺς ὑπολογιστές μας τί ἄλλο κάνομε παρὰ θαυμάζομε καὶ λιμπιζόμαστε αὐτὸν τὸν κόσμο τῶν ἀνεξέλεγκτων ἐπιθυμιῶν; Στὸ δρόμο ἢ στὴ δουλειὰ μας ποῦ ἑστιάζομε τὰ βλέμματά μας, ποῦ στήνομε αὐτί; Ἂς ἀπαντήσω γενικὰ γιὰ νὰ μὴν σοκάρω· θαυμάζομε ἀπολαυστικὰ τὴν εἰκόνα τοῦ κόσμου τῆς σαρκικῆς ἡδονῆς. Τὰ ἴδια κάνουν καὶ τὰ παιδιά μας, ἴσως μὲ περισσότερη ἀθωότητα ἀκόμη. Κι ἂς μὴ βιαστοῦμε νὰ χτυπήσομε τὰ κεφάλια μας στὸν τοῖχο, γιατί κι ἐμεῖς, οἱ πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, δὲν ἔχομε ἄλλη ἐπιλογή!
Ζοῦμε καὶ συμμετέχομε σὲ μιὰ κοινωνία, ποὺ ἔχασε ὅλα τὰ παλαμάρια, ποὺ κρατοῦσαν δεμένα τὰ ἀτίθασα πλοῖα τῶν ἐπιθυμιῶν μας. Προσπαθοῦμε βέβαια νὰ εἴμαστε κάπως μετριοπαθεῖς, κάπως συντηρητικότεροι, ἠθικότεροι ἀπέναντι στὶς πιὸ ἀκραῖες προκλήσεις, κάπως συμβιβαστικοὶ μὲ τὰ παιδιά μας, εὐχόμενοι νὰ ἰδοῦμε τὴν πτώση τους σὰν μία τσουλήθρα κι ὄχι σὰν μιὰ πτώση στὸν γκρεμό! Αὐτὸ λέμε ὅτι συνιστᾷ τὴν ἀξιοπρέπειά μας καὶ τὴν κοινωνική μας ἐτικέτα καὶ ἀναπαυόμαστε κάπως. Μᾶς διαψεύδουν ὅμως οἱ ἐφιάλτες μας, ποὺ ἐκδηλώνονται μὲ νευρώσεις, μὲ ψυχώσεις καὶ μὲ τὴ γενικευμένη κατάθλιψη. Ἐκδηλώνονται μὲ τὰ ψύχραιμα κι ἀθῶα χόμπι, ποὺ φτάνουν μέχρι τὶς διαστροφές. Οἱ Γερμανοὶ ψυχολόγοι μὲ διαβεβαίωσαν ὅτι ἕνα στὰ τρία παιδιὰ στὴν Εὐρώπη εἶναι θύματα αἱμομιξίας! Ἐκδηλώνονται ἀκόμη μὲ ὅλα τὰ παραισθησιογόνα καὶ ἠρεμιστικά, ποὺ καταναλώνουν πιὰ ὅλοι, γιατί ἀλλιῶς δὲν βιώνεται αὐτὴ ἡ ζωή. Ἡ δίωξη τοῦ ἐμπορίου ναρκωτικῶν στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερικὴ θεωρεῖται πιὰ ἀνέκδοτο ἀπὸ τὰ παλιά.
Ἂς τὸ δοῦμε ὅμως καὶ θετικὰ τὸ πρᾶγμα, ἀγαπητοί μου. Ἂς παραδεχτοῦμε ἐπιτέλους ὅτι οἱ ψυχοῦλες μας δὲν ἀντέχουν τὴ ζωή, ποὺ τὶς ὑποχρεώσαμε νὰ ζοῦνε καὶ ἀρρωσταίνουν, μᾶς βασανίζουν μὲ τοὺς λυγμούς τους.
Ἕνα θαῦμα χρειαζόμαστε, ἕνα τράνταγμα γερό, γιὰ νὰ καταλάβομε ὅτι καμμιὰ σκέψη, κρίση, ἰδεολογία δὲν μᾶς δείχνει τὴ λύση τοῦ προβλήματός μας. Ὅλες οἱ ἐπιστημονικὲς παιδαγωγικὲς θεωρίες, ποὺ διδάχτηκαν καὶ ἐφαρμόστηκαν στὶς ἀνεπτυγμένες χῶρες, ἔβγαλαν τὰ Γερμανάκια, ποὺ σφαγίασαν τὴν Εὐρώπη, τὰ Ἀμερικανάκια ποὺ σφαγιάζουν ἀσχημονῶντας τὴν Ἀσία, τὴν γενικευμένη σχεδὸν παιδεραστία τῶν Κάτω Χωρῶν καὶ τὴν αὐτονόητη ὁμοφυλοφιλία τοῦ Ἑνωμένου Βασιλείου.
Ὅταν χάσει κανεὶς τὸ δρόμο ἔχει μόνο μιὰ ἐπιλογή, νὰ γυρίσει πίσω στὸ σημεῖο ἀπ’ ὅπου ἄρχισε νὰ τὸν χάνει. Γιὰ μᾶς αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μάνα μας, ἀπορφανισμένη ἀπὸ τὰ παιδιά της. Ἀπὸ τὴν κολυμπήθρα, ποὺ εἶναι ἡ μήτρα της, γεννηθήκαμε. Κι ὕστερα τὸ ξεχάσαμε!
Ἡ Ἐκκλησία ἀγνοεῖ καὶ ἀπεχθάνεται ὅλες τὶς ἰδεολογίες, ἀκόμα καὶ τὸν Χριστιανισμό, ὅταν τὸν κάνουν ἰδεολογία ἢ κομματικὸ σύνθημα, ὅπως βλέπομε καὶ στὶς μέρες μας. Ἡ Ἐκκλησία γεννάει παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτσι μὲ τὸ Θεὸ ἔχομε στενὴ ἐπαφή, πνευματικὴ καὶ σαρκική.
Ἡ Ἐκκλησία φυσάει πνεῦμα χαρᾶς καὶ ἀθωότητας στὶς ψυχές μας, ποὺ μοσκοβολάει ἀπὸ ριπὲς τοῦ Παραδείσου. Μᾶς κάνει νὰ ξεχνοῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ νοιαζόμαστε γιὰ τὸν διπλανό μας. Κι ὅταν ξεχάσεις τὸν ἑαυτό σου, φεύγουν ἀπὸ πάνω σου κατάθλιψη, χόμπι, διαστροφές, παραισθησιογόνα καί… ἐφιάλτες. Πόσοι θ’ ἀκοῦν τώρα αὐτὰ καὶ θὰ ἀπαντοῦν μ’ ἕνα εἰρωνικὸ χαμόγελο! Αὐτὰ εἶναι παραμύθια γιὰ παιδιά, θὰ ποῦν.
Κι ὁ Χριστός μας μᾶς εἶπε πὼς ἂν δὲν γίνομε σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιά, δὲν ἔχομε θέση στὴ βασιλεία του. Ἡ Ἐκκλησία κάνει θαύματα. Μὲ τὴν ἐξομολόγηση σὲ ξανακάνει ἀθῶον σὰν παιδάκι καὶ τότε καταλαβαίνεις τὸ λόγο της καὶ τὸν τρόπο της.
Ἔτσι ξαναγυρίζει τὸ ρόδινο χρῶμα τῆς ντροπῆς στὰ μάγουλα, τὰ χαμηλωμένα μάτια τοῦ σεβασμοῦ, ἡ ἀνοιχτὴ ἀγκαλιὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συγγνώμης. Αὐτὰ ὄντως εἶναι παραμύθια ἀλλὰ παραμύθια μόνο στὴν ὀμορφιά, καὶ χειροπιαστὰ ὅμως στὴν πραγματικότητα.
Ὁ κόσμος βέβαια ζητάει ἀποδείξεις. Τὶς ἀποδείξεις τὶς φέρνουν οἱ μάρτυρες· γι’ αὐτὸ ἄλλωστε λέγονται μάρτυρες.
Χρειάζεται πίστη, θὰ πεῖ κάποιος, καὶ ἡ πίστη δὲν ξέρομε πῶς γεννιέται καὶ πῶς αὐξάνεται. Πράγματι ἡ πίστη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτοὺς ποὺ μετανοοῦν. Πῶς μετὰ τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγηση ὁ ἄνθρωπος εἶναι χαρούμενος καὶ ἀναπαυμένος χωρὶς τὶς προϋποθέσεις, ποὺ ἦταν προηγουμένως ἀπαραίτητες;
Βλέπει καθημερινὰ κανεὶς τοὺς πλούσιους στὸ χρῆμα καὶ στὴ δόξα καὶ νὰ μὴν μποροῦν νὰ γελάσουν παρὰ μόνο προσποιητά, ἐνῷ οἱ φτωχοί, ποὺ ἔχουν φιλότιμο, νὰ εἶναι διαρκῶς πρόσχαροι κι ἀναπαυμένοι. Βλέπει κανεὶς τὴ νευρικότητα καὶ τὴν ἀνασφάλεια τῶν ἀνθρώπων, ποὺ διακονοῦν τὶς ἐπιθυμίες τους. Βλέπει ὅμως καὶ τὰ πρόσωπα τῶν Ἁγίων στὶς ἁγιογραφίες ν’ ἀναπνέουν μιὰ γαλήνη χαρούμενη καὶ χαροποιό. Βλέπει καὶ τὴν κοινωνία ὁλόκληρη στὶς δύσκολες μέρες, ποὺ προέρχονται ἀπὸ κάθε αἰτία καὶ κυρίως την φτώχια, τρέχει καὶ ζητᾷ προστασία, φιλανθρωπία ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴ βρίσκει.
Ἡ φιλανθρωπία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ κεφαλαιώδης φιλανθρωπία της εἶναι ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου μὲ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» καὶ τὸ «προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν», εἶναι ἡ κατάργηση τῆς δικαιοσύνης μὲ τὴν συγχώρεση, τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, τὴ δωρεὰν σωτηρία.
Εἶναι τελικὰ ἡ κατάργηση καὶ τῆς ἠθικῆς, ποὺ ἀντικατέστησε ἡ ἀγάπη, τὸ «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» πέρα ἀπὸ κάθε λογική.
Τώρα ὁ παιδαγωγὸς μπορεῖ νὰ κοιτάζει τὸ παιδὶ στὰ μάτια, γιατί δὲν θὰ ντρέπεται γιὰ τὴ δική του διαγωγὴ καὶ γιὰ τὴ δική του ἀνασφάλεια.
Ἡ Ἀγωγὴ ποὺ ἀποβλέπει στὶς προσωπικὲς σχέσεις μὲ ἕνα Θεὸ ζῶντα, ποὺ σοῦ ἔρχεται γεμᾶτος μὲ ἀνεκτίμητα δῶρα, ἡ Ἀγωγὴ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη σωστὴ καὶ ἀποτελεσματική. Γιατί δεν τη ζητοῦμε λοιπὸν μιὰ τέτοια Ἀγωγή;
(Πηγή: koinoniaorthodoxias.org), 2024