Κραγιόπουλος Συμεών, Ἱερεύς(+).
Κάθε ἄνθρωπος ἔρχεται στὸν κόσμο αὐτὸ μὲ καταβολές. Μπερδεύονται ὅμως τὰ πράγματα, καὶ δὲν μπορεῖ πολύ-πολὺ νὰ ξεκαθαρίσει κανεὶς τί ἀκριβῶς ἔχει τὸ παιδὶ ὡς καταβολές, ὅταν ἔρχεται στὸ κόσμο, καὶ τί προστίθεται ὕστερα ἀπ’ ἔξω.
Μιὰ νευρωτικὴ μητέρα, ἂν ἐπιτρέπεται νὰ ποῦμε ἔτσι, λίγο πολὺ θὰ δώσει ἀνάλογες καταβολὲς στὸ παιδί της, καὶ ἑπομένως θὰ ὑπάρχει μιὰ ἀνάλογη προδιάθεση μέσα στὸ παιδὶ ἀπὸ τὴ ρίζα του. Ἀλλὰ δὲν ξέρουμε πόσο δίνει, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ παιδὶ ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει μέσα της καὶ καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς κυοφορίας, καὶ πόσο μετὰ τὴ γέννησή του, τὴν ὥρα ποὺ τοῦ μιλάει, τὴν ὥρα ποὺ τὸ μαλώνει, ὁπότε ἀναγκάζεται τὸ παιδὶ νὰ ζεῖ μέσα σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα ποὺ δημιουργεῖ αὐτὴ ἡ νευρωτικὴ μητέρα. Ἔτσι, καθὼς μεγαλώνει τὸ παιδὶ καὶ γίνεται πέντε, ἕξι, δέκα χρόνων, μοιάζει τὴ μητέρα του· ἔχει ἀρχίσει δηλαδὴ νὰ ἔχει νευρωτικές, τρόπον τινά, ἐκδηλώσεις, κομπλεξικὲς ἐκδηλώσεις. Καὶ διερωτόμαστε: Εἶναι ἔτσι τὸ παιδί, ἐπειδὴ γεννήθηκε ἀπὸ μιὰ τέτοια μητέρα, ἢ εἶναι ἔτσι, ἐπειδὴ τὸ μεγάλωσε μιὰ τέτοια μητέρα;
Αὐτό, εἴπαμε, εἶναι πολὺ μπερδεμένο· δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ξεκαθαρίσουμε καὶ νὰ δοῦμε πόσο τὸ παιδὶ πῆρε ἀπὸ δῶ καὶ πόσο πῆρε ἀπὸ κεῖ. Πάντως, μποροῦμε νὰ ποῦμε δύο πράγματα μὲ πολλὴ σιγουριά.
Πρῶτον, ὅτι ὁπωσδήποτε κάτι παίρνει τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει. Κάτι παίρνει ὡς κληρονομικότητα. Πόσο; Δὲν ξέρουμε.
Καὶ δεύτερον, ὅτι τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς εἶναι πολὺ λιγότερη ἡ κληρονομικότητα, ἀπὸ ὅσο ἐμεῖς νομίζουμε. Τὰ πιὸ πολλὰ τὸ παιδὶ τὰ παίρνει μετὰ τὴ γέννηση, ἀπὸ τὴν πρώτη ὥρα ποὺ ἡ μητέρα τοῦ χαμογελᾶ νευρωτικά – μιλᾶμε γιὰ νευρωτικὴ μητέρα – καὶ στὴ συνέχεια, γιὰ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο. Ὄχι γιατί ἡ μητέρα θέλει νὰ κάνει τὸ κακὸ· ὄχι. Ἄθελά της, ἐν ἀγνοίᾳ της γίνεται ἔτσι. Πάντως, τὸ παιδὶ παίρνει. Καὶ αὐτὰ τὰ πρῶτα βιώματα, οἱ πρῶτες ἐπιδράσεις καὶ οἱ πρῶτοι ἐπηρεασμοί, ποὺ δέχεται ἀπὸ τὴ μητέρα του, ἀφήνουν μιὰ τέτοια σφραγῖδα μέσα στὴν ὕπαρξή του, ποὺ φαίνονται ὅτι εἶναι κληρονομικά, ἐνῷ δὲν εἶναι.
Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτό: φαίνονται ὅτι εἶναι κληρονομικά. Καὶ μάλιστα, ὅταν θελήσει νὰ τὰ ξεριζώσει κανεὶς ἀργότερα, ξεριζώνονται τόσο δύσκολα, σὰν νὰ εἶναι κληρονομικά. Ὡστόσο, ἔχει μεγάλη σημασία ὅτι δὲν εἶναι κληρονομικά, ἀλλὰ εἶναι ἐπίκτητα, διότι, ὅταν ἔστω κάποτε ἡ μητέρα καταλάβει τὶ τῆς συμβαίνει καὶ μπορέσει ἡ ἴδια νὰ γλιτώσει, νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴ νευρωτική της κατάσταση, καὶ ἐν συνεχείᾳ προσπαθήσει νὰ ἐπιδράσει ἀνάλογα στὸ παιδί, τότε θὰ τὸ ἐπηρεάσει κατὰ ἕναν καινούργιο θετικὸ τρόπο.
Ἐδῶ πρέπει ἀκόμη μία φορὰ νὰ τονίσω αὐτὰ τὰ δύο πράγματα, ποὺ πάντοτε συνυπάρχουν μέσα στὸν κάθε ἄνθρωπο, καὶ σ’ ἐμᾶς ἀκόμη ποὺ εἴμαστε μεγάλοι, ἀλλὰ καὶ στοὺς γέροντες: τὴν κληρονομικότητα ἀφ’ ἑνός, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ πήραμε ὡς καταβολή, ἀπὸ τότε ποὺ ἤλθαμε στὴν ὕπαρξη, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκεῖνο ποὺ ἀφήνει ἐπάνω μας τὸ περιβάλλον, τὴ σφραγῖδα ποὺ βάζει τὸ περιβάλλον ἐπάνω μας.
Ἂν μάλιστα αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ δοῦμε ἐν Χριστῷ, θὰ ποῦμε ὅτι ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἐπίδραση τῶν χριστιανικῶν γνώσεων ποὺ προσφέρει τὸ περιβάλλον, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὴν ἐπίδραση τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία σχηματίζεται ὁ Χριστός, μορφώνεται ὁ Χριστός, μορφώνεται ὁ νέος ἄνθρωπος μέσα στὸ παιδί, τὸ ὁποῖο ἔχει τὴν ὁποιαδήποτε κληρονομικότητα.
Ἑπομένως, οἱ γονεῖς, καθὼς θὰ βρεθοῦν μπροστὰ στὸ ἄλφα ἢ βῆτα παιδί τους μὲ τὴν ἄλφα ἢ βῆτα κληρονομικότητα καὶ τὶς ἄλφα ἢ βῆτα καταβολές, ποτὲ νὰ μὴν τρομάξουν καὶ ποτὲ νὰ μὴν ποῦν: «Ἔτσι ποὺ εἶναι τὸ παιδί, ἔτσι ὅπως ἦλθε στὸν κόσμο, τί νὰ κάνω; Δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε· καὶ ἂν κάνω, μικρὰ πράγματα θὰ κάνω». Ποτὲ νὰ μὴ σκεφθοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ κληρονομικότητα – τὸ τονίζουμε αὐτό – ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ ζωντανὸ ἄνθρωπο, ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ ὄν ποὺ εἶναι προσωπικότητα, ἀπὸ τὴν πρώτη του στιγμὴ αὐτὸ τὸ ζωντανὸ ὄν, αὐτὸς ὁ νέος ἄνθρωπος, μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ καὶ νὰ ἀλλοιωθεῖ πρὸς τὸ καλύτερο.
Πρέπει ὅμως νὰ τονίσουμε καὶ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅτι, ὅσο κι ἂν ἀλλάξει ἕνα παιδὶ μὲ τὴν ἐπίδραση τοῦ περιβάλλοντος, ὅσο κι ἂν τὸ βοηθήσουμε, ὅσο κι ἂν ἐπηρεάσουμε τὶς καταβολές του, τὴν κληρονομικότητά του, μὲ ὅποιους τρόπους κι ἂν χρησιμοποιήσουμε, ὅσο κι ἂν βελτιωθεῖ, ὅση ἐπιτυχία κι ἂν ἔχουμε, τελικὰ μένει ἡ καταβολή, μένει αὐτὸ τὸ ὁποῖο λέγεται κληρονομικότητα. Καὶ μένει μάλιστα σὰν ρίζα, σὰν θεμέλιο· καὶ παραμένει στὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα. Μὲ μόνη τὴ διαφορὰ ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ γίνεται μιὰ ἀνακατασκευὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ πάσης ἀπόψεως – στοὺς πιὸ πολλούς, φαίνεται, γίνεται κυρίως κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου – καὶ ἔτσι εἰσέρχεται στὴν αἰώνια βασιλεία ὁ χριστιανός. Βέβαια, ὁ καθένας μὲ τὸν δικό του τύπο, μὲ τὴ δική του προσωπικότητα, ἔτσι ποὺ δὲν θὰ μοιάζει ποτὲ ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο ἀκόμη καὶ στὴν αἰώνια βασιλεία. Ὅμως, εἰσέρχεται ὡς νέος ἄνθρωπος, χωρὶς ἐπιβαρύνσεις ἀπὸ ἀπόψεως καταβολῶν, χωρὶς δηλαδὴ ἐπιβαρύνσεις κληρονομικές.