π. Ραφαήλ Ευαγγέλου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ.

Η ιστορική Μονή της Παναγίας της Προυσιώτισσας

1.   Εισαγωγή

Νέοι αγ.Αχιλλίου-Προυσιώτισσα

Τις τελευταίες δεκαετίες έχει αναπτυχθεί και στην πατρίδα μας ένα άλλο είδος τουρισμού, ο λεγόμενος θρησκευτικός και προσκυνηματικός τουρισμός. Παρατηρείται, δηλαδή, μετακίνηση ανθρώπων σε μοναστήρια και ναούς ανά την Ελλάδα, καθώς και σε τόπους ορθόδοξου χριστιανικού ενδιαφέροντος του εξωτερικού (Άγιοι Τόποι, Κωνσταντινούπολη, Καππαδοκία, Σερβία, Ρωσία, Ρουμανία…). Μητροπόλεις, ενορίες, μονές, σύλλογοι διοργανώνουν εκδρομές εντός και εκτός Ελλάδας. Αλλά και μεμονωμένα ταξιδεύουν οι άνθρωποι σε ιερούς τόπους. Από όσους συμμετέχουν σε τέτοιες εξορμήσεις υπάρχουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται μόνο να μάθουν ιστορικά στοιχεία, να θαυμάσουν την αρχιτεκτονική και τις άλλες εκκλησιαστικές τέχνες (αγιογραφία, αργυροχρυσοχοΐα, ξυλογλυπτική κ.ά.) και να χαρούν το όμορφο τοπίο. Αυτοί κάνουν απλώς θρησκευτικό τουρισμό. Μια δεύτερη μερίδα ταξιδιωτών είναι οι προσκυνητές, που ποθούν να βρίσκονται σε χώρους λατρείας με μοναδικό σκοπό να ωφεληθούν πνευματικά. Αυτοί χαίρονται περισσότερο με τη συμμετοχή τους στις ιερές ακολουθίες, με την προσευχή και την περισυλλογή. Επιζητούν να προσκυνήσουν εικόνες και άγια λείψανα ή να εκπληρώσουν κάποιο τάμα. Διψάνε να συναντήσουν κάποιον μοναχό ή ιερέα για να ακούσουν λόγο Θεού, να κάνουν πνευματική συζήτηση, ακόμη να εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Ποθούν, λοιπόν, όλα αυτά, που θα τους βοηθήσουν να πλησιάσουν τον Θεό και να σώσουν την ψυχή τους.

Η πατρίδα μας είναι κατάσπαρτη από ιερά Προσκυνήματα, από Μοναστήρια και Ναούς με πλούτο ιστορικό και πνευματικό. Από Εκκλησιαστικά Κέντρα με σπουδαίο ρόλο τόσο σε θρησκευτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Η Μεγαλόχαρη της Τήνου, το Προσκύνημα της Παναγίας Σουμελά, η Μονή του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα, του Αγίου Ραφαήλ στη Μυτιλήνη, ο Ναός του Αγίου Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα, του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη κ.ά. Το πρόσωπο που δεσπόζει, όμως, στα περισσότερα από αυτά τα Προσκυνήματα είναι εκείνο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κάθε νησί και ύψωμα, κάθε πόλη και χωριό κοσμείται και σεμνύνεται ιδιαιτέρως από κάποιον Ναό ή Μοναστήρι  αφιερωμένο στην Παναγία Μητέρα του Χριστού. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, στο κέντρο της Ρούμελης δεσπόζει το Μοναστήρι της Παναγίας της Προυσιώτισσας, το οποίο προσελκύει κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές κι έχει καταστεί φάρος πνευματικός, εκπαιδευτικό κέντρο και ιατρείο σωματικών κακώσεων και ψυχικών πόνων λόγω της Πάνσεπτης και θαυματουργής εικόνας της Θεοτόκου που σκεπάζει την Ευρυτανία και ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

2.      Η ιστορία της Αγίας Εικόνας

Σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας η εικόνα της Παναγίας Προυσιώτισσας είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εκτός από Απόστολος ήταν ιατρός και ζωγράφος. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, λοιπόν, έφτιαξε τρεις εικόνες της Μητέρας του Χριστού ενώ Εκείνη ήταν εν ζωή, τις οποίες αφού τις έφερε μπροστά Της, Εκείνη τις ευλόγησε: πρώτη αυτή του Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων, δεύτερη εκείνη της Παναγίας Σουμελά (Αθηνιώτισσας) και τρίτη της Παναγιάς του Κύκκου. Μετά την Κοίμηση και τη Μετάσταση της Υπεραγίας Θεοτόκου ζωγράφισε άλλες εβδομήντα εικόνες Της, μία εκ των οποίων είναι και αυτή της Προυσιώτισσας!

Η πορεία της Αγίας αυτής εικόνας χάνεται στα βάθη των αιώνων και εμφανίζεται κατά την πολύπαθη εποχή της Εικονομαχίας (726-787 μ.Χ. και 815-843 μ.Χ.) που ταλάνισε για έναν αιώνα την Εκκλησία του Χριστού και όλη τη βυζαντινή αυτοκρατορία. Η Εικονομαχία δίχασε τους κυβερνώντες και τον λαό σε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, τους εικονομάχους (εικονοκλάστες) από τη μια και τους εικονολάτρες (εικονόφιλους) από την άλλη. Η πρώτη φάση της Εικονομαχίας ξεκίνησε με τους αυτοκράτορες Λέοντα Γ΄ τον Ίσαυρο και τον γιο του Κωνσταντίνο Ε΄. Οι αυτοκράτορες Ίσαυροι κατάγονταν από τη Συρία και είχαν επηρεαστεί από τις ανεικονικές αντιλήψεις, που ήταν αντίθετες στη λατρεία των εικόνων, της Ιουδαϊκής και Ισλαμικής θρησκείας. Γι’ αυτό θεωρούσαν τη λατρεία των εικόνων ως ειδωλολατρική πράξη. Οι εικονολάτρες αντιδρούν και ξεσπά η Εικονομαχία.

Κατά τη βασιλεία του  τελευταίου εικονομάχου αυτοκράτορα, του Θεόφιλου,  εκείνοι που προσκυνούσαν τις εικόνες υπέστησαν πολλούς διωγμούς και βασανιστήρια, ενώ ο μισόχριστος Θεόφιλος έβγαλε αυτοκρατορικό διάταγμα να κατέβουν οι εικόνες και να καταστραφούν. Όσοι θα υπάκουαν σε αυτή τη διαταγή θα έπαιρναν αξιώματα και τιμές, ενώ εκείνοι που δεν θα υπάκουαν να καταφρονήσουν τις Άγιες εικόνες, έστω κι αν κατείχαν υψηλά αξιώματα, θα τους τα αφαιρούσε και θα τους εξόριζε. (Κυρίλλου Καστανοφύλλη, «ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», σελ. 19-20).

Βρισκόμαστε στο 829 μ.Χ. Στην περιώνυμη πόλη Προύσα. Εκεί στον ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου συναντούμε την εικόνα Της που επιτελεί πλείστα όσα θαύματα. Σύμφωνα με τη βασιλική προσταγή του εικονομάχου Θεόφιλου έπρεπε να καταστραφεί κι αυτή η εικόνα. Ένα πιστό αρχοντόπουλο, όμως, εμφορούμενο από ιερό ζήλο και βλέποντας τα αμέτρητα θαύματα που επιτελούσε η εικόνα δεν θέλησε να την καταστρέψει. Την πήρε κι έφυγε από την Προύσα κατευθυνόμενος στην Ελλάδα, όπου οι κάτοικοι σέβονταν τις άγιες εικόνες και δεν έκαναν υπακοή στα ανόσια κελεύσματα των Βασιλέων. Όταν έφτασε κοντά στην Καλλίπολη, άγνωστο πώς, χάθηκε η εικόνα. Ο ευλαβής νέος άρχισε να θρηνεί ότι εξαιτίας των δικών του αμαρτιών ο Θεός του αφαίρεσε την προστασία της εικόνας. Και με αυτές τις σκέψεις πήρε την απόφαση να μην επιστρέψει πίσω, αλλά να εγκατασταθεί στη Νέα Πάτρα, τη σημερινή Υπάτη, όπου έκτισε ναό της Αγιά Σοφιάς. (Κυρίλλου Καστανοφύλλη, «ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», σελ.20-23).

Η περιοχή όπου σήμερα υπάρχει το μοναστήρι της Προυσιώτισσας τότε ήταν εντελώς άγνωστο και δύσβατο. Δεν υπήρχε κανένα χωριό, ούτε άνθρωποι σύχναζαν εκεί. Μόνο μερικά σπιτάκια βοσκών. Μια νύχτα, ένα παιδί από τους βοσκούς που φύλαγε τα ζώα του πατέρα του, καθώς κοιμόταν απέναντι από το σημερινό μοναστήρι, εκεί που είναι το κοιμητήριο της μονής, άκουσε ψαλμωδία. Ψάχνοντας  να βρει ποιος ψάλλει βρέθηκε μπροστά σε ένα θαύμα: ένας φωτεινός στύλος έβγαινε από μια σπηλιά κι έφτανε ως τον ουρανό. Το παιδί προσπαθούσε να εξηγήσει το φαινόμενο. Έτρεξε στον πατέρα του και του διηγήθηκε τι είδε. Ο πατέρας του τον μάλωσε ότι, επειδή φοβάται πολύ παθαίνει τέτοια πράγματα. Έτσι, ακολούθησε το παιδί του στο σημείο εκείνο για να δει τι συμβαίνει και όντως είδε την ίδια στήλη φωτός. Φοβισμένος κι αυτός κάλεσε άλλους βοσκούς να βρεθούν στο ίδιο μέρος, για να διαπιστώσουν το φαινόμενο. Και την τρίτη βραδιά  πάλι εμφανίστηκε το περίεργο φως που το είδαν όλοι. Έτρεξαν, λοιπόν, προς το σημείο και ω του θαύματος! είδαν την εικόνα της Παναγιάς στη σπηλιά να φεγγοβολά. Με πολύ σεβασμό την προσκύνησαν και την ασπάστηκαν και καθημερινά τη θυμιάτιζαν έχοντάς την ως παρηγοριά και προστασία τους. Εξαιτίας αυτού του θαυμαστού γεγονότος το μοναστήρι ονομάστηκε Πυρσός, δηλαδή λαμπάδα, φως από την πύρινη στήλη. (Για του λόγου το αληθές αυτά αναφέρονται στον Κώδικα της δεύτερης ιστορίας που έγινε το 1518 μ.Χ. όταν ηγούμενος ήταν κάποιος Μαρτύριος ιερομόναχος και βρίσκεται στο εσωτερικό του παρεκκλησίου της Ιεράς Εικόνας, καθώς και σ΄ένα παλιό Πατριαρχικό Σιγίλιο που βρίσκεται στο μοναστήρι της Μυρτιάς Αιτωλοακαρνανίας, στο οποίο αναφέρεται το όνομα του Πυρσού). Κι επειδή η εικόνα προερχόταν από την Προύσα συνδυάστηκαν οι λέξεις Πυρσός-Προύσα και κατέληξαν στο «Προυσός». (Κυρίλλου Καστανοφύλλη, «ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», σελ. 23, 26-28).

Το γεγονός αυτό γρήγορα διαδόθηκε από στόμα σε στόμα κι έτσι έφτασε στα αυτιά του αρχοντόπουλου στη Νέα Πάτρα, που αμέσως ξεκίνησε με τη συνοδεία του να δει την εικόνα. Μόλις την αντίκρισε την αναγνώρισε κι έπεσε να την προσκυνήσει. Ευχαρίστησε τους βοσκούς και αφού τους έδωσε γερό φιλοδώρημα πήρε μαζί του την εικόνα της Παναγιάς για την πάει στη Νέα Πάτρα με σκοπό να ανοικοδομήσει ναό για να τιμήσει τη Θεοτόκο και να τοποθετήσει τη θαυματουργή εικόνα Της! Στο δρόμο της επιστροφής κάθισαν να ξαποστάσουν  σε κάποιο ύψωμα, όπου υπήρχαν ερείπια ενός μικρού παρεκκλησίου. Όταν ξύπνησαν η εικόνα είχε χαθεί. Ο άρχοντας νόμιζε ότι την έκλεψαν οι βοσκοί και γι’ αυτό πήραν τον δρόμο της επιστροφής να την πάρουν πίσω. Σε κάποιο σημείο το αρχοντόπουλο άκουσε μια φωνή να του λέει: «Ω, νέε, πήγαινε στο καλό και μην κουράζεσαι, γιατί αναπαύομαι εδώ στους δύσβατους και τραχείς τόπους, κοντά στους απλοϊκούς ανθρώπους παρά στους αιρεσιάρχες άρχοντες. Αν θέλεις να μείνεις μαζί μου. Έλα εκεί που με βρήκες και θα είναι για το καλό σου». Αυτή την ουράνια φωνή την άκουσε μόνο ο ίδιος. Έτσι κάνοντας υπακοή εγκατέλειψε τα εγκόσμια και παίρνοντας μαζί του έναν δούλο του γύρισε στον Πυρσό όπου είχε βρει την αγία εικόνα κι έμεινε εκεί. Μέσα στη σπηλιά έκτισε παρεκκλήσι, όπου έβαλε την τίμια εικόνα κι εκείνος με τον πρώην δούλο του μόνασαν εκεί κοντά με τα ονόματα Διονύσιος και Τιμόθεος αντίστοιχα. Σύντομα οργάνωσε μοναστήρι που το ονόμασε Πυρσό από το φως της πύρινης στήλης, αλλά και Προυσό, επειδή η εικόνα ήρθε από την Προύσα. (Κυρίλλου Καστανοφύλλη, «ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», σελ. 31, 34-35).

Καθώς ο σημερινός προσκυνητής είναι καθ’ οδόν από το Καρπενήσι για τη Μονή, δίπλα στον ποταμό που λέγεται Καρπενησιώτης, σε μια βουνοκορφή, αντικρίζει το «τύπωμα», μια τρύπα που έχει το σχήμα της εικόνας της Προυσιώτισσας, απ’ όπου κατά την παράδοση πέρασε η Παναγία επιστρέφοντας στο σπήλαιο. Συναντά, επίσης, δίπλα στον δρόμο ένα μικρό προσκυνητάρι που η ευλάβεια των πιστών έκτισε, τα «πατήματα» της Παναγίας πάνω στον κατακόρυφο βράχο, απ’ όπου ανέβηκε για να φτάσει στο σπήλαιο. Ο τόπος όλος από τότε είναι άγιος και ιερός, γιατί τον σκεπάζει η Χάρη της Μητέρας του Θεού και των ανθρώπων. Αναρίθμητοι οι προσκυνητές  που εδώ και πάνω από έντεκα αιώνες προστρέχουν στο Ιερό Της Σέβασμα, για να ακουμπήσουν σ’ Εκείνη τις προσευχές, τις ικεσίες, τις ευχαριστίες, τα δάκρυα και τις ελπίδες τους. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 43)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

3.      Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα της μονής

Το μοναστήρι της Προυσιώτισσας δεν ακολουθεί στην αρχιτεκτονική του διάταξη τη γνωστή δομή των μονών με το Καθολικό στο κέντρο και την ανάπτυξη γύρω από αυτό των κελιών και των λοιπών βοηθητικών χώρων σε ορθογώνια διάταξη. Έχει μια δική του δομή που οφείλεται στη φυσική διαμόρφωση του χώρου («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 47) λόγω του ορεινού όγκου και των γκρεμών που σχηματίζονται.

3.1 Το Καθολικό

Το πρώτο κτίσμα που χρονολογείται από τα μέσα του 9ου αιώνα είναι, λοιπόν, ο μικρός ναΐσκος μέσα στο σπήλαιο, τον οποίο διαμόρφωσε ο μοναχός Διονύσιος, όπως είπαμε και είναι ως και σήμερα ο χώρος που δεσπόζει η Ιερή και θαυματουργή Εικόνα της Προυσιώτισσας. Αργότερα, κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, προστέθηκε στη νότια πλευρά του ναΐσκου ο ναός της Παναγίας, που αποτελεί από τότε το Καθολικό του μοναστηριού. Εκείνο το πρώτο Καθολικό κάηκε το 1587, οπότε στη θέση του ανεγέρθηκε δεύτερος ναός και το 1754 κτίστηκε αυτός που σώζεται έως σήμερα, όταν ηγούμενος ήταν ο Πελάγιος από την ορεινή Αιτωλία, όπως μας λέει επιγραφή που υπάρχει στο υπέρθυρο της μεσημβρινής θύρας που οδηγεί στο παρεκκλήσιο:

«Ανεγήγερται μεν ο θείος ούτος ναός της θείας και

Ιεράς μονής της υπεραγίας Θεοτόκου πα

ρά του πανοσιωτάτου αγίου καθηγουμένου

κυρ Πελαγίου εκ κώμης Αντράνοβας κατά

το ΑΨΝΔ κατά δε το ΑΨΠΕ

εζωγράφηται και καλλώπισται διά συν

δρομής του άνωθεν καθηγουμένου

κυρ Πελαγίου».

Στο κάτω μέρος αυτής της επιγραφής σημειώνεται προτροπή προς τους προσκυνητές, όπου διακηρύσσονται οι θαυματουργικές ιδιότητες της αγίας Εικόνας της Προυσιώτισσας:

«Δεύτε την εικόνα την ιεράν της Προυσιωτίσσης ασπασώμεθα ευλαβώς βρύουσαν παντοίων νόσων και πάσης βλάβης ρώσιν δαψιλεστάτην και χάριν άφθονον».(«Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 63, 67). Το Καθολικό είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Κυρίας Θεοτόκου (15 Αυγούστου), ενώ το παρεκκλήσιο τιμάται προς τιμή του ιερού εικονίσματος, κατά την απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως, στις 23 Αυγούστου («στα εννιάμερα της Παναγίας»). («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 45)

Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του Καθολικού είναι δικίονος εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλλο, με μόνο μία πλευρική κόγχη χορού στο νότιο τμήμα, αφού στη βόρεια πλευρά υπάρχει το παρεκκλήσιο. Η κόγχη του Ιερού Βήματος εφάπτεται του βράχου και ο τρούλλος στηρίζεται σε δύο κίονες δυτικά και δύο πεσσούς ανατολικά που βρίσκονται στο Ιερό. Εξωτερικά διαγράφονται οι ακτίνες του σταυρού και στο σημείο που συναντιούνται υψώνεται ο πολυγωνικός τρούλος που διατρυπάται με μονόλοβα παράθυρα και διακοσμείται με πολύχρωμα σκυφία. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 63). (Στη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ διαβάζουμε: Ο σκύφος ήταν είδος αρχαίου ελληνικού αγγείου, ένα είδος πλατιού («ευρύστομου») ποτηριού με δυο λαβές («δίωτον»). Ήταν μια από τις πιο δημοφιλείς μορφές κυπέλλου στην αρχαία Ελλάδα.) Στη δυτική είσοδο κτίστηκε μια δίτοξη στοά για προστατευτικούς λόγους. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 63).

3.1.1     Το Τέμπλο

Το τέμπλο, ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο χρονολογείται το 1810, όπως σημειώνεται πάνω από την Ωραία Πύλη και οι δεσποτικές εικόνες του είναι του 1806, σύμφωνα με αφιέρωση που σημειώνεται σε αυτές: «Δέησις του δούλου του Θεού Χρυσάνθου ιερομονάχου, 1806, Ιανουαρίου 19». Πάνω από τις δεσποτικές εικόνες τοποθετούνται οι Απόστολοι που κρατούν κώδικες ή ειλητάρια και πλαισιώνουν τον Χριστό που βρίσκεται στο κέντρο και ακόμη παραπάνω στη μέση υψώνεται ο Εσταυρωμένος Χριστός και τα Λυπητερά, δηλαδή η Παναγία και ο Ιωάννης ο Θεολόγος. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 73).

3.1.2     Οι τοιχογραφίες

Μια δεύτερη επιγραφή στο υπέρθυρο της νότιας θύρας του Καθολικού αναφέρεται στην ιστόρηση του ναού. Σε αυτή αναφέρονται οι γνωστοί ζωγράφοι-αγιογράφοι Γεώργιος Γεωργίου από το Μαυρίλο Φθιώτιδας και ο Γεώργιος Αναγνώστου εκ Φουρνά Ευρυτανίας, οι οποίοι υπογράφουν το εικονογραφικό πρόγραμμα. Επίσης, μνημονεύονται οι χορηγοί κυρ-Χατζηδανιήλ εκ κώμης Καρίτζας και κυρ-Νίκος Μάλενος εκ κώμης Αγίου Βλασίου, επί αρχιερατείας Διονυσίου, επισκόπου Λιτζάς και Αγράφων, όταν στο μοναστήρι μόναζαν οι ιερομόναχοι Παϊσιος, Ιωνάς, Δωρόθεος, Νικόδημος, Ιωνάς, Άνθιμος και Καλλίνικος.

Το εικονογραφικό πρόγραμμα είναι αυτό του 18ου αιώνα. Τα θέματα χωρίζονται σε οριζόντιες ζώνες και ταξινομούνται από πάνω προς τα κάτω. Σκηνές από την επίγεια ζωή του Χριστού στις καμάρες, παρακάτω ο Ακάθιστος Ύμνος. Στην τρίτη ζώνη από κάτω ιστορούνται μαρτύρια αγίων, πιο κάτω στηθάρια με ασκητές και μάρτυρες και στην κατώτερη ζώνη ολόσωμοι άγιοι. Όλες οι αγιογραφίες έχουν μικρές διαστάσεις εκφράζοντας τόσο την καλλιτεχνική όσο και την εκκλησιαστική άποψη της εποχής: περιγραφή του βίου περισσοτέρων αγίων, αφού ο λαός μάθαινε τα κατορθώματά τους μέσα από τα Συναξάρια και ταυτόχρονα ενισχυόταν πνευματικά στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 73).

Στην κόγχη του Ιερού τοποθετούνται στο πάνω μέρος η Πλατυτέρα των Ουρανών έχοντας τον Κύριο σε μετάλλιο στο στέρνο Της με δυο ολόσωμους αγγέλους εκατέρωθεν και στην κάτω ζώνη οι Ιεράρχες Γρηγόριος, Βασίλειος, Ιερός Χρυσόστομος και Ιάκωβος αδελφόθεος στραμμένοι προς τον Χριστό που βρίσκεται ευλογών σε δισκοπότηρο στο κέντρο.

Στον τρούλλο δεσπόζει ο Χριστός Παντοκράτορας. Παρακάτω σε τρεις ζώνες κυκλικά στο τύμπανο ιστορούνται από πάνω τα αγγελικά τάγματα, στη μεσαία ζώνη η Μετάληψη των Αποστόλων και από κάτω ο χορός των Προφητών. Στα σφαιρικά τρίγωνα τοποθετούνται οι Ευαγγελιστές.

Στο δυτικό τοίχο απλώνεται μεγάλη και εντυπωσιακή η παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και στο πάνω τμήμα της ιστορείται η Μετάστασή Της.

Στον βορειοδυτικό τρουλλίσκο εικονίζεται ο Χριστός με φτερά ως ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος μέσα σε μετάλλιο, που κρατούν άγγελοι, ενώ στον νοτιοδυτικό τρουλλίσκο παριστάνεται ο Χριστός ως Εμμανουήλ ανάμεσα σε αγγέλους. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 85).

3.1.3     Η κρύπτη-Τα άγια λείψανα

Στο βόρειο τμήμα του Καθολικού, αμέσως πριν τη δυτική θύρα του Παρεκκλησίου της Παναγίας, υπάρχει μια μικρή πόρτα που οδηγεί μέσω πετρόκτιστης σκάλας σε σπήλαιο-κρύπτη. Παλαιότερα η Κρύπτη ήταν η Βιβλιοθήκη της μονής με τα χειρόγραφα και τα παλαίτυπα, ενώ σε κάποιες φάσεις μετατρεπόταν σε κειμηλιαρχείο. (Σήμερα όλα αυτά εκτίθενται, όπως θα δούμε παρακάτω στο Μουσείο της Μονής). Πάντοτε, όμως, η Κρύπτη είχε και λειτουργικό χαρακτήρα, όπως φανερώνουν οι τοιχογραφίες του 13ου αιώνα. Με το πέρασμα του χρόνου έλαβε τη σημερινή της μορφή: παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον άγιο Ιωάννη τον εξ Αγαρηνών που μαρτύρησε στα 1814 στο Βραχώρι (σημ. Αγρίνιο), αφού εκεί βρέθηκε θαμμένος κατόπιν υπερκόσμιας ευωδίας κι ένας διαμορφωμένος χώρος με τις πολλές αργυρές λειψανοθήκες με τα λείψανα των Αγίων ασκητών, ιεραρχών, μαρτύρων και νεομαρτύρων.

Από τις πολλές λειψανοθήκες ξεχωρίζει αυτή που έχει την αγία κάρα του Αγίου ιερομάρτυρος Κλήμεντος επισκόπου Αγκύρας. Στο εσωτερικό της λειψανοθήκης  υπάρχει η επιγραφή: «Η αγία και θεία ιερά κάρα του αγίου ιερομάρτυρος Κλήμεντος, εκοσμήθη διά χρυσού και αργύρου παρά Πελαγίου ιερομονάχου. 1754. Αθανάσιος Χρυσοχόος». Εξωτερικά φέρει μεταγενέστερη επιγραφή: «Κατεσκευάσθη η παρούσα θήκη διά συνδρομής του εν ιερομονάχοις κυρ Γερασίμου εκ της Μονής Προυσού και διά δαπάνης και εξόδων των εκ Καρπενησίου Χριστιανών, χειρί δε τεχνική του Αναστασίου Σωτηροπούλου, Μαρτίου ε, 1815». Επίσης, σπουδαία είναι και η λειψανοθήκη που περιέχει την κάρα του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη, τμήμα κάρας του Αγίου Πολυκάρπου, επισκόπου Σμύρνης και τμήμα κάρας του  Αγίου Ιωάννου του ελεήμονος, Πατριάρχου Αλεξανδρείας. Η λειψανοθήκη που έχει ορθογώνιο σχήμα φέρει την εξής επιγραφή: «Έγινε το παρόν καμού δούλου του Θεού Νεοφύτου και λοιπών πατέρων εν τη Αγία και ιερά Μονή αγίου ενδόξου Προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου, πλησίον Αράχωβας Κραββάρων και παρά ημών Χρυσοχόου Αντωνίου εκ κώμης Πλατάνου».

Με το πέρασμα των αιώνων εμπλουτίστηκε η συλλογή των ιερών λειψάνων, ώστε σήμερα να ξεπερνούν τα εξήντα. Ενδεικτικά υπάρχουν τα λείψανα των Αγίων: Αναστασίου του Πέρσου, Αγάθης, Αθανασίου του Μεγάλου, Αντύπα, Αρτεμίου, Βαρβάρας, Γερασίμου Ιορδανίτου, Ευσταθίου, Ελευθερίου ιερομάρτυρος, Μάμαντος, Θεοφάνη του Γραπτού, Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ιλαρίωνος Μεγάλου, Αποστόλου Λουκά, Παντελεήμονος, Παρασκευής, Πελαγίας, Στεφάνου Πρωτομάρτυρα, Στεφάνου μάρτυρα και Στεφάνου Σαββαϊτου, Στυλιανού Παφλαγόνος, Φωκά ιερομάρτυρα, Χριστοφόρου, Χριστίνας μεγαλομάρτυρος. Υπάρχει επίσης ένα τεμάχιο Τιμίου Ξύλου, καθώς και λείψανο της Αγίας Ελένης, μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Μερικές λειψανοθήκες διασώζουν ονόματα χρυσοχόων, εργαστήρια αργυροχρυσοχοΐας στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας, Ναυπακτίας και Ευρυτανίας, ονόματα αφιερωτών και δωρεές χωριών και πόλεων, ώστε να δίνουν πολλά στοιχεία που ενισχύουν την ιστορία του Μοναστηριού. Σε λειψανοθήκη όπου φυλάσσονται τα λείψανα των Αγίων Αβερκίου, Μηνά, Βησσαρίωνος, Χαραλάμπους, Ερμογένους, Τρύφωνος, Βαρβάρας και Γερασίμου του Νέου του Μεγαλοχωρίτη σημειώνεται η επιγραφή: «Κτήμα αναφέρετον της Ιεράς Μονής Προυσού δαπάνη μεν του εκ της αυτής Μονής ελαχίστου εν ιερομονάχοις Βαρθολομαίου. Χειρί δε Νικολάου Δαβαρούκα Καλαρύτου και των αδερφών αυτού την 11 Αυγούστου 1841 εν Αγρινίω».

Επίσης, υπάρχει άλλη λειψανοθήκη ορθογώνιου σχήματος με τρεις μικρούς κουμπέδες στο έξω κάλυμμα, όπου περιέχονται λείψανα των Αγίων Χαραλάμπους, Χριστοφόρου, Παντελεήμονος, Πελαγίας, Μάμαντος, Προκοπίου, Τρύφωνος και αναγράφεται η επιγραφή: «Θήκη των ιερών λειψάνων της ιεράς μονής της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου της επωνομαζομένης Καββαδιανής. Όρα 1814 Ιουλίου 14. Βαρθολομαίου ιερομονάχου, Τριανταφύλλου, ιερέως Στάθι και ημών, Βουκουρέστι-Χρίστο Κιψαρά Νικολάου».

Άλλη λειψανοθήκη με λείψανα πολλών Αγίων, μεταξύ των οποίων και των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, σημειώνεται η επιγραφή: «Ε κτίτοραι της Αγίας Μονής Βλοχού Άνθιμος ιερομόναχος ω ηγούμενος 1834 Φεβρ. 20 διά χειρός Δημητρίου Δαβαρούκας Καλαρυτιώτης, Βασιλική Στάϊκινα». («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 87).

Μεταξύ των πολλών ιερών λειψάνων που φυλάσσονται στην Κρύπτη η Μονή της Προυσιώτισσας σεμνύνεται για τα λείψανα τριών νεομαρτύρων που σχετίζονται με την περιοχή: του Αγίου νεομάρτυρα Νικολάου εκ Καρπενησίου, του νεομάρτυρα Αγίου Γερασίμου, του νέου, του Μεγαλοχωρίτου και του Αγίου ενδόξου νεομάρτυρος Ιωάννου, του εξ Οθωμανών. Ο πρώτος μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη, στις 23 Σεπτεμβρίου 1672 και στο Καρπενήσι ανηγέρθηκε περικαλλής ναός. Ο Άγιος Γεράσιμος καταγόταν από το Μεγάλο Χωριό Ευρυτανίας και μαρτύρησε διά αποκεφαλισμού, στις 3 Ιουλίου 1812 στην Κωνσταντινούπολη. Υπήρξε μαθητής του λόγιου Ηγουμένου της Μονής Προυσού, Κυρίλλου Καστανοφύλλη. Γι΄αυτό και το λείψανό του μετακομίστηκε από την Κωνσταντινούπολη στη Μονή από τον γέροντα Κύριλλο Καστανοφύλλη, όπως καταγράφεται σε επιστολή του Ηγουμένου Κυρίλλου προς τον επίσκοπο Λητζάς και Αγράφων Δοσίθεο,  στον υπ’ αριθμ. 42 κώδικα (Κτηματολόγιο της Μονής Προυσού). Η κάρα και οι βραχίονες παρέμειναν στο μοναστήρι της Προυσιώτισσας, ενώ τα υπόλοιπα μέλη εναποτέθηκαν στον ναό της Αγίας Παρασκευής, στο Μεγάλο Χωριό.

Ο τρίτος νεομάρτυρας, ο Άγιος Ιωάννης ο εξ Αγαρηνών, έχει μια ιδιαίτερη ιστορία. Γεννήθηκε στην Κόνιτσα Ιωαννίνων από μουσουλμάνους γονείς, αλλά σε μικρή ηλικία βαπτίστηκε χριστιανός και πήρε το όνομα Ιωάννης. Μετά από πολλές περιπέτειες στην Αιτωλοακαρνανία μαρτύρησε στο Βραχώρι, στις 23 Σεπτεμβρίου 1814. Οι μουσουλμάνοι του αφαίρεσαν τη ζωή με ξίφος και τον πέταξαν σε ένα χαντάκι, δίπλα στον ναό του Αγίου Δημητρίου απαγορεύοντας σε όλους να φροντίσουν για την ταφή του! Από εδώ ξεκινά η δράση του Ηγουμένου της Προυσού, Κυρίλλου Καστανοφύλλη (1775-1835), ο οποίος φρόντισε για την ανακομιδή του. Παρέλαβε το σκήνωμα του αθλητή και το μετέφερε στη Μονή. Για να μην υπάρξουν επεισόδια από μεριά των Οθωμανών και για να το ασφαλίσει από μελλοντικές βέβηλες επεμβάσεις τοποθέτησε με άκρα μυστικότητα το λείψανο σε εσοχή της Κρύπτης και σφράγισε το άνοιγμα της εσοχής. Μάλιστα έγραψε και δίστιχη επιγραφή σε ιαμβικό τρίμετρο, η οποία από τότε (1814) μέχρι το 1974 προβλημάτισε πολλούς ως προς το θησαυρό που έκρυβε:

«Ου μεταλλείον αργυροχρύσου πέλω

αλλ’  όλβον φέρω, πάντα λίθον μη κίνει».

Δηλαδή: «Δεν κρύβω θησαυρό αργυρό ή χρυσό

φέρνω όμως την ευτυχία. Μη μετακινείτε την πέτρα».

Το 1974 ο τότε ηγούμενος Γρηγόριος πήρε απόφαση «να μετακινήσει τον λίθον» και έφερε στο φως τον πνευματικό αυτό θησαυρό. 160 χρόνια ήταν κρυμμένα εκεί τα λείψανα του Νεομάρτυρα Ιωάννη, σύμφωνα με επιγραφή πάνω σε κεραμίδα. Το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή να γραφούν πολλά κείμενα, να δημοσιευτεί στον τύπο η ανακάλυψη, ενώ παράλληλα τελέστηκαν πολλές ακολουθίες και τελικά τα λείψανα τοποθετήθηκαν σε καινούργια λειψανοθήκη. Από τότε κάθε χρόνο τελείται στην Κρύπτη Θεία Λειτουργία, στις 23 Σεπτεμβρίου, προς τιμή του μάρτυρα. Έτσι η ιστορική μονή της Παναγίας Προυσιώτισσας, εκτός από τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου έχει πνευματικό θησαυρό μια μεγάλη συλλογή τιμίων λειψάνων διαφόρων Αγίων της Ορθοδόξου πίστης μας και μεταξύ αυτών τους τρεις νεομάρτυρες, «τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου». («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 88, 93).

 3.2 Τα υπόλοιπα κτίρια

Δυτικά και νότια του Καθολικού υπάρχει στενόμακρη αυλή, όπου στα βόρεια και νότιά της είναι κτισμένα δύο οικοδομικά συγκροτήματα. Το βόρειο είναι ένα τετραώροφο πετρόκτιστο κτίριο, που στεγάζει τον παλαιό ξενώνα της μονής και αποθηκευτικούς χώρους. Απέναντί του ορθώνεται πάνω από τον γκρεμό παρόμοιο τριώροφο συγκρότημα που περιλαμβάνει το Συνοδικό της μονής, το αρχονταρίκι, αίθουσες υποδοχής, ορισμένα κελιά για τους προσκυνητές, το Αγίασμα και το Μουσείο.

Έξω από τη μεγάλη πύλη του μοναστηριού είναι κτισμένη από το 1927 τριώροφη οικοδομή επί ηγουμενίας Γερμανού, με σκοπό στο ισόγειο να είναι ο στάβλος των ζώων και στους επάνω ορόφους να υπάρχουν δωμάτια για το βοηθητικό προσωπικό και τους προσκυνητές. Ξανακτίστηκε το 1970 από τον ηγούμενο Γρηγόριο ως ξενώνας για φιλοξενία των επισκεπτών της μονής. Σήμερα υπάρχει καλαίσθητο σιντριβάνι που έχτισε ο νυν ηγούμενος Ιωαννίκιος.

Βόρεια της μεγάλης πύλης της μονής υψώνεται αναλημματικός τοίχος για να συγκρατεί τις πέτρες που κατρακυλούν. Ξεκίνησε το 1873 και σήμερα είναι ένα κόσμημα με παρτέρια και καλλωπιστικά φυτά,  χάρη στην καλαισθησία και την άοκνη μέριμνα του ηγουμένου Ιωαννικίου. Έτσι, βγαίνοντας κανείς από την εξωτερική πύλη και ανηφορίζοντας προς τον ναό των Αγίων Πάντων έχει στα δεξιά του τον καλαίσθητο αναλημματικό τοίχο.

Τα μεγάλα οικοδομήματα καταστράφηκαν από φωτιά που έβαλαν οι Γερμανοί στις 16 Αυγούστου 1944. Τη δεκαετία του 1950 ξεκίνησε ταχύτατη ανοικοδόμηση και αποκατάσταση των κτιρίων από τον δραστήριο ηγούμενο Γερμανό Σπαθογιάννη, στις ενέργειες του οποίου οφείλεται το ξαναχτίσιμο μετά τη γερμανική πυρπόληση του ανατολικού τριώροφου μεγάρου που στεγάζει τα κελλιά των μοναχών, την τράπεζα των μοναχών και εθελοντών, το γραφείο του ηγουμένου και τον ξενώνα επιφανών προσώπων. Τα έργα συντήρησης του συγκροτήματος της μονής συνέχισε μετά το 1970 η ευλογημένη συνοδεία του Παριανού ηγουμένου Γρηγορίου Ζουμή, μετέπειτα ηγουμένου της Ι.Μ.Δοχειαρίου Αγίου Όρους, ενώ τις δυο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα ο Αρχιμ. Χρυσόστομος Δρόσος συνέχισε την ανακαίνιση των κτιρίων. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 46-47).

Νότια του μοναστηριακού συγκροτήματος σε απόσταση 200 μέτρων, σε προβολή του βράχου προς τη χαράδρα, βρίσκεται ο ναός των Αγίων Πάντων. Ανατολικά του είναι το Κοιμητήριο των πατέρων, νότια «το Σχολείον των Ελληνικών Γραμμάτων», βόρεια το βαπτιστήριο και δυτικά διαμορφώνεται η πλατεία με τα πλατάνια, παλαιός χώρος των εμποροπανηγύρεων και των δημοπρασιών, τώρα χώρος ξεκούρασης των προσκυνητών. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 95).

        3.2.1  Ο Ναός των Αγίων Πάντων

Σύμφωνα με λιθανάγραφη  επιγραφή στον εξωτερικό βόρειο τοίχο του, ο ναός των Αγίων Πάντων χτίστηκε το 1754 από τον ηγούμενο Πελάγιο: «ΠΕΛΑΓΙΟΣ 1754». Το 1805, κατά την υπέρθυρη επιγραφή, ζωγραφίστηκε το εικονογραφικό πρόγραμμα με απλές λαϊκές τοιχογραφίες:

«Εζωγράφηται και καλλώπισται ο θείος ούτος ναός των Αγίων Πάντων διά συνδρομής των πανοσιωτάτων αγίων καθηγουμένων κυρ Ιωννά και κυρ Νικωδήμου, δι’ εξόδων μεν του αιδεσιμωτάτου αγίου Οικωνόμου εκ κώμης Προσόν, αρχιερατεύοντος κυρ Δοσιθέου Λιτζάς και Αγράφων, εφημερεύοντος κυρ Ανθίμου, κυρ Χρυσάνθω, κυρ Γαβριήλ, κυρ Γερασίμου και κυρ Χρυσάνθω κυρ Γρηγορίω των ιερομονάχων. 1805 ΑΩΕ, Αυγούστου 5».

Εξαιρετικού ενδιαφέροντος είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο, που είναι ίδιας χρονικής περιόδου με τον ναό, καθώς και οι φορητές εικόνες του με τις εξής επιγραφές: στην εικόνα του Χριστού «Ω Χριστέ Άναξ, τα φιλάνθρωπα φύσει κλίνον μοι ώτα Πελλαγίου Θύτου, 1755, Ιουλίου 31» και στην εικόνα της Παναγίας «Γοργώς την ψυχήν επάκουσον, ω κόρη, ην Πελλάγιος ο κτίτωρ σοι προσφέρει, ΑΨΝΕ (1755), Ιουλίου 31».

Στον υπ’ αριθ. 42 χειρόγραφο κώδικα του 19ου αιώνα, που περιλαμβάνει το Κτηματολόγιο της μονής, γίνεται αναφορά στον ναό των Αγίων Πάντων, καθώς και στην περιοχή: «Αντίπερα δε της Μονής είναι το Κοιμητήριον των Πατέρων, ου ο Ναός τιμάται εις μνήμην των Αγίων Πάντων και εν αυτώ παράκειται είς Πύργος με δύο χωρίσματα, έμπροσθεν δε του Κοιμητηρίου προς Δυσμάς είναι τρεις βρύσες ομού, ων το ύδωρ έρχεται από το εκείθεν μέρος και έχει τας αρχάς πλησίον τού προς δυσμάς κειμένου ρεύματος».

Σύμφωνα με την παράδοση στην πλατεία των Αγίων Πάντων κήρυξε προς τους προσκυνητές και τους κατοίκους της περιοχής ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 95, 97).

       3.2.2  Το Βαπτιστήριο

Μέχρι πρόσφατα στον ναό των Αγίων Πάντων γινόταν οι βαπτίσεις των παιδιών που τα είχαν τάξει στη χάρη της Παναγίας. Τελευταία χτίστηκε βόρεια του Ναού ένα μικρό ναϊδριο-βαπτιστήριο προς εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού. Υπάρχει μέχρι σήμερα παλαιά συνήθεια των κατοίκων της γύρω περιοχής, ιδιαίτερα της Δυτικής Στερεάς, πολλοί που αγαπούν και ευλαβούνται την Προυσιώτισσα, να τάζουν να βαπτίσουν τα παιδιά τους στο μοναστήρι της. Είναι οι λεγόμενοι «μπουρσοταμένοι».

Ο ναός αυτός που λειτουργεί ως βαπτιστήριο είναι αφιερωμένος στη βάπτιση του Χριστού και έχει εκφραστικές αγιογραφίες με κύριο θέμα τους Αγίους Νεομάρτυρες. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 99).

        3.2.3  Η Σχολή ελληνικών Γραμμάτων

Νότια του ναού των Αγίων Πάντων στέκει το τριώροφο, επιβλητικό και καλαίσθητο κτίριο, όπου στεγαζόταν η Ανωτέρα Σχολή Ελληνικών Γραμμάτων. Μια σειρά από πατριαρχικά σιγίλλια, γράμματα και αποφάσεις που σώζονται στον περίφημο κώδικα 42 του 19ου αιώνα (Κτηματολόγιο της μονής Προυσού) του λόγιου ηγουμένου Κύριλλου Καστανοφύλλη, αλλά και σε άλλα έγγραφα αναφέρουν τα περί της ίδρυσης και λειτουργίας της Σχολής, με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Κύριλλο, αλλά και τον επίσκοπο Λιτζάς και Αγράφων Δοσίθεο. Η Σχολή λειτουργούσε με έξοδα που ανέλαβαν συνδρομητές από το ίδιο το μοναστήρι και από τα χωριά Προυσός και Καστανιά, για σιτίζονται οι μαθητές, να πληρώνεται ο δάσκαλος και να προμηθεύονται τα βιβλία. Ο χειρόγραφος κώδικας 42 που περιέχει το «συστατικόν γράμμα» της 5ης Σεπτεμβρίου 1819, καθώς και το ιδρυτικό σιγίλλιο του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ του 1820 μάς πληροφορούν ότι από την ίδια χρονιά (1820) άρχισε και η λειτουργία του Σχολείου. Και για να είμαστε ακριβέστεροι, από τα σχετικά έγγραφα διαφαίνεται ότι το 1820 ξεκίνησε η επαναλειτουργία της Σχολής. Στο κείμενο της σελ. 4 του χειρόγραφου κώδικα 42 που γράφτηκε από τον ηγούμενο Κύριλλο διαβάζουμε: «…αλλά τούτο το χρέος επραγματοποίησε το μοναστήριον, διότι ακολουθούν τα τηρούμενα της Παναγίας της Βλαχέρνας, έπρεπε να διατηρήση το έκπαλαι εις το Μοναστήριον τούτο λειτουργούν σχολείον των Ελληνικών Γραμμάτων της Ρούμελης». Συνεπώς, η Σχολή Ελληνικών Γραμμάτων λειτουργούσε από παλιά και ο Κύριλλος Καστανοφύλλης με τους συνεργάτες του την ανέστησε το 1820.

Δεν επρόκειτο για κοινό σχολείο, αλλά για Ανώτερο Σχολείο Ελληνικών που, για να λειτουργήσει, απαιτούσε άδεια από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επίσημο διδάσκαλο και αναλυτικό πρόγραμμα μαθημάτων. Στη Σχολή αυτή φαίνεται ότι δίδαξε και ο ίδιος ο λόγιος ηγούμενος Κύριλλος Καστανοφύλλης μέχρι το 1825, όπως δείχνουν οι σημειώσεις διδασκαλίας που σώζονται και που αναφέρονται στον Όμηρο, στη φιλοσοφία των αρχαίων και στα χειρόγραφα με τα ερμηνευτικά σχόλια πάνω σε γραμματικά, ιστορικά και αρχαιολογικά ζητήματα. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 99).

3.2.4 Το Σκευοφυλάκιο-Μουσείο

Στη νότια πλευρά της αυλής, στο κτίριο που στεγάζει το μεγάλο αρχονταρίκι, σε δύο ημιυπόγειες αίθουσες φιλοξενείται το μουσείο της Μονής με τα χειρόγραφα, τα ιερά σκεύη και τα κειμήλιά της. Μια επιγραφή αριστερά καθώς κατεβαίνουμε μάς πληροφορεί σχετικώς:

ΣΥΝΕΣΤΗ ΤΟΔΕ ΤΟ ΣΚΕΥΟΦΥΛΑΚΕΙΟΝ

ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1975

ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΝΤΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΑΡΧΙΜ.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΡΙΟΥ

ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΑΣ ΑΥΤΟΥ

Στον προθάλαμο εκτίθενται μικροαντικείμενα, όπως αργυρά, χάλκινα και ξύλινα εκκλησιαστικά σκεύη, καθώς και αντικείμενα λαογραφικού ενδιαφέροντος (χειρόμυλος μπαχαρικών, μολύβδινο παγούρι του 1738, ρόκες κ.ά.). Στη συνέχεια υπάρχουν δύο αίθουσες. Στην πρώτη, που συναντούμε αριστερά μας, εκτίθενται σε ειδικές προθήκες χειρόγραφοι κώδικες από τον 9ο μέχρι και τον 18ο αιώνα, ενώ στην άλλη θαυμάζουμε εικόνες, άμφια, ιερά σκέυη και άλλα κειμήλια. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 101).

Αίθουσα χειρογράφων.

Ο φιλόλογος από το Αγρίνιο Ιωάννης Τέντες συνέταξε το 1909 τον πρώτο κατάλογο των χειρογράφων κωδίκων που ανέρχονταν σε 59. Το 1951 οι Νταβαρίνος και Τσαπέρας κατέγραψαν ξανά τους κώδικες και αφού βρήκαν άλλους δεκατρείς αύξησαν τον αριθμό τους σε 72. Οι περισσότεροι κώδικες είναι μεταβυζαντινοί, από 16ο έως 19ο αιώνα, και ελάχιστοι ανήκουν στη βυζαντινή περίοδο.

Παρόλο που η Μονή υπέστη καταστροφές, λεηλασίες, πυρκαϊές και άλλες ταλαιπωρίες σώθηκε μεγάλο μέρος της βιβλιοθήκης της. Στη δεκαετία του 1970 βρέθηκαν τμήματα από περγαμηνούς κώδικες. Έτσι, σήμερα η βιβλιοθήκη διαθέτει, πέρα από τους χειρόγραφους κώδικες, παλαιότυπες εκδόσεις Βενετίας, Λειψίας, Βουκουρεστίου, Μόσχας, Παρισίων, Βιέννης, Κωνσταντινούπολης, Αθηνών. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 101).

Αίθουσα Κειμηλίων.

Απέναντι από την αίθουσα των χειρογράφων υπάρχει μια μεγαλύτερη αίθουσα όπου εκτίθενται εκκλησιαστικά σκεύη (θυμιατήρια, σταυροί, γυάλινες βενετσιάνικες κανδήλες, ευαγγέλια…) εικόνες και άμφια, καθώς και αποτοιχισμένες λίθινες επιγραφές. Τα περισσότερα είναι του 18ου και 19ου αιώνα, ενώ υπάρχουν και μερικά παλαιότερα. Ο ιστορικός Άμαντος γράφοντας για το μοναστήρι, το 1933, αναφέρθηκε στο φαινόμενο: «Η μονή είναι παλαιά, αλλά μόνον από του 18ου αιώνος έλαβεν ιδιαιτέραν σημασίαν. Η παλαιοτέρα πτωχεία των Αγράφων, αι επιδρομαί και αι ληστείαι δεν ήτο δυνατόν να αφήσουν ομαλήν ανάπτυξην εις την μονήν». («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 102).

Ανάμεσα στα εκθέματα ξεχωρίζουν δύο μεγάλης ιστορικής αξίας. Το πρώτο είναι μια βιτρίνα με προσωπικά αντικείμενα, όπλα και το τιμημένο γιαταγάνι του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη. Γιατί, όπως λέει το δημοτικό άσμα:

Των αντρειωμένων τ’ άρματα

δεν πρέπει να πουλιώνται

πρέπει σε τέτοια εκκλησιά

να ‘ναι να λειτουργιώνται.

(Πηνελόπης Σάλτα-Κολλιαλή, Ιστορικά Προσκυνήματα της Παναγίας ανά την Ελλάδα, σελ.46).

Το δεύτερο αναφέρεται σε δύο χρυσοκέντητα υφάσματα, που προέρχονται από τζαμιά και τα αφιέρωσαν οι αγωνιστές του 1821 στην Παναγία Προυσιώτισσα. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 110).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

4.      Η μονή στους αγώνες του Ελληνικού ΄Έθνους

Στα τετρακόσια χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας το Μοναστήρι της Προυσιώτισσας υπήρξε προμαχώνας και ορμητήριο των αγωνιστών και γι’ αυτό καταστράφηκε πολλές φορές από τους Τούρκους. Οι δύο εξωτερικοί πύργοι που διατηρούνται ως σήμερα πάνω από το μοναστήρι λέγονται «Πύργοι του Καραϊσκάκη», επειδή ο ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης Γεώργιος Καραϊσκάκης έμενε κατά περιόδους στο μοναστήρι εγκαθιστώντας μερικούς από τους άντρες του στους δύο πύργους. Οι πύργοι όμως προϋπήρχαν. Εκεί, επίσης, έβρισκαν καταφύγιο τα γυναικόπαιδα των αγωνιστών και τους χρησιμοποιούσαν για τη φύλαξη τροφών και πολεμοφοδίων.

Από τη Μονή της Προυσιώτισσας πέρασε κι ο Μάρκος Μπότσαρης, πηγαίνοντας από το Μεσολόγγι στο Κεφαλόβρυσο για να πολεμήσει τους Τούρκους. Προσκύνησε ευλαβικά την εικόνα κι έδωσε στον ηγούμενο μια χούφτα ασήμι, λέγοντάς του: «πάρε αυτά, παπά μου, για να κάνεις το μνημόσυνο του Μάρκου Μπότσαρη». Και απάντησε ο ηγούμενος: «Μα σκοτώθηκε ο Μάρκος;». Και απάντησε ο Μπότσαρης: «Όχι, δεν σκοτώθηκε, αλλά πάει για να σκοτωθεί». (Πηνελόπης Σάλτα-Κολλιαλή, Ιστορικά Προσκυνήματα της Παναγίας ανά την Ελλάδα, σελ.45-46).

Επίσης, όπως μας πληροφόρησε ο νυν Ηγούμενος, Αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος, από τη μονή  πέρασε και ο στρατηγός της ελληνικής επανάστασης Γεώργιος Καραϊσκάκης, καθώς πήγαινε για μάχη. Ασθενής καθώς ήταν (φθισικός) προσευχήθηκε γονατιστός ενώπιον της Εικόνας τάζοντας να την «χρυσώσει», αν γιατρευόταν και αν κέρδιζε στη μάχη κατατροπώνοντας τους Τούρκους. Και όντως ο Καραϊσκάκης  γιατρεύτηκε κατά την παραμονή του στο μοναστήρι. Επιστρέφοντας νικητής από τη σκληρή μάχη δώρισε τότε το χρυσό κάλυμμα («πουκάμισο») της εικόνας, που υπάρχει μέχρι σήμερα,  ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, όπως αποκαλύπτει ανάγλυφη επιγραφή πάνω από τον δεξιό ώμο της Παναγίας: «Η Παντάνασσα. Δι’ εξόδων του γενναιοτάτου στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρί Γεωργίου Καρανίκα, 1824).  Επίσης, αφιέρωσε στην Εικόνα και στην Παναγία τα τρία του παράσημα-αστέρια, τα οποία διακρίνονται στο μέτωπο και στους ώμους της Κυρίας Θεοτόκου.

Η τελευταία καταστροφή της Μονής έγινε το 1944. Οι Γερμανοί πρώτα έκαψαν τα κτίρια και τέλος ήθελαν να καταστρέψουν και το Καθολικό. Ένας μάλιστα Αξιωματικός πολλές φορές προσπάθησε, αλλά μάταια. Στεκόταν αγέρωχος έξω από τον ναό κι έδινε διαταγές, οπότε ένα αόρατο χέρι τον άρπαξε, τον σήκωσε και τον πέταξε στην πλακόστρωτη αυλή. Η Παναγία είχε επέμβει θαυματουργικά. Ο άνθρωπος αυτός δεν μπορούσε να σηκωθεί καθόλου. Με ζώο τον μετέφεραν στο Αγρίνιο. Έτσι, με μία ακόμη παρέμβαση της Θεοτόκου σώθηκε η Εκκλησία στερεή και αβλαβής, όπως τόσους αιώνες. (Πηνελόπης Σάλτα-Κολλιαλή, Ιστορικά Προσκυνήματα της Παναγίας ανά την Ελλάδα, σελ.46).

Από αυτή την πυρπόληση των Γερμανών στις 16 Αυγούστου 1944 καταστράφηκαν πολλά κειμήλια, σκεύη, χειρόγραφα και βιβλία. Όταν οι φλόγες έζωσαν τα κτίρια τολμηροί κάτοικοι του χωριού Προυσός μαζί με τον ηγούμενο Γερμανό, με κίνδυνο της ζωής τους, παίρνουν την εικόνα της Παναγίας,  κειμήλια και  χειρόγραφα και για ασφάλεια τα τοποθετούν στον Ναό του Αγίου Νικολάου του χωριού τους. Παράλληλα αγωνίζονται να σβήσουν την πυρκαϊά μέχρι που με θαυμαστό τρόπο άλλαξε η φορά του ανέμου και σώθηκαν το Καθολικό και το Παρεκκλήσιο. Οι Γερμανοί, όμως, έκαψαν το αρχείο του Αστικού Σχολείου. Η είκόνα της Προυσιώτισσας με τα κειμήλια και τα χειρόγραφα επέστρεψαν στο μοναστήρι, στις 22 Αυγούστου 1944, σε κατεστραμμένα και λεηλατημένα κτίρια. Αμέσως άρχισαν τα σχέδια για την ανοικοδόμηση, αλλά ο εμφύλιος πόλεμος έφερε νέα τραγωδία. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 45).

Τέσσερα χρόνια μετά, την εποχή του συμμοριτοπολέμου, πολλοί κάτοικοι της Ευρυτανίας και της ορεινής Ναυπακτίας, φεύγουν από τα χωριά τους και εγκαθίστανται σε άλλα μέρη της πατρίδας μας. Μαζί, δυστυχώς, φεύγει και η θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας προς τη Μητρόπολη της Ναυπάκτου και το μοναστήρι ερημώνει. Όταν, αργότερα γίνονται οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του στρατού και στην Ευρυτανία, τμήματα της ενάτης Μεραρχίας περνάνε κι από τον Προυσό. Κάποιοι επισκέπτονται το μοναστήρι και μπαίνουν στη μικρή εκκλησούλα να προσευχηθούν. Και τι βλέπουν; Μια μοναχή γονατιστή μπροστά στο τέμπλο, στην εικόνα της Θεοτόκου, όπου είναι αναμμένο καντήλι. Απόρησαν για την παρουσία ανθρώπου εκεί, όταν όλη η Ευρυτανία ήταν έρημη εντελώς και για το τι έκανε εκεί και πως βρήκε το λάδι, τι έτρωγε κλπ. Αφού τη ρώτησαν, πήραν την εξής απάντηση: «Παιδιά μου, ζω εδώ μοναχή μου δυόμισι χρόνια. Για τη δική μου ζωή δεν χρειάζονται φαγητό και ψωμί. Μου αρκεί που έχω το καντήλι αναμμένο».

Οι στρατιώτες δεν έδωσαν πολλή σημασία στα λόγια της καλόγριας ταλαιπωρημένοι όπως ήταν. Κάτι θαυμαστό ήταν, αλλά βιαστικά έφυγαν. Όταν πέρασαν από τη Ναύπακτο ρώτησαν τον επίσκοπο Χριστοφόρο, ο οποίος ακούγοντας την ιστορία αυτή τους έδωσε την εξήγηση συγκινημένος: «ο Ναός ανήκει στην Ιερά Μονή Προυσιώτισσας, αλλά η θαυματουργή εικόνα βρίσκεται δυόμισι χρόνια στον ναό του Αγίου Διονυσίου στη Ναύπακτο». Οι στρατιώτες, λοιπόν, πήγαν να την προσκυνήσουν και τότε όλοι τους αναγνώρισαν στο εικονιζόμενο πρόσωπο της Θεοτόκου, τη μοναχή που είχαν δει στον ναό της σπηλιάς στον Προυσό! (Πηνελόπης Σάλτα-Κολλιαλή, Ιστορικά Προσκυνήματα της Παναγίας ανά την Ελλάδα, σελ.46-47).

«Η Παναγία ακολούθησε στην προσφυγιά τα παιδιά της», τόνισε στην ομιλία του ο Μητροπολίτης Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Χριστοφόρος, στις 30 Απριλίου 1950, μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες προσκυνητές που μαζεύτηκαν για να αποχαιρετήσουν την Προυσιώτισσα, αφού θα επέστρεφε στον θρόνο της, στο μοναστήρι. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 46).

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

5.     Μια σπουδαία μορφή, ο ηγούμενος Κύριλλος Καστανοφύλλης

Γεννήθηκε το 1775 στο χωριό Καστανιά. Σε ηλικία 19 ετών έλαβε την ιεροσύνη, ενώ στα 21 του χρόνια πήγε στο Άγιο Όρος, όπου έλαβε το αγγελικό σχήμα. Εκεί έμεινε κοντά στον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη για επτά έτη, του οποίου τα περισσότερα έργα αντέγραψε με καλλιγραφική γραφή. Η προσωπικότητά του διαπλάστηκε στο περιβάλλον των «Κολλυβάδων». Οπότε έχοντας σπουδαίους διδασκάλους αναδείχθηκε άριστος πνευματικός. Μετά την εις Κύριον εκδημία του Νικοδήμου και κατόπιν επίμονης πρόσκλησης των προεστώτων του Καρπενησίου να αναλάβει τη Μονή Προυσού, επιστρέφει στην πατρώα γη και γίνεται ηγούμενος αυτής. (Αρχιμ. Δοσιθέου Προυσιώτου, «Κύριλλος ο Καστανοφύλλης», σελ. 7, 19, 20, 12).

Ήταν ένας ασκητής μοναχός που ενώ ζούσε στον Προυσό, το πνεύμα του ήταν στο Άγιο Όρος και συχνά αναλογιζόταν τα πνευματικά χαρίσματα της αγιορείτικης ζωής: τη γλυκύτατη συναναστροφή των Πατέρων, τις πνευματικές ομιλίες, τις αναγνώσεις ωφέλιμων βιβλίων, τις κατανυκτικές ακολουθίες, τις συχνές εξομολογήσεις των λογισμών, την κατάνυξη στην προσευχή, τις γλυκιές αγρυπνίες, τις ψαλμωδίες, τις γονυκλισίες και άλλες ψυχικές διατηρήσεις που οι άνθρωποι μιμούνται τους αγγέλους. Και γενικά ήταν ένας αγωνιστής που βίαζε τον εαυτό του στην τήρηση των έργων του Θεού και παρόλα αυτά θεωρούσε ότι ήταν «κακοκαλόγερος». Ασκούσε αφειδώς την αρετή της ελεημοσύνης προς κάθε άνθρωπο που είχε ανάγκη, ενώ ενίσχυσε οικονομικά και την ανέγερση αρκετών ναών της ιδιαίτερης πατρίδας του, καθώς και τον εξοπλισμό τους με ιερά σκεύη και λειτουργικά βιβλία. Περιόδευε τα χωριά τελώντας τη Θεία Λειτουργία, κηρύττοντας τον λόγο του Θεού και αναπαύοντας ψυχές ανθρώπων με το μυστήριο της εξομολόγησης. Παρόλα αυτά ο ηγούμενος Κύριλλος Καστανοφύλλης δεν παρέλειπε το εργόχειρο που πολύ αγαπούσε, την καλλιγραφία. Έτσι, μέσα στον φόρτο των υποχρεώσεών του αντέγραψε πατριαρχικά σιγίλλια, επιστολές, μουσικούς κώδικες και άλλα συγγράμματα. Καλλιέργησε και το μουσικό χάρισμα που του έδωσε ο Θεός, προσπαθώντας να το μεταδώσει και σε άλλους, ενώ ταυτόχρονα μελοποίησε «δοξαστικά της Κυρίας Θεοτόκου Προυσιωτίσσης». Ήταν, όμως και ικανός ποιητής και υμνογράφος. Η ακολουθία της εικόνας της Προυσιώτισσας και η Ιερά Διήγησις είναι έργα δικά του. (Αρχιμ. Δοσιθέου Προυσιώτου, «Κύριλλος ο Καστανοφύλλης», σελ. 24-27).

Ο Κύριλλος Καστανοφύλλης πολύ νωρίς έδειξε και τις διοικητικές του ικανότητες. Πρώτο μέλημά του η ίδρυση βιβλιοθήκης στη Μονή με έναν μεγάλο αριθμό βιβλίων που είχε αγοράσει στο Άγιο Όρος και στην Κωνσταντινούπολη. Μέριμνά του η πνευματική ωφέλεια των εγκαταβιούντων μοναχών με τη ρητή εντολή «…μηδενός ισχύοντος ξεμακρύνειν τινά βίβλον από το Μοναστήρι ή χαρίση ή πωλήση…ο τοιούτος δώσει λόγον τω απροσωπολήπτω Κριτή…». (Αρχιμ. Δοσιθέου Προυσιώτου, «Κύριλλος ο Καστανοφύλλης», σελ.28-29).

Επηρεασμένος από τις μονές του Άθωνα επεδίωξε την ευταξία στις Ιερές Ακολουθίες αναρτώντας δύο πίνακες οδηγιών προς τους μοναχούς και τον Εκκλησιάρχη, για το ντύσιμό τους, τη στάση τους στον ναό, το άναμμα των καντηλιών, τη συναναστροφή των αδερφών με τους προσκυνητές… (Αρχιμ. Δοσιθέου Προυσιώτου, «Κύριλλος ο Καστανοφύλλης», σελ.30).

Στη μεγαλώνυμη μονή της Προυσιώτισσας ανήκαν πολλά κτήματα και οικήματα στην Ευρυτανία και την Αιτωλοακαρνανία, από δωρεές ή από αγορές, τα οποία ήταν άγνωστα και ανεκμετάλλευτα. Γι’ αυτό συνέταξε έναν κώδικα με πλήρη κατάλογο όλων των κτημάτων κατά περιοχή κι έθεσε τα όρια σ’ αυτά προς καλύτερη διαχείριση. (Αρχιμ. Δοσιθέου Προυσιώτου, «Κύριλλος ο Καστανοφύλλης», σελ.31).

Αυτά είναι, λοιπόν, τα κυριότερα στοιχεία για το ζωή και τη δράση του Κύριλλου Καστανοφύλλη, όπως τα αντλούμε από τις ανέκδοτες επιστολές του. Πρόκειται για μια σπουδαία προσωπικότητα που στη θυελλώδη εποχή που έζησε ωφέλησε τα μέγιστα τόσο τη μονή της Προυσιώτισσας, όσο και την ευρύτερη περιοχή. Αποτελεί δε για τους μοναχούς της Προυσού δυνατό παράδειγμα πνευματικού αγώνα και έργων αγαθών εν Χριστώ. (Αρχιμ. Δοσιθέου Προυσιώτου, «Κύριλλος ο Καστανοφύλλης», σελ.37).

5.1 Κατάλογος διατελεσάντων ηγούμενων Ιεράς Μονής Παναγίας Προυσιωτίσσης  Ευρυτανίας (1730 – 2024)

  1. Γαβριήλ (1730-1748).
  2. Πελάγιος Πλάκας (1752-1785), από Αντράνοβα (Ασπρόπυργο), ο Καυσοκαλυβίτης, μαθητής του παπα-Ιωνά,+1788.
  3. Ιωνάς, από Προυσό (Οκτώβριος 1790,1805,1806).
  4. Νικόδημος (1805, Ιούνιος 1807-1810).
  5. Γεράσιμος,από Καστανιά Ευρυτανίας, (Φεβρουάριος 1810, 1815, Μάϊος 1819-Ιούλιος 1820), το πρώτον.
  6. Κύριλλος Καστανοφύλλης, από Καστανιά Ευρυτανία ο Αγιορείτης, (1820/1821- Μάϊος 1824/5) +1835 στη Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος Μονής Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους.
  7. Γεράσιμος, από Καστανιά Ευρυτανίας, (1825, Ιούλιος 1828, 1830-1832), το δεύτερον.
  8. Νεόφυτος (1832-1834).
  9. Καλλίνικος Παπαθανασιάδης ή Αθανασιάδης, από Προυσό (1834-αλληλοδιαδόχως).
  10. Νεόφυτος Σ(ι)οροκίδης, από Τσέρκοβα/Προυσό Ευρυτανίας, (1835).
  11. Καλλίνικος Παπαθανασιάδης ή Αθανασιάδης, από Προυσό (Φεβρουάριος 1836-1843).
  12. Νεόφυτος Σ(ι)οροκίδης, από Τσέρκοβα/Προυσό Ευρυτανίας, (22/04/1843).
  13. Γεράσιμος,από Καστανιά Ευρυτανίας, (1844), το τρίτον.
  14. Νεόφυτος Σ(ι)οροκίδης, από Τσέρκοβα/Προυσό Ευρυτανίας, (Μάϊος,Οκτώβριος 1845-1847).
  15. Καλλίνικος Παπαθανασιάδης ή Αθανασιάδης, από Προυσό (1847-αλληλοδιαδόχως).
  16. Γερμανός Καπέρδας, από Προυσό (Ιούλιος 1848).
  17. Νεόφυτος Σ(ι)οροκίδης από Τσέρκοβα/Προυσό Ευρυτανίας, (1848,1850-1851).
  18. Καλλίνικος Παπαθανασιάδης ή Αθανασιάδης, από Προυσό (1852).
  19. Γερμανός Καπέρδας, από Προυσό (1855).
  20. Νεόφυτος Σ(ι)οροκίδης, από Τσέρκοβα/Προυσό Ευρυτανίας, (1855-1859-Απρίλιος 1863 παύτηκε).
  21. Άνθιμος Καρυοφύλλης, από Προυσό, (Αύγουστος 1865- Σεπτέμβριος 1870).
  22. Ιερόθεος Δερματάς ή Κωνσταντίνου, από Μικρό Χωριό Ευρυτανίας, (1870, Απρίλιος 1873 – +22/04/1889).
  23. Άνθιμος Αναγνωστόπουλος, (Ιούνιος 1889- για λίγο μόνο), +14/9/1889.
  24. Διονύσιος Λάμπρου, από Λιγοβίτσι Ξηρομέρου Αιτωλ/νίας (για λίγο μόνο,+1914)
  25. Γεράσιμος Καλαντζόπουλος, από Δορβιτσά Nαυπακτίας (2/8/1889-1894), από την Μονή Τατάρνας ήλθε.
  26. Χριστοφόρος Παπανδρεόπουλος ή Παπανδρέου, από Δορβιτσά Ναυπακτίας (Οκτώβριος 1894/1896-1897/1899), πρώην ηγούμενος Μονής Τατάρνας, έπειτα Ι.Μ.Κορώνης.
  27. Αθανάσιος Αγγελετόπουλος, από Αγρίνιο, (26/3/1899-28/7/1901 παύτηκε), από τη Μονή Πεντέλης ήλθε.
  28. Δανιήλ Παπαϊωάννου, από Δορβιτσά Ναυπακτίας, (Οκτώβριος 1901-Αύγουστος 1903).
  29. Γεράσιμος Καλαντζόπουλος, από Δορβιτσά Ναυπακτίας (Δεκέμβριος 1903) +1915.
  30. Κωνστάντιος Παπαδημητρίου ή Δημητρίου, από Αράχωβα Ναυπακτίας, 1908, 1909, 1915-1924/+1926).
  31. Γερμανός Σταθογιάννης, από Δοβίτσινο (Σταυροχώρι) Ευρυτανίας, (1924 προσωρινός, 1927-1939).
  32. Καλλίνικος Τσιάπαλος, από Δολιανά Ευρυτανίας (1939), +1942.
  33. Βησσαρίων Ζαρκαδούλας, από Τροβάτο Αγράφων, (1940-1942), πρώην ηγούμενος Μονής Τατάρνας.
  34. Γερμανός Σταθογιάννης, από Δοβίτσινο (Σταυροχώρι) Ευρυτανίας, (1942-1960).
  35. Γρηγόριος Μπουλούκης (1960-1973), μετέπειτα καθηγούμενος Ι.Μ.Αμπελακιωτίσσης Ναυπακτίας.
  36. Γρηγόριος Ζουμής, από Πάρο, (1973-1980), +22-10-2018, ετών 76, ως καθηγούμενος Ι.Μ.Δοχειαρίου Αγίου ΄Ορους.
  37. Χρυσόστομος Δρόσος, από Εμπορείο Θήρας, (1980-2017), +23-07-2020, ετών 83 στην Αθήνα και ετάφη στη Θήρα.
  38. Γεράσιμος Τσιρώνης, από Βράχα Ευρυτανίας, (Φεβρουάριος 2017- Σεπτέμβριος 2020).
  39. Ιωαννίκιος Βαρβαρέλης, από Αλμυρό Βόλου, (Σεπτέμβριος 2020 έως σήμερα, η ενθρόνισή του έγινε την Κυριακή 17/10/2021,  η κουρά του το 1975 στην ενθάδε Μονή.

 (Παναγιώτης Κων. Μπούρος, Σταμνά Μεσολογγίου, 12 Ιουνίου 2024).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

6.     Θαύματα της Παναγίας Προυσιώτισσας

  • Μια γυναίκα από το Μικρό Χωριό Ευρυτανίας που την έλεγαν Χάιδω έχασε το φως της και όσο ήταν μέρα έβλεπε κάτι, ενώ μόλις έπεφτε το σκοτάδι δεν έβλεπε καθόλου κι έπρεπε κάποιος να την οδηγεί. Μια μέρα, στις 18 Νοεμβρίου  1786, έτυχε η γυναίκα αυτή να βρίσκεται σε κάποιο χωράφι και κατά τις οκτώ το βράδυ ένα παιδί την πήρε από το χέρι να την πάει σπίτι της. Καθ’ οδόν σκόνταφτε στις πέτρες και πολλές φορές έπεφτε μπρούμυτα, ώστε να κλαίει όπως ο τυφλός του Ευαγγελίου. Καθώς κάθισαν σε κάποιο μέρος να ξεκουραστούν η τυφλή γυναίκα προσευχήθηκε μέσα από τη λυπημένη της καρδιά: «Κυρία και Δέσποινά μου, Θεοτόκε, Βασίλισσα ουρανού και γης, σε θερμοπαρακαλώ, δώσε μου το φως κι αξίωσέ με να έρθω να προσκυνήσω την αγία εικόνα σου, την Προυσιώτισσα!» Και ω του θαύματος! Αμέσως άνοιξαν τα μάτια της και είπε στο παιδί που ήθελε να την οδηγήσει: «άσε με, παιδί μου, γιατί εγώ τώρα βλέπω πολύ καλά». Κι έφτασε στο σπίτι της μόνη της δοξάζοντας τον Θεό κι ευλογώντας την Παναγία Θεοτόκο! (Κυρίλλου Καστανοφύλλη, «ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», σελ. 51-52).
    • Όπως ομολόγησε ο ίδιος στον Κύριλλο, κάποτε κάποιος Εβραίος περνούσε από το μέρος που είναι το «Τύπωμα» για να πάει στο Αγρίνιο. Τότε άκουσε μια φωνή «Θεοκτόνε! Θεοκτόνε!» και ταυτόχρονα πέτρες έπεφταν προς το μέρος του. Κατατρομαγμένος είπε στον εαυτό του «επειδή είμαι τέτοιος, τώρα μετανοώ κι αποφασίζω να βαπτιστώ». Έτσι σώθηκε από τον κίνδυνο και πηγαίνοντας στη Μυρτιά βαπτίστηκε. Μετά αναχώρησε για τον Άθωνα, όπου έγινε μοναχός με το όνομα Ιωσήφ. (Κυρίλλου Καστανοφύλλη, «ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», σελ. 55).
    • Ένας καραβοκύρης που ταξίδευε με το καράβι του στον ωκεανό έπεσε σε μεγάλη θαλασσοταραχή και το πλοίο του τσακίστηκε σε μια ξέρα κινδυνεύοντας να χαθεί όλο το πλήρωμα. Όλοι έκλαιγαν φοβούμενοι τα χειρότερα. Τότε κάποιος ευλαβής νέος, Νικόλαος, Μεσολογγίτης, λέει στον καραβοκύρη: «Γρήγορα να παρακαλέσεις την Παναγία Προυσιώτισσα να μας σώσει, αλλιώς θα πεθάνουμε όλοι!» Και ω, του θαύματος! Μόλις επικαλέστηκε την Κυρία Θεοτόκο ξεκόλλησε το καράβι κι άρχισε πάλι να πλέει στη θάλασσα που είχε γαληνέψει. Αμέσως όλοι δόξασαν τον Θεό και την Παναγία και ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για το θαύμα αφιέρωσαν στην αγία Εικόνα Της χρυσό κόσμημα σε σχήμα καραβιού. (Κυρίλλου Καστανοφύλλη, «ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», σελ. 58).
    • Ένα αντρόγυνο από το Καρπενήσι είχε έναν πειρασμό που πολύ τους λυπούσε. Όσα παιδιά γεννούσαν όλα πέθαιναν. Ήταν πιστοί άνθρωποι και, παρόλο που τους έλεγαν πολλοί να καταφύγουν στα μάγια, αυτοί στράφηκαν με ελπίδα και προσευχή στην Παναγία Προυσιώτισσα και αποφάσισαν να αποδεχτούν το θέλημά Της, όποιο κι αν ήταν. Η Παναγιά κατά την πίστη τους τούς ευλόγησε και έκαναν πολλά παιδιά. Ευγνώμονες γι’ αυτό, κάθε χρόνο ανέβαιναν στη μονή για να ευχαριστήσουν τη Θεοτόκο και να διαλαλούν το θαύμα! (Κυρίλλου Καστανοφύλλη, «ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», σελ. 59).
    • Το 1790 ένα μωρό από το χωριό Στράνωμα σεληνιαζόταν και σπάραζε από δαιμόνιο. Η μάνα του, Ζαχάρω, πικραμένη πήρε το μωρό και το πήγε στην αγία Εικόνα. Με πολλή πίστη γονάτισε εμπρός στην Παναγιά και το θαύμα έγινε: το μωρό ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο. (Κυρίλλου Καστανοφύλλη, «ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», σελ. 67).
    • Το 1854 εξαπλώθηκε χολέρα στο Αγρίνιο με συνέπεια να πεθαίνουν πολλοί. Οι κάτοικοι τότε κάλεσαν τη θαυματουργή εικόνα της Προυσιώτισσας και με πολλή πίστη και θερμά δάκρυα έκαναν παρακλήσεις. Οι θάνατοι λιγόστευαν και σε λίγες μέρες σταμάτησαν οριστικά. Από ευγνωμοσύνη και σε ανάμνηση του θαύματος γίνεται γιορτή κάθε χρόνο στις 12 Οκτωβρίου. (Κυρίλλου Καστανοφύλλη, «ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», σελ. 82).
    • Στις 22 Αυγούστου 1940, παραμονή της πανηγύρεως, στο τέλος του εσπερινού, ένας δαιμονισμένος νέος, ο Κωνσταντίνος Ράπτης από την Παλούκοβα, έσπασε τις αλυσίδες που τον είχαν δέσει, έσπασε την πόρτα του δωματίου του και τρέχοντας μέσα στο πλήθος βλαστημούσε τα θεία, μιλούσε ασυνάρτητα, απειλούσε… Η δύστυχη μάνα του έτρεχε με τους χωροφύλακες να τον πιάσουν. Δεκάδες άντρες προσπαθούσαν και τελικά τον ξανάκλεισαν σε άλλο δωμάτιο. Αυτός, όμως, έπεσε από το παράθυρο από ύψος 20 μέτρων στο προαύλιο. Όλοι πίστεψαν ότι πέθανε και έκλαιγαν αναστατωμένοι. Η μάνα του άρχισε τους θρήνους. Γονατιστή παρακαλά την Παναγιά για τον γιο της κι όλοι τρέχουν να δουν τι απέγινε ο Κώστας. Κι αυτός σηκώνεται και της φωνάζει «Μάνα, έγινα καλά! Πάμε να προσκυνήσω την Παναγία». Όλοι παρακολουθούν συγκινημένοι. Ο Κώστας συζητά ήρεμος με όλους. Έχει θεραπευτεί εντελώς και γυρνά στο χωριό του. Αυτό το θαύμα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ρουμελιώτης», φύλ. 763/7-9-1940, από τον κ.Σπύρο Στεργίου. («ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», σελ. 101-102).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Πολλά, λοιπόν, είναι τα θαυμαστά περιστατικά και γεγονότα που συνδέονται με το περίπτυστο εικόνισμα της Κυρίας Θεοτόκου της Προυσιώτισσας. Μέχρι σήμερα ο κατάλογος των θαυμάτων ενισχύεται συνεχώς. Καθημερινά η παρουσία της Προυσιώτισσας είναι αισθητή, όπως μάς αποκάλυψε ο σημερινός ηγούμενος Αρχιμ. Ιωαννίκιος, που αποδεικνύει από τη μια την πίστη και την ευλάβεια των χριστιανών κι από την άλλη την αμείωτη χάρη και αγάπη της Μητέρας Παναγίας προς το ανθρώπινο γένος και το Παναγιόφιλο ελληνικό γένος. Αδιάψευστος μάρτυρας τα αναρίθμητα πλήθη των προσκυνητών που συρρέουν συνεχώς, είτε για να παρακαλέσουν και να ζητήσουν την αντίληψή Της, είτε για να ευχαριστήσουν για την παρακλητική επέμβασή Της στον πόνο και τις δοκιμασίες τους, κρατώντας στα χέρια τους το τάμα τους! Όλους τους υποδέχεται ο Άγιος Καθηγούμενος με ένα πλατύ χαμόγελο και με ιερό ενθουσιασμό τους μιλά για την Προυσιώτισσα Παναγία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τις ημέρες που πανηγυρίζει το μοναστήρι βλέπει κανείς ανθρώπους κάθε ηλικίας να το προσεγγίζει κάνοντας πολύωρο και κοπιαστικό ταξίδι πεζή. Τον κόπο και τον ιδρώτα του καυτού Αυγουστιάτικου ήλιου διαδέχεται η πνευματική δροσιά και αναψυχή που χαρίζει η ιλαρή και γλυκιά μορφή της Προυσιώτισσας. Ένας ηλικιωμένος πορεύεται με το δισάκι του στον ώμο. Τον ακολουθεί «ξυπόλυτη» μια νεαρή μάνα με το μωρό της «ζαλίγκα» στην πλάτη. Δίπλα περπατά ο σύζυγός της κρατώντας λαμπάδες ίσα με το μπόι τους, το τάμα τους! Σε κάθε κρίσιμη στιγμή μοναδικό καταφύγιο η Παναγιά! Μια ιερή υπόσχεση για να προστρέξει, να βοηθήσει. Μικρά παιδιά τρέχουν. Ενήλικες συζητούν στην πεζοπορία τους για τα τρέχοντα ζητήματα. Κάποιος τραγουδά κλέφτικα τραγούδια της λευτεριάς! Πλησιάζοντας, οι οδοιπόροι πληθαίνουν. Γίνονται ευλογημένο καραβάνι. Αντικρίζουν  το μεγαλόπρεπο, αρχοντικό κι εντυπωσιακό μοναστήρι. Η πόρτα του πάντοτε ανοιχτή, όπως κι η αγκαλιά της Παναγιάς. Δέχεται καθημερινά τους πάντες. («Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», σελ. 135). Ένα λουκούμι, λίγη αρτοκλασία, ένα κομμάτι πρόσφορο πάντοτε προσφέρονται στους προσκυνητές που οδηγούν τα βήματά τους στη Χάρη Της!

Ας Την ευλογούμε, λοιπόν, και ας Την επικαλούμαστε συνεχώς στη ζωή μας, απευθύνοντας σε Εκείνη την ταπεινή, αλλά ολόθερμη ικεσία: «της Ελλάδος απάσης συ προΐστασαι πρόμαχος και τερατουργός εξαισίων τη εκ Προύσσης εικόνι Σου, Πανάχραντε Παρθένε Μαριάμ, και γαρ φωτίζεις εν τάχει τους τυφλούς δεινούς τε απελαύνεις δαίμονας και παραλύτους δε συσφίγγεις αγαθή. Κρημνών τε σώζεις και πάσης βλάβης τους σοι προστρέχοντας. Δόξα τω σω ασπόρω τοκετώ, δοξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα το ενεργούντι δια σου τοιαύτα θαύματα». ΑΜΗΝ!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. «Το Μοναστήρι της Παναγιάς στον Προυσό», έκδοση Ε.Τζαφέρη, Αθήνα 1997
  2. «ΙΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας», έκδοση Ιεράς Μονής Προυσσού, Αθήνα 2009
  3. Αρχιμ. Δοσιθέου Προυσιώτου, «Κύριλλος ο Καστανοφύλλης», εκ των εκδόσεων «Γρηγόρη», εν Αθήναις 1965
  4. Πηνελόπης Σάλτα-Κολλιαλή, «Ιστορικά Προσκυνήματα της Παναγίας ανά την Ελλάδα», εκδόσεις Νάστου
  5. Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της Ι.Μ.Παναγίας Προυσιώτισσας