ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.

     Το Άγιο Όρος αποτελεί την κιβωτό του ορθόδοξου μοναχισμού εδώ και χίλια χρόνια. Αποτελεί δε δημιούργημα ενός μεγάλου άνδρα της Εκκλησίας μας, του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου. Αυτός υπήρξε ο πρώτος κτήτορας κοινοβιακής μονής στον Άθωνα, της σεβάσμιας Μονής της Μεγίστης Λαύρας. 

      Γεννήθηκε το 930 μ. Χ. στην Τραπεζούντα του Πόντου από γονείς που είχαν έρθει από τη μακρινή Αντιόχεια. Δυστυχώς πέθαναν νωρίς. Ο πατέρας του πριν γεννηθεί ο Αθανάσιος και λίγο καιρό αργότερα η μητέρα του. Πριν πεθάνει η μητέρα του βάπτισε το νεογέννητο αγόρι και του έδωσε το όνομα Αβράμιος. Μια ευσεβής φίλη της και μοναχή, ανάλαβε να μεγαλώσει το ορφανό. Το φρόντιζε σαν δικό της παιδί και του ενέπνευσε την πίστη στο Θεό, την ευσέβεια και την αγάπη για το μοναχικό ιδεώδες. Όμως και αυτή, όταν ήταν επτά χρονών το παιδί, αρρώστησε και πέθανε. Κάποιοι άλλοι συγγενείς το περιμάζεψαν και το φρόντισαν ώσπου να ενηλικιωθεί. Τον έστειλαν μάλιστα να σπουδάσει στα ονομαστά σχολεία της περιοχής.

      Περί το 950 ήρθε στην Κωνσταντινούπολη για να συμπληρώσει τις σπουδές του, τον οποίο φιλοξένησε και φρόντισε μια πλούσια εξαδέλφη του, σύζυγος ανωτέρου αξιωματικού του βυζαντινού στρατού, Ζεφινεζέρ. Σπούδασε στη σχολή του ονομαστού φιλοσόφου και δασκάλου Αθανασίου. Μάλιστα ήταν τέτοια η επίδοσή του, ώστε μετά την αποφοίτησή , ανάλαβε καθήκοντα διδάσκοντος στη σχολή. 

Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρισθεί με έναν άγιο άνθρωπο, τον όσιο Μιχαήλ Μαλεΐνο,  ηγούμενο της μονής Κυμινά της Βιθυνίας στη Μικρά Ασία. Ο Μιχαήλ διέκρινε ότι στην ψυχή του νεαρού Αβράμιου ήταν κρυμμένος ο πόθος της μοναχικής ζωής και ασκήσεως. Γι’ αυτό και του δίδαξε τους κανόνες της μοναχικής ζωής. Αλλά την ίδια περίοδο είχε και μια άλλη γνωριμία, η οποία θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στην κατοπινή του πορεία, τον ανεψιό του μοναχού Μιχαήλ, Νικηφόρο Φωκά, τον μετέπειτα αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

       Ο Αβράμιος ακολούθησε τον Μιχαήλ στη Μονή του, όπου εκάρη μοναχός και έλαβε το μοναχικό όνομα Αθανάσιος. Έδειξε δε μεγάλο ζήλο για τη μοναχική ζωή και απέκτησε πλούσια πνευματική καρποφορία. Μετά από τέσσερα χρόνια αποσύρθηκε στην έρημο, για μεγαλύτερη άσκηση, κάθαρση και πνευματικό αγώνα. Μόνο που ο ηγούμενος Μιχαήλ τον όρισε ως πνευματικό πατέρα και καθοδηγητή του Νικηφόρου Φωκά. Ύστερα από λίγο καιρό, πλήθος ανθρώπων από τη γύρω περιοχή έτρεχε στο ερημητήριό του για να εξομολογηθεί και να ζητήσει τις πνευματικές του συμβουλές και να πάρει την ευλογία του.

      Αυτό όμως δεν άρεσε στον ασκητή Αθανάσιο, διότι, λόγω της ταπεινότητάς του, δεν πίστευε ότι ήταν ικανός για μια τέτοια πνευματική ακτινοβολία. Η κοσμική φήμη τον αρρώσταινε. Γι’ αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση να καταφύγει στον απομονωμένο τότε Άθωνα, σε κάποιο μοναστήρι, του Ζυγού, όπου συστήθηκε ως μοναχός Βαρνάβας. Αλλά ύστερα από λίγο καιρό έγινε γνωστή η ταυτότητά του. Μάλιστα μαθεύτηκε η νέα του διαμονή και ως την Κωνσταντινούπολη, στον Νικηφόρο Φωκά, ο οποίος έχασε τον πολύτιμο πνευματικό του πατέρα. Μετέβηκε μάλιστα στον Άθωνα για να τον συναντήσει και να του εκμυστηρευτεί την επιθυμία του να γίνει και εκείνος μοναχός κοντά του. Δεν είχε γίνει ακόμη αυτοκράτορας, ήταν ανώτερος αξιωματικός (δομέστικος) του στρατού. Το 960 του ανατέθηκε να εκστρατεύσει εναντίον των Αράβων, οι οποίοι είχαν καταλάβει την Κρήτη και έσφαζαν τον εκεί πληθυσμό. Ένα χρόνο αργότερα, αφού νίκησε τους εισβολείς και απελευθέρωσε το νησί, γύρισε με πλούσια λάφυρα, μέρος των οποίων έδωσε στον Αθανάσιο για να κτίσει μοναστήρι στον Άθωνα.  

      Το 963, τη χρονιά που ο Νικηφόρος έγινε αυτοκράτορας, αρχίζει η ανοικοδόμηση του τεραστίου συγκροτήματος της Μονής Μεγίστης Λαύρας, της οποίας έγινε ηγούμενος ο Αθανάσιος. Στον άλλοτε έρημο εκείνο τόπο κτίσθηκε τώρα μια μικρή πολιτεία. Γύρο από το καθολικό της Μονής κτίσθηκαν κελιά, μαγειρείο, τράπεζα, νοσοκομείο, ξενώνες, εργαστήρια, αποθήκες, νερόμυλος, υδραγωγείο, κλπ. Πολλοί μοναχοί και ερημίτες της περιοχής ήρθαν να επανδρώσουν το λαμπρό μοναστήρι. Ο άγιος Αθανάσιος, με βάση τους μοναχικούς κανόνες της αρχαίας Εκκλησίας, σύνταξε νέους κανονισμούς κοινοβιακού μοναχισμού, οι οποίοι θα αποτελέσουν κατόπιν τη βάση του αγιορείτικου μοναχισμού. Έτσι ο άγιος Αθανάσιος θεωρείται ο θεμελιωτής του.

      Ποίμανε τη Μονή για σαράντα περίπου χρόνια και ευτύχησε να φτάσει ακόμα και τους χίλιους μοναχούς. Ο Νικηφόρος Φωκάς είχε εκδηλώσει την  επιθυμία να αφήσει το θρόνο και να ντυθεί το μοναχικό σχήμα στη Μονή του Αθανασίου, όμως τον πρόλαβε η φρικτή δολοφονία του το 969 από τον ανεψιό του Ιωάννη Τσιμισκή.

      Περί το 1004, κατά διάρκεια οικοδόμησης κάποιου παρεκκλησίου της Μονής, κατέρρευσε ένα μέρος του τρούλου και καταπλάκωσε τον Αθανάσιο, ο οποίος λίγες μέρες μετά, κοιμήθηκε εν ειρήνη. Η μνήμη του εορτάζεται στις 5 Ιουλίου.

      Είναι πολύ σημαντικό να προβάλλονται στις μέρες μας μορφές της Εκκλησίας μας, σαν τον άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, διότι αποτελούν πρότυπα ζωής για τον σύγχρονο αποπροσανατολισμένο πνευματικά άνθρωπο.  Άγιοι, σαν τον άγιο Αθανάσιο, βίωσαν με συνέπεια την ασκητική του ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους, η οποία είναι το μοναδικό αντίδοτο στον δικό μας καταναλωτικό βαρβαρισμό, ο οποίος ευθύνεται πρωτίστως για την σύγχρονη παγκόσμια οικονομική (και όχι μόνο) κρίση. Ειδικά ο αγιορείτικος κοινοβιακός μοναχισμός, τον οποίο θεμελίωσε ο άγιος Αθανάσιος, αποτελεί το νοητό πνευματικό φάρο και την ελπίδα για μια καλλίτερη και ανθρωπινότερη κοινωνία, στα πρότυπα του ορθοδόξου τρόπου ζωής και  πολιτείας.

ΤΟ ΟΣΙΑΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ

    […] Αναγκαίο και ωφέλιμο είναι να ομιλήσουμε περί του μαρτυρικού και οσιακού τέλους του οσίου Αθανασίου, ο οποίος αξιώθηκε να θυσιασθεί «ὑπὲρ τῆς ποίμνης αὐτοῦ». Επειδή, λοιπόν, πολλοί ήσαν εκείνοι που προσέρχονταν σ’ αυτόν «ἐκ παντὸς μέρους τῆς οἰκουμένης» για να χειραγωγηθούν «πρός ἀρετήν» και να τύχουν ψυχικής σωτηρίας, εκείνος, λόγω του πλήθους των μοναχών, αποφάσισε να κτίσει ευρυχωρότερο ναό. Ενώ λοιπόν, η ανοικοδόμηση του ναού βρισκόταν στην τελική της φάση και χρειαζόταν να γίνει η ολοκλήρωση της κατασκευής του ιερού Βήματος, ο ιερός Πατήρ ετοιμαζόταν να αρχίσει το έργο τούτο.

     Και πρώτα πρώτα συγκάλεσε την αδελφότητα σε σύναξη στην οποία ανέγνωσε ένα απόσπασμα από τις Κατηχήσεις του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Μετά προσέθεσε και τη δική του νουθεσία, λέγων: «δελφοί μου, καί τέκνα προσέχωμεν αυτος καί τς γλώσσης κρατμεν· κρεσσον γάρ φ’ ψους πό γλώσσης πεσεν. Προσδοκμεν δέ εί καί πειρασμόν, τι διά πειρασμν καί θλίψεων δε μς εσελθεν ες τήν βασιλείαν τν ορανν. πί δέ τ μέλλοντι πευκταί μηδόλως σκανδαλισθήσεσθε, λλ κα λίαν συμφέρον μν τοτο νομίσατε· λλως γρ τος νθρώποις νοονται τ ρώμενα κα λλως Θε οκονομονται»«Αδελφοί μου», είπε ο ιερός Πατήρ, «και τέκνα να προσέχουμε τον εαυτό μας και να συγκρατούμε τη γλώσσα μας. Είναι καλύτερο να πέσει κανείς από μεγάλο ύψος παρά να ξεπέσει με τη γλώσσα του· πάντοτε δε προσδοκούμε ότι θα περιπέσουμε σε πειρασμό, καθότι με πειρασμούς και θλίψεις θα εισέλθουμε στη βασιλεία των ουρανών. Για το αναπόφευκτο δε μελλοντικό γεγονός να μη σκανδαλισθείτε, αλλά να το θεωρήσετε ότι πολύ θα σας ωφελήσει αυτό».

    Η ομιλία αυτή ενέβαλε σε απορία τους πατέρες, οι οποίοι διαπορούσαν τι ήθελε να πει με τους λόγους αυτούς ο όσιος. Στη συνέχεια και μετά το τέλος της συνάξεως, αφού εφόρεσε τα μοναχικά του ενδύματα, το σχήμα του μοναχού και το «ερώτατον κουκούλιον το μακαριωτάτου ατο πατρός» οσίου Μιχαήλ του Μαλεΐνου, το οποίο συνήθιζε να φορά κατά τις μεγάλες δεσποτικές εορτέςόποτε κοινωνούσε των αγίων του Χριστού μυστηρίων, εφανέρωσε «φαιδρόν και χαίρον το πρόσωπόν του», γεγονός που εξέπληξε όλους για το ασυνήθιστο θέαμα.

    Κατόπιν, αφού προσευχήθηκε επί πολύ στο κελί του, πήρε μαζί του έξι αδελφούς και ανεβαίνοντας «τὴν τεκτονικὴν κλίμακα», έφθασε στο ύψος της οικοδομής. Αμέσως κατέρρευσε το τμήμα εκείνο του ναού εντός του ιερού Βήματος και συμπαρέσυρε τόν Όσιο καί τούς έξι αδελφούς. Καί οι μεν πέντε «αθωρόν (:αμέσως), τάς ψυχάς τν Θε παρέθεντο».

    Ο δε ιερός Πατήρ και ο μοναχός Δανιήλ, ο οικοδόμος, επέζησαν εν μέσω των ερειπίων.Επί τρίωρο ακουγόταν η φωνή του Πατρός. · «Κύριε ησο Χριστέ, βοήθει μοι, δόξα σοι Θεός».

      Εξαιτίας της πτώσεως, συγκεντρώθηκαν οι αδελφοί και με χέρια και πόδια και νύχια, όπως λέει ο λόγος, προσπαθούσαν με δακρύων και θρήνων να ανασύρουν από τα ερείπια, τον Πατέρα και τους λοιπούς αδελφούς. Βρήκαν ήδη τον Όσιο «ν Κυρί τελειωθέντα» και η μεν κεφαλή να εγγίζει το ιερό σύνθρονο επί του εδάφους, τα δε χέρια εσταυρωμένα επί του στήθους και οι πόδες σε στάση που να δείχνει ότι εβάδιζε προς τον ουρανό. Το πολυπαθές και πολύαθλο σώμα ήταν σώο, «ν μηδενί λειπόμενον». Στο δεξί του πόδι υπήρχε μία πληγή, εκ της οποίας έρρεε ολίγον αίμα.

     Αφού εσήκωσαν και απέθεσαν το ιερό σκήνος σε κλίνη, έκλαιγαν και θρηνούσαν διότι έχασαν τον πνευματικό οδηγό («τόν κυβερνήτην ζημιούμενοι»), απώλεσαν τον ιατρό της ψυχής, στερήθηκαν τον παιδαγωγό, κατηγορώντας και ταλανίζοντες τους εαυτούς των διότι ο κατ’ αυτούς δίκαιος απέθανε με θάνατο ανάξιο για αγίους. Όμως γνωρίζω πολύ καλά ότι απέθανε «λίαν ξιον… τς κείνου ψυχς» (:αντάξιο της αγίας του ψυχής). Διότι και εδώ μιμήθηκε «τόν θλοθέτην ατο Χριστόν», ο οποίος με την θέλησή Του απέθανε υπέρ εκείνων που νέκρωσαν χάριν Αυτού τις αμαρτίες των. Αυτό δε το μαρτυρικό και επώδυνο τέλος όχι μόνο το επεσήμανε στην προ του τέλους του Κατήχηση, αλλά και στον μοναχό Αντώνιο, «τ οκειοτάτ ατο μαθητ τό προεπε», λέγοντας: «Την προγραμματισμένη επίσκεψη στην βασιλεύουσα για την εκτέλεση της διακονίας μας, Αντώνιε, εσύ πρέπει να κάνεις εξ ανάγκης. Διότι εγώ μου φαίνεται ότι ποτέ πλέον δεν θα δω τον βασιλέα».

      Θρηνούσαν λοιπόν εκείνοι την στέρηση του Πατρός, αλλά μετά ταύτα και σ’ αυτούς το πένθος μεταβλήθηκε «ες ορτήν», και αυτή η εορτή, και των πανηγύρεων η μεγίστη. Εξέθεσαν λοιπόν το σεπτό του λείψανο σε κοινή προσκύνηση επί τριήμερο. Η κοίμησή του δε έγινε την 5ην Ιουλίου.

                Η ΠΑΝΔΗΜΟΣ ΚΗΔΕΙΑ

    Επειδή, όμως, έπρεπε να έλθει να δει τον Πατέρα και να αποδώσει τις επικήδειες τιμές άπασα «ἡ πληθύς τῶν πατέρων» του Όρους, παρέμεινε άταφος επί τριήμερο, κατά το οποίο οι πατέρες της Λαύρας ανέμεναν «τόν θροισμόν» αυτών για να αποδώσουν «τήν φειλομένην ατ πιτάφιον μνωδίαν». Κατά το τριήμερο δε τούτο διάστημα η ιερά σορός «ναλλοίωτος ν, οκ γκον, ο μελανίαν, οκ ηδίαν (:δυσωδία) φέρων». Δηλαδή δεν παρουσίαζε τα συνήθη συμπτώματα αποσυνθέσεως ενός νεκρού ανθρώπου.

    Ήσαν δε τότε στο Άγιο Όρος περί τους 3.000 μοναχούς. Έτσι, «ἡ τοῦ Ὄρους γερουσία», πληροφορηθείσα «τήν κοινήν συμφοράν» και λυπηθείσα για τον θάνατο του Οσίου, γνωστοποίησε στον προεστώτα της Μονής ότι θα μεταβεί στη Λαύρα για να προσκυνήσει το ιερό λείψανό αυτού και «τήν ἐπιτάφιον αὐτῷ ᾆσαι ᾠδήν».

     Ενώ, λοιπόν, είχαν συγκεντρωθεί και τελούσαν την επικήδειο ακολουθία, κάποιος ευλαβής γέρων, ονόματι Βασίλειος, βλέπει να ρέει αίμα από το πόδι «το ερωτάτου πατρός», το οποίο τραυματίσθηκε κατά την πτώση, γεγονός που θεωρήθηκε ως θαύμα «μέγα κα περφυέστατον». Διότι ποιος νεκρός, μετά από τρεις ημέρες, θα έσταζε ρανίδες αίματος από την δημιουργηθείσα πληγή; Αυτό συνέβη μόνον στο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όταν είχε προσηλωθεί επί του Σταυρού. Και όχι μόνον τούτο, αλλά «κα τ πρόσωπον ατο δοξάσθη ατ τ ρ κα γέγονεν σε χιών». Ο γέρων Βασίλειος αμέσως έσκυψε «τῷ ἱερωτάτῳ ποδί» και είδε το τραύμα, το εσπόγγισε με χειρομάνδηλο και εξαίφνης άρχισε να τρέχει αίμα σαν από πληγή. Όλοι δε έσπευσαν να λάβουν και «χρίοντο ες ψυχν καί σωμάτων ασιν».

    Αφού ετέλεσαν τούς νενομισμένους ψαλμούς και «τήν ἐπιτάφιον ὑμνωδίαν», ενταφίασαν «τό πολύαθλον σῶμα καί σκεῦος τοῦ πνεύματος», ως «μέγαν λβιον καί θησαυρόν συλον».

                 Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΑΝΙΗΛ

    Από τα συντρίμματα της οικοδομής, έβγαλαν τα νεκρά σώματα των πέντε αδελφών και τα εκήδευσαν. Επίσης, εξήγαγαν από τα ερείπια και τον μοναχό Δανιήλ, ο οποίος είχε απλώς τραυματισθεί και ήταν ο μόνος που επέζησε.

   Ο μοναχός αυτός, ενώ εργαζόταν κατ’ εντολή του Οσίου για την ανοικοδόμηση των κελίων του καλλιγράφου μοναχού Ιωάννου, είχε δει το εξής όραμα, το οποίο και διηγήθηκε σ’ αυτόν, τρία χρόνια προ της κοιμήσεως του Οσίου«Είδα, λοιπόν», λέγει, «ότι ήλθε στη Λαύρα απεσταλμένος του βασιλέως, ο οποίος εκάλεσε στα βασίλεια τον Πατέρα, και αμέσως έφυγε από τη Μονή μαζί με έξι αδελφούς, μεταξύ των οποίων ήμουν και εγώ. Όταν, λοιπόν, εφθάσαμε στην πύλη, δια της οποίας θα εισερχόμεθα στα βασίλεια, ο Πατήρ μαζί με τους πέντε αδελφούς εισήλθε στο παλάτι, αλλά εγώ έμεινα εκτός και ‘’εθρήνουν σφόδρα και γοερώς έκραζον’’. Και αυτό γιατί ο χωρισμός του γέροντα και ο αποκλεισμός της μετ’ αυτού εισόδου στα βασίλεια με έθλιβε και με έφερνε σε παραλογισμό.

   Τότε, άκουσα κάποιον από μέσα να λέγει: ‘’Εις μάτην θρηνείς, άνθρωπε, για σένα θα είναι στο παντελές άβατα και αθέατα όλα αυτά εδώ, εάν δεν σου χαρίσει την εδώ είσοδο εκείνος, μετά του οποίου είχες έλθει’’. Όταν άκουσα τα λόγια αυτά, έκλαια γοερά και θρηνούσα. Αλλά αμέσως παρουσιάσθηκε ο Πατήρ, «το γλυκύ και φαιδρόν πράγμα και όνομα». Με έπιασε από το χέρι το δεξιό και με οδήγησε στον βασιλέα. Με τον τρόπο αυτό αξιώθηκα να τον δω και να τον προσκυνήσω». Αυτό ήταν σε γενικές γραμμές το όραμα. Και τα πράγματα εξελίχθηκαν σύμφωνα με αυτό. Εισήλθε λοιπόν ο Πατήρ και οι πέντε αδελφοί στη βασιλεία του Θεού και μετά από λίγο χρόνο και ο οικοδόμος μοναχός Δανιήλ.

                    Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ

     Έτερος γέρων ευλαβής, είδε όραμα, σύμφωνα με το οποίο προείδε ότι ο Όσιος θα γίνει Σαββαΐτης μετά την ανοικοδομή του ναού και θα επισφραγίσει την ανέγερσή του με μαρτυρικό θάνατο. «Καί πολλά μέν ν τις επεν χοι (:θα έλεγε κανείς) περί ατο τοιουτότροπα (:παρόμοια), μνήμης ξια καί τν ερημένων ξιεπαινετώτερα, πολλος μέν ραθέντα καί πολλος μέχρι το νν δόμενα, μν δέ διά τό πλθος παρώμενα (:αποσιωπώμενα)».

    Κανείς, όμως, να μην απορεί και να μην εκπλήσσεται για τον μαρτυρικό θάνατο και να «θαυμάζει τον τρόπον της εκδημίας του οσίου Πατρός, εξετάζοντας την άπειρον των θείων κριμάτων άβυσσον». Διότι και άλλοι άγιοι υπέστησαν «οκτιστον θάνατον», ως « μείζων ν γεννητος γυναικν» Τίμιος Πρόδρομος. Είναι βέβαια απορίας άξιον, «πς πέρτιμος κείνη καί γγέλοις ατος αδέσιμος κεφαλή το τς δεσποτικς κεφαλς ψαμένου, φαύλ γυναικί φαύλων ρώτων καί ρχήστρας μισθός θλον δίδετο» (:Είναι να απορεί και να εξίσταται κανείς, πώς η υπέρτιμη και υπερένδοξη, ακόμη και πάνω από τους αγγέλους, κεφαλή, που ψηλάφισε την κεφαλή του Δεσπότη Χριστού, να δίδεται σαν βραβείο-τίμημα στον χορό και τον φαύλο έρωτα μιας διεφθαρμένης γυναικός).

   Αλλά προς τι όλα αυτά; Μήπως και ο Χριστός δεν έπαθε παρόμοια για τη σωτηρία τη δική μου και των ανθρώπων; Μιμητής και τύπος αυτού υπήρξε ο Όσιος. Αυτού «το μεγάλου καί πρώτου ποιμένος καί ποιμενάρχου», ο οποίος θυσίασε τον εαυτό του «ες ντίλυτρον τος τέκνοις» αυτού.

   Εάν κάποιος αμφιβάλλει και αμφισβητεί και απαιτεί ως απόδειξη την αναλογία των τύπων, ιδού λοιπόν: «χει τό τριήμερον ες ντίτυπον (:τύπον), τό το σώματος διάφθορον, τό το αματος ατόρρυτον, τό το σώματος πάλιν σον… οδέν τν στν εχε συντετριμμένον, τν ρώντων καί ρωμένων τό ξιόπιστον, πό μαρτύσιν ο πεντακοσίοις, λλά πεντάκις πεντακοσίοις τελουμένων»

    Ο όσιος Αθανάσιος αναδέχθηκε το μαρτυρικό τέλος από αγάπη προς τα πνευματικά του παιδιά, όπως ο Απόστολος Παύλος και σύμφωνα με όσα σχετικά με αυτό διδάσκει ο όσιος Μάρκος ο ασκητής και ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος.

    Ερμηνεύοντας το γεγονός του μαρτυρικού τέλους του οσίου Αθανασίου, ο βιογράφος του σημειώνει: «Κατά τρες τρόπους τάς καταχώσεις καταπονήσεις  καί λλους βιαίους θανάτους τος γίοις πίνεσθαι (:επέρχονται), ς λέγει τις τν παλαιν καί τά θεα σοφς καί πάντως, ‘’οδέ πάντες διά μαρτίας τατα πάσχουσιν’’, ς π.χ. δίκαιος ώβ.  πρτος λοιπόν τρόπος γίνεται πρός «σωφρονισμόν τν μελεστέρων καί φόβον». δεύτερος «διά μείζονα καί τελείαν κάθαρσιν τν σως μικρν λαττωμάτων» καί, τρίτος, συμβαίνει στούς μεγάλους γίους, ο ποοι ς δυνατοί, ‘’μαρτίας λαο ναδεξάμενοι, πειρασμος πολλάκις καί χαλεπος θανάτοις πέρ τς ναδοχς παραδίδονται καί αυτος καί τ λα μείζονα σωτηρίαν περιποιομενοι· καί γάρ Χριστός διά τάς μαρτίας μν τραυματίσθη καί τόν πέρ μν νεδέξατο θάνατον’’.

     Έτσι και ο ‘’πάνσοφος πατήρ μν’’ αναδέχθηκε την προστασία πολλών πνευματικών τέκνων, ‘’ος καί ριθμσαι μόνον οκ επετές (:εύκολο) και ναγκαίως τούς πέρ ατν νεδέξατο πειρασμούς καί κινδύνους, καθά φησίν γραφή, γγυώμενος τόν αυτο φίλον, χθρ παραδίδωσι τήν αυτο χερα’’».

      Άλλωστε ο Όσιος δεν εδειλίασε προ του ενδεχομένου πάντοτε θανάτου και σε όλη την ασκητική του ζωή είχε διαρκή μνήμη θανάτου και ήταν, κατά το ανθρωπίνως δυνατό, έτοιμος γι’ αυτόν.

     Έτσι, ο ίδιος σημειώνει γι’ αυτό στη «Διατύπωση»· «τό το θανάτου δηλον τέλος δεδιώς (:φοβούμενος) καθ’ κάστην μέραν καί ραν καί ν παντί μέν φορώμενος τόπ (: το οποίο σκέπτομαι σε κάθε τόπο), ξαιρέτως (: ιδιαιτέρως) δέ ν τ τς θαλάσσης δοιπορί διά τά ναυάγια τά πολλάκις γινόμενα κατά τά νέφικτα (: ανεξερεύνητα) κρίματα το Θεο…».

        ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

             επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΗ:

Παύλου μοναχού Λαυριώτου, Ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, σελίδες 126-133, Άγιον Όρος 2007(στ΄ έκδοση).