μακαριστός π. Βασίλειος γεννήθηκε στίς 14 ανουαρίου 1933 στήν ρναία Χαλκιδικς πό τόν ναστάσιο Πραβήτα καί τήν λευθερία. Δυστυχς, ταν ταν δύο τν χασε τήν μαννούλα του καί μεινε ρφανός.

Σέ κε
να τά δύσκολα χρόνια το 40, μητρυιά του ταν φυσικό νά δείχνη νδιαφέρον γιά τά δικά της παιδιά κι ατόν νά τόν περιφρον. διος σέ λη του τήν ζωή ποτέ δέν φησε νά φαν παραμικρή πικρία, τήν ποκαλοσε «μητέρα» καί τήν φρόντιζε πάντα μέ περισσή φροντίδα καί σεβασμό σάν πραγματική του μητέρα, τόσο πού τά παιδιά του δέν κατάλαβαν τι ταν μητρυιά του. Τόν διο σεβασμό καί γάπη δειχνε καί στούς γονες τς πρεσβυτέρας, λλά καί σέ κάθε συνάνθρωπό του πού τόν πλησίαζε.


πό μικρός γαποσε τήν κκλησία καί συμμετεχε στά κατηχητικά. Το ρεσε προσευχή καί πόθος του ταν νά γίνη ερέας, ταν μεγαλώση. Διακονοσε στό ερό καί βοηθοσε τούς ερες, πρός τούς ποίους τρεφε μεγάλο σεβασμό. Λόγ τς κλήσεώς του γιά τήν ερωσύνη, σπούδασε στό νώτερο Φροντιστήριο τς Θεσσαλονίκης, π’ που πεφοίτησε τό τος 1960. Στά χρόνια τν σπουδν του ταν πιμελής, λιγόλογος καί προσεκτικός καί πολύ γαπητός πό λους. Προηγουμένως κανε τήν στρατιωτική του θητεία καί τό τος 1960 νημφεύθηκε τήν ελαβ ναστασία Κοτσάνη. ταν δη τοιμος καί τυπικά γιά νά δεχθ τήν χάρη τς ερωσύνης.


Χειροτονήθηκε στίς 21 Νοεμβρίου το
τους 1960 καί μετά πό λίγους μνες, στίς 12 Μαρτίου 1961 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος πό τόν Μητροπολίτη ερισσο κ. Παλο, το ποίου ταν πρώτη χειροτονία. μέσως τοποθετήθηκε ς φημέριος στήν νορία Κοιμήσεως τς Θεοτόκου το χωριο γιος Πρόδρομος, γιά μιά λόκληρη δεκαετία.


Δέν
διαφοροσε γιά τίς οκογενειακές του ποχρεώσεις, λλά προτεραιότητα δινε πάντα στήν λειτουργική ζωή καί στήν διακονία το ποιμνίου του. π. Βασίλειος, ταν ταν νέος ερέας (οτε 30 χρόνων), καί πατέρας νός τέκνου, συνέβη τό ξς: Τό βρέφος ρρώστησε σοβαρά κατά τά ξημερώματα τς Κυριακς τς ρθοδοξίας. ταν πείγουσα νάγκη νά μεταφερθ στήν Θεσσαλονίκη. πρεσβυτέρα μέ γωνία τόν προέτρεπε νά πισπεύση νά βρ ατοκίνητο (δέν πρχαν τότε ταξί στό χωριό). Ατός βλέποντας πό τήν μιά τό βρέφος νά χαροπαλεύη, πό τήν λλη τήν ρα πού πλησίαζε νά ξημερώση καί πρεπε νά λειτουργήση, λέει στήν πρεσβυτέρα: «ν Θεός θέλη νά πάρη τό παιδί, ς τό πάρη, γώ δέν φήνω τους νορτες χωρίς θ. Λειτουργία τέτοια μέρα. ταν τελειώση θ. Λειτουργία πηγαίνουμε στόν γιατρό». Καί φυσικά, σ’ ατήν του τήν σταθερή πόφαση, Θεός δειξε τό λεός του καί κίνδυνος ρχισε νά ποχωρ καί βελτίωση ταν σημαντική μέχρι τό τέλος τς θ. Λειτουργίας.


Ο
νορτες του τόν γάπησαν, τόν ελαβοντο καί τόν πάκουαν, λλά τόν Μάϊο το 1971 μετετέθη στήν ρναία, πρτα στόν Ναό το γίου Στεφάνου καί στερα πάλι μετά πό μιά δεκαετία περίπου τήν 1η Μαΐου 1982 στό Ναό τν γίων ναργύρων, που παρέμεινε μέχρι τό τέλος τς ζως του. Στό χρονικό ατό διάστημα π. Βασίλειος πρε τό πτυχίο τς Θεολογικς Σχολς καί το ποδόθηκε τό φίκιο το πρωτοπρεσβυτέρου καί χειροτονήθηκε Πνευματικός πό τόν Μητροπολίτη ερισσο τόν κ. Νικόδημο.


ρχισε νά γίνεται γνωστή δράση καί προσφορά το π. Βασιλείου. κανε νελλιπς λες τίς κολουθίες καί λειτουργοσε τακτικά. κανε Κατηχητικά στούς νέους, ξομολογοσε καί πισκεπτόταν ρρώστους κατ’ οκον γιά εχή καί παρηγοριά. Τόν περισσότερο χρόνο τς μέρας μέχρι ργά τό βράδυ παρέμεινε στόν Ναό, συντροφιά μέ τούς γαπημένους του γίους ναργύρους, πρός τούς ποίους κανε παρακλήσεις καί προσευχές γιά σους εχαν νάγκες καί προβλήματα γείας. Σημείωνε κάποια θαύματα πού γίνονταν χωρίς νά ναφέρη τήν δική του πίμονη προσευχή.


Παρ’
λες τίς ποιμαντικές του φροντίδες καί τά ερατικά του καθήκοντα πού μέ ζλο σκοσε π. Βασίλειος, δέν μελοσε τήν οκογένειά του, τήν πρεσβυτέρα του καί τίς τέσσερις κόρες του, κ τν ποίων ο δύο γιναν μοναχές, καί ο λλες δύο δημιούργησαν χριστιανικές οκογένειες.


Διηγε
ται κόρη του μοναχή: «ντιμετώπιζε λες τίς παιδικές, φηβικές, νεανικές ταξίες μας μέ μιά πέραντη πραότητα, εγένεια, γλυκύτητα πού μς φόπλιζε καί δέν μς φηνε τρόπος ατός νά συνεχίσωμε τίς παρεκτροπές γιά νά μήν τόν λυπήσωμε. ταν πό τήν φύση του ρεμος χαρακτήρας, λλά τόν καλλιέργησε τσι πού μς θύμιζε τόν προ καί ταπεινόν τ καρδί ησον.


»
ντιμετώπιζε σχεδόν μέ τόν διο τρόπο τίς δικίες πό τό περιβάλλον τουναπόφευκτες στίς νθρώπινες κοινωνίεςκαί τήν κτίμηση κάποιων λλων στό πρόσωπό του. πομενετικό στίς χαρές καί στίς λύπες. Συχνά παναλάμβανε: ΄΄Νά μήν χαίρεστε καί νά μήν λυπστε περβολικά΄΄.


»Παρ’
λο πού δέν κτίμησα γκαίρως τόν πλοτο του, νοιωθα πό μικρή περήφανη νά εμαι κοντά του. Θυμμαι, ταν μ’ παιρνε μαζί του στήν Θεσσαλονίκη, περνοσε πό λα τά τότε γνωστά Χριστιανικά βιβλιοπωλεα, γιατί ταν γαπητός σ’ λες τίς Χριστιανικές δελφότητες, νκε σ’ λες. γόραζε εκονίτσες καί βιβλία νά μοιράζη στούς νορτες του, ν στόν δρόμο περπαντντας νάμεσε σέ γνώστους, χαιρετοσε λο τόν κόσμο μέ μία οκειότητα σάν νά ταν λοι γνωστοί του. ΄΄Καλημέρα πατριώτη΄΄, ατός ταν συνηθισμένος χαιρετισμός του».


Τό σπίτι του
πό νωρίς τό πρωΐ εχε πολλούς πισκέπτες, πού ρχονταν πό τά χωριά καί τόν περίμεναν νά τελειώση τήν κολουθία στόν Ναό γιά νά τόν συναντήσουν. Φιλοξενοσε κάθε περαστικό πού ξέμενε στό χωριό, κληρικούς, καί τά παιδιά τς θωνιάδος, ταν πήγαιναν στήν ρναία γιά ξετάσεις. ταν νας οράνιος νθρωπος, ελογία Θεο γιά τήν ρναία.


Τυπικός
πό καρδις στίς κοινωνικές του ποχρεώσεις, νομαστικές ορτές καί σέ λα τά οκογενειακά πεισόδια τν νοριτν του. παρουσία του ταν νάγκη γι’ ατόν. Δέν κυκλοφοροσε ποτέ, οτε μέσα στό σπίτι χωρίς τό ζωστικό του, οτε ξω χωρίς τό ράσο.


Λιτοδίαιτος
περβολικά. Δέν τρωγε ποτέ σάν πεινασμένος. Πάντα παινοσε τήν οκοδέσποινα γιά τό ραο φαγητό, λλά τρωγε σάν νά πρεπε νά τό κάνη μέ τήν βία, σάν ποχρέωση, χι γιατί πεινοσε καί ς ταν νηστικός.
Εχα μία διαίτερη εαισθησία μέ τά βιβλία καί κάθε ντυπο, καί μοναδικός λόγος γιά νά τόν δ κάποιος λυπημένο καί κάπως παρεξηγημένο ταν ταν το νακάτευαν τά βιβλία του. Τά βιβλία του ταν λη περιουσία του. λλά δέν εχε χρόνο νά διαβάση, σχεδόν τόν παιρνε πνος, ταν ργά τό βράδυ κατέφευγε σ’ ατά.


γαμπρός του Κωνσταντνος Δημαρς σημειώνει γιά τόν παπαΒασίλη: «Εχα τήν ελογία πό τόν Θεό νά χω γιά πεθερό μου τόν π. Βασίλειο Πραβήτα, ναν γιο ερέα. κενα πού θυμμαι ντονα πό τήν ζωή του τά λίγα χρόνια πού ξιώθηκα νά ζήσω μαζί του μέχρι τήν κοίμησή του στήν ελογημένη οκογένειά του, εναι τά ξς:
»Πρτον λη του παρουσία πού νέπνεε ναν σεβασμό καί μία εροπρέπεια. Συνάμα ταν τόσο προσιτός, πλός καί ταπεινός. Εχα τήν ντύπωση πό τήν πρώτη στιγμή πού τόν γνώρισα τι εχα πέναντί μου ναν γιο νθρωπο.


»
ταν μπαινε στό σπίτι φερνε μαζί του τήν ερήνη το Χριστο. παρουσία το σκορποσε μία γαλήνη καί χαρά νεξήγητη. Ατό δέν μπορ νά τό περιγράψω μέ λόγια, τό ζούσαμε λοι στήν οκογένεια· μπειρικά βιωματικά.


»Καί
σες φορές πρχαν προστριβές, παρεξηγήσεις μέ τήν γυνακα μου, καί μόνο παρουσία του, τό γλυκό του χαμόγελο, ο σοφές συμβουλές του, φερναν μέσως τήν ερήνη καί λυνόταν κάθε παρεξήγηση. ταν ρχόταν νά μς πισκεφθ στήν Θεσσαλονίκη, μεινε πάντα μόνο μίαδύο μέρες, χι περισσότερο. Χαιρόταν τά γγόνια του, λλά πάντα εχε τόν νο στήν νορία του, στούς γίους ναργύρους καί στούς νορτες. 

Στίς παρακλήσεις μας νά μείνη περισσότερο, παντοσε: ΄΄Δέν μπορ ν’ φήσω τήν κκλησία χωρίς σπερινό, θ. Λειτουργία, οτε τους νθρώπους πού μέ χουν τόσο νάγκη, χωρίς ξομολόγηση΄΄. 

ταν κανε στό σπίτι μας τίς κολουθίες το σπερινο καί το ποδείπνου,ποτέ δέν μς πίεζε γιά ναγκαστική συμμετοχή, λλά πάντα μέ διάκριση καί γάπη μς λεγε: ΄΄γώ θά ρχίσω σέ λίγο τό πόδειπνο, ν θέλετε λτε νά προσευχηθομε μαζί΄΄. Φυσικά προστρέχαμε μέ χαρά, γιατί τό νά προσεύχεται κανείς μαζί του ταν μία πνευματική μπειρία. ,τι προβλήματα καί νά εχαμε, στό τέλος μεινε μία χαρά καί γαλήνη περίγραπτη.


»
ταν εγενικός μέ μία εγένεια ληθινή, πηγαία, δολη. σες φορές τόν μετέφερα μέ τό ατοκίνητό μας, πάντα μέ εχαριστοσε, λέγοντας: ΄΄Εχαριστ Κώστα παιδί μου, πάντα καλοτάξιδος΄΄. ποροσα, πς δέν ξοικειωνόταν καί θεωροσε τήν παραμικρή προσφορά πό τά παιδιά του πάντα ξια εγνωμοσύνης.
» Κάποια φορά πού μασταν ο δυό μας στό ατοκίνητο καί πηγαίναμε στόν γιο Πρόδρομο (τήν πρώτη του νορία· γιατί τρεφαν μεγάλη γάπη γι’ ατόν), τόν ρώτησα τό ξς: ΄΄Πάτερ, εχατε καμμία πνευματική μπειρία σάν ατές πού διαβάζομε στά βιβλία, π.χ. κάποιο ραμα, πίσκεψη γίων κ.λπ.΄΄. Μο πάντησε: ΄΄ς τά φήσωμε ατά Κώστα, παιδί μου, δέν μς φελον΄΄, σκύβοντας πό συστολή τό κεφάλι του. μουν σίγουρος τι εχε πνευματικές μπειρίες, λλά πό τη πολλή του ταπείνωση δέν θελε νά ναφερθ καθόλου.


»Κάποτε
γυναίκα μου ( μικρότερή του κόρη), Ερήνη, μο επε τι εχε μία τέτοια μπειρία. Προφανς γνωστοποιήθηκε πό κάποιους προσκυνητές πού εχαν πάει πό ρναία μαζί του κδρομή στη Λέσβο. ξιώθηκε νά δ κε πού λειτουργοσε στό προσκύνημα το γίου Ραφαήλ τόν διο τόν γιο Ραφαήλ. Μάλιστα μέ πλότητα διος ρωτοσε νά μάθη πό τούς λλους παρευρισκομένους συλλειτουργούς, ΄΄πο πγε κενος ερέας πού ταν μαζί τους στό ερό΄΄. πό τήν περιγραφή του κατάλαβαν πώς πρόκειτο γιά τόν γιο Ραφαήλ.


»
ντύπωση μεγάλη μο κανε λη βιοτή του τήν Μ. Σαρακοστή, εδικά τήν Μ. βδομάδα. Ζοσε πραγματικά τά Πάθη το Κυρίου . ταν συγκλονισμένος, καταβεβλημένος, δέν εχε διάθεση, ταν πέστρεφε στό σπίτι νά πι οτε λίγο τσάϊ μέ δύο παξιμάδια πού το προσφέραμε γιά νά τονωθ. Μόνος του βγαζε τίς πολύωρες κολουθίες, κάποιες φορές ρχόταν καί τόν βοηθοσε π. Χρυσόστομος Μαϊδώνης. Τήν Μ. Παρασκευή κοβόταν φωνή του πό τήν συγκίνηση, στήν ποκαθήλωση πάντα κλαιγε. λα ατά τά φοβερά γεγονότα τά ζοσε. Τήν δια συγκίνηση μετέφερε καί στούς παρευρισκομένους γι’ ατό πολλοί κλαιγαν.
»ταν πολύ λιτοδίαιτος. κόμη καί στίς καταλύσιμες μέρες τρωγε πάντα πολύ λίγο. σο καί νά τό πίεζε κάποιες φορές λλος γαμπρός του Νίκος, σάν γιατρός νά φάη λίγο παραπάνω γιά τήν γεία του, ατός εγενικά ρνιόταν, λέγοντας: ΄΄, ταν μουν πιό νέος σάν καί σς, τρωγα πιό πολύ΄΄. Φυσικά πρεσβυτέρα, μς λεγε: ΄΄Πάντα τσι ταν λιτοδίαιτος΄΄.
»Μία φορά πού μασταν Πάσχα λοι μαζί, παιδιά καί γγόνια στό πασχαλινό τραπέζι (που πάντα βαζε Δημοτικά παραδοσιακά τραγούδια γιά τήν χαρά τς μέρας), πρε κάποιος τηλέφωνο τόν π. Βασίλειο γιά κάποια πνευματική νάγκη. λοι πιμέναμε ν’ ρνηθ, γιατί διακαιοτο καί ατός τέτοια μέρα νά χαρ τήν οκογένειά του καί νά ξεκουραστ μετά πό τόσες κολουθίες. Νά πάη κάπποια λλη μέρα. κενος μέ τό μειλίχιο χαμόγελό του, μς πάντησε: ΄΄Πρέπει ερέας πάντα νά τρέχη σ’ ατούς πού χουν νάγκη΄΄. μέσως μόλις τελείωσε τό γεμα, μές στό μεσημέρι σηκώθηκε καί πγε στόν νθρωπο πού τόν εχε καλέσει.
»Εχε πολύ μεγάλη γάπη γιά λους τούς γίους. διαίτερα ελαβετο τήν Παναγία, τόν γιο Βασίλειο καί τούς γίους ναργύρους πού ταν νορία του. πεθερά του λεγε τι πολλά θαύματα γιναν μέ τήν χάρη τν γίων ναργύρων. γώ μουν σίγουρος τι βοηθοσε πολύ καί μπονη προσευχή το πεθερο μου.
»Μία φορά εχαμε πάει τήν θαυματουργή εκόνα τν γίων ναργύρων στό μοναστήρι το Τιμίου Προδρόμου στήν Μεταμόρφωση Χαλκιδικς, που κε εναι μοναχή μεγαλύτερη κόρη του, Παϊσία. Γιά κάποιο λόγο μεγαλύτερος γυιός μου Δημήτρης, εχε βγάλει ξαφνικά σπυριά σ’ λο του τό σμα καί μς νησύχησαν πολύ. π. Βασίλειος μέ πολύ σεβασμό καί πίστη, δωσε στόν μικρό Δημητράκη τήν εκόνα νά τήν κρατήση στήν πιστροφή μας πό τό Μοναστήρι στήν ρναία. Λίγο πρίν φθάσωμε στήν ρναία, τά σπυριά εχαν ξαφανισθ λα.
» προσευχή του κανε θαύματα. Μο εχε π σύζυγός μου γιά κάποια γιατρό πό τήν θήνα πού τόν παρακάλεσε (ταν ν ζω κόμη), νά προσευχηθ νά τς χαρίση Θεός παιδιά, γιατί μέχρι τότε προφανς γιά κάποιο λόγο δέν μποροσε νά τεκνοποιήση. ΄΄Θά προσευχηθ , κυρία Γίτσα, μη στενοχωριέσαι΄΄. Λίγο καιρό ργότερα εδε σέ νειρο τόν π. Βασίλειο νά κρατάη δύο παιδάκια, να γόρι καί να κορίτσι καί νά τς τά δίνη, λέγοντας: «Πάρτα εναι δικά σου΄΄. Πράγματι στερα πό λίγο καιρό ξιώθηκε νά κάνη δύο παιδάκια, να γόρι καί να κορίτσι. Πάντα ατή οκογένεια καί μετά τήν κοίμησή του ρχόμενοι στήν ρναία περνοσαν πό τό σπίτι του νά δον τήν πρεσβυτέρα, λλά νά προσκυνήσουν καί τόν τάφο το π. Βασιλείου.
»Λίγα χρόνια μετά τήν κοίμησή του, καλοκαίρι, μασταν ξω πό τό σπίτι του γώ, γυνακα μου καί τά παιδιά μου. Σέ λίγο ρχεται νας κύριος γύρω στά 40, καί μς λέει: ΄΄Θά θελα νά δ τόν π. Βασίλειο΄΄. Το επαμε τι χη κοιμηθή δ καί λίγα χρόνια. Τότε ατός συγκινημένος ριχσε νά μς διηγται τά ξς: ΄΄Εμαι πό τήν Θεσσαλονίκη καί μουν ποδηλάτης. Κάποτε εχα ξεκινήσε πό τήν Θεσσαλονίκη μέ τό ποδήλατό μου, κατεβαίνοντας τόν Χολομντα, νυχτώθηκα καί πγα στήν ρναία. ταν φθινόπωρο πρός χειμνα καί σκοτείνιαζε νωρίς. Εδα φς στό Ναό τν γίων ναργύρων καί επα νά μπ μέσα. Ερισκόμενος κόμη στήν αλή το ναο, νοιξε πόρτα το ναο καί βγκε ξω π.Βασίλειος. Πρώτη φορά τόν βλεπα, πρώτη φορά μ’ βλεπε καί κενος. Τότε πευθυνόμενος σ’ μένα, μο επε: ΄Καλς τόν Στέφανο, λα, θά εσαι καί κουρασμένος πολύ. λα στό σπίτι μου νά φς, νά ξεκουρασθς καί αριο φεύγεις΄. ΄΄μεινα ναυδος΄΄ . συγκίνησή μας πό τήν διήγησή του ταν μεγάλη.
» π. Βασίλειος εχε καί διορατικό χάρισμα. Ατό τό συνδιάζω καί μέ να λλο γεγονός πού συνέβη σ’ μένα. Κάποτε φεύγοντας πό τό σπίτι μου στήν Θεσσαλονίκη καί ρχόμενος στήν ρναία, που ταν οκογένειά μου, νομίζω ταν περίοδος Χριστουγέννων, μο ρθε ξς λογισμός τι εχα ξεχάσει το μάτι τς κουζίνας νοιχτό , μετά τόν καφέ πού εχα τοιμάσει νά πι. ταν ντονος, συνεχής, πίμονος καί θελα νά γυρίσω πίσω στήν Θεσσαλονίκη νά μήν πάρωμε φωτιά. Επα τόν λογισμό στόν πεθερό μου. Ατός φο σιώπησε γιά λίγο (προφανς προσευχόταν), μο επε: ΄΄Μήν νησυχς, εναι το πονηρο, νά σο φέρη νησυχία. Τό μάτι τό χεις κλείσει, σύχασε΄΄. Τό επε μέ τόση σιγουριά, σάν νά ταν κε διος παρών. Τότε φυσικά σύχασα, γιατί πό τήν πρώτη στιγμή κατάλαβα, ν καί δέν τό ξιζα, πως χω ναν γιο γιά πεθερό. Δέν πγα στήν Θεσσαλονίκη καί φυσικά δέν εχα φήσει ναμμένο τό μάτι, πως νόμιζα.
»Θά θελα πίσης ν’ ναφέρω να γεγονός πού μο εχε κάνει βαθειά ντύπωση. Ατό μο τό επε σύζυγός μου καί θά εναι πάντα σημεο ναφορς στήν διαπαιδαγώγηση τν παιδιν μας. γυνακα μου στήν φηβεία της γύρω στά 15-16 εχε ργήσει κάποια φορά νά γυρίση σπίτι. πεθερά μου τήν μάλωσε ντονα καί τς επε τι μέ τήν συμπεριφορά της προσβάλλει τήν οκογένειά της. πρχε μεγάλη νταση κ μέρους τς μητέρας της. π. Βασίλειος παρίστατο σιωπηλός καί θλιμμένος. Τς επε μόνο: ΄΄σύχασε καί προσπάθησε νά προσευχηθς΄΄. Ερήνη, λυπούμενη πού τούς στενοχώρησε, κλείστηκε στό δωμάτιό της περιμένοντας νά τήν μαλώση παπαΒασίλης. Πέρασαν δύο μέρες, στίς ποες μητέρα της συνεχς τς πενθύμιζε μέ νταση τό τόπημά της. Στό τέλος τς δεύτερης μέρας π. Βασίλειος τς χτύπησε τήν πόρτα διακριτικά καί ζήτησε, ν θέλη, νά μιλήσουν. Μέ φωνή λλοιωμένη πό τήν λύπη του, τς ξήγησε τό λάθος της. Στό τέλος φθασαν καί ο δυό νά κλανε μαζί. Ατό ταν καθοριστικό γιά τήν μελλοντική συμπεριφορά της. Οτε κν τήν μάλωσε. Μακροθυμία, πιείκεια, γάπη, σοφία, λα μαζί συνοδευόμενα πό μία έναη προσευχή.
»Ατή μορφή, τόσο σεβάσμια, κρυβε ναν νθρωπο τρυφερό καί εαίσθητο, ναν νθρωπο μέ δολη παιδική ψυχή. Θυμμαι πόσο τρυφερός γινόταν μέ τά γγόνια του καί γενικά μέ λα τά παιδιά. ταν πηγαίναμε κδρομές (γαποσε διαίτερα τήν ξοχή), πηγαίναμε στά ξωκκλήσια τς γίας Παρασκευς καί το γίου Μοδέστου. Μάζευε λουλουδάκια, πού τόσο το ρεσαν, μαζί μέ τά γγονάκια του. Τότε λεγε τραγουδάκια χριστιανικά καί λλο μορφα παιδικά ποιήματα. διαίτερα το ρεσε ΄΄Σπίνε, μ’ ρέσει τό λάλημά σου΄΄. ταν σως πό τίς πιό μορφες καί τρυφερές εκόνες πού θά μο μείνουν ξέχαστες. Πολλές φορές διος παιρνε τό μπιμπερό γιά νά ταΐση τό γγονάκι του, ΄΄νά ξεκουράση λίγο καί τίς μαννολες΄΄, πως μς λεγε.
»ταν πολύ λεήμων. Κάποιο καλοκαίρι αμσταν μαζί στήν αλή τν γίων ναργύρων. ρθε κάποιος λλοδαπός καί ζήτησε λεημοσύνη. Μέ ρώτησε :΄΄Κώστα, πόσα νά το δώσωμε; ΄΄. ΄΄Δέν ξέρω, πάτερ, νομίζω 50 100 δρχ. καλά εναι΄΄ (τότε δέν εχαμε ερώ). βγαλε καί το δωσε 100 δρχ., λέγοντας: ΄΄ρθε στή αλή το Ναο καί χει νάγκη πραγματικά΄΄. Δέν επα τίποτα, θαυμάζοντας τήν γενναιοδωρία του. πίσης θυμήθηκα τήν πρεσβυτέρα πού τόν μάλωνε γιά τήν πλοχεριά του, καί λεγε: ΄΄ν, ν δέν καναν γώ τά κουμάντα μου, παπαΒασίλης δέν θά μς εχε φήσει τίποτα΄΄. Ατό εναι λήθεια, διότι καί τό σπίτι του ταν σως πό τά πιό φτωχικά τς ρναίας. γώ μως τό θεωροσα ς τό πλουσιώτερο παλάτι, γιατί σ’ ατό ζοσε κενος. Σ’ κενο τό σπίτι εχαν φιλοξενηθ πάμπολλοι νθρωποι. γούμενοι, μοναχοί, λαϊκοί, καθηγητές Πανεπιστημίου, φτωχοί, πλούσιου καί λοι φευγαν ναπαυμένοι. Τελευταα εχα γνωρίσει τόν Πνευματικό πατέρα τς .Μ. γίου Παντελεήμονος Χρυσοκάστρου Καβάλας, π. Φίλιππο. ταν το επα τι μουν γαμπρός το π. Βασιλείου, επε: ΄΄Τι λές βρε παιδί μου! νά’ ξερεςτί πεθερό εχες, φιλοξενήθηκα στό σπίτι του, πολλή γάπη, βραμιαία φιλοξενία΄΄.
»ταν νθρωπος τς προσευχς. Θυμμαι τι τίς περισσότερες ρες τς μέρας τίς περνοσε στό Ναό. ρχόταν πάντα ργά στό σπίτι, λλος νας λόγος γιά νά διαμαρτύρεται λίγο πρεσβυτέρα, πειδή νοιαζόταν γιά τήν γεία του. Δέν ξερε πό νάπαυση. Μνημόνευε χιλιάδες νόματα καθημερινά. ποιος το ζητοσε νά προσευχηθ γι’ ατόν, σημείωνε τό νομά του, δέν τόν ξεχνοσε. λλά καί διος ταν γνώριζε κάποιον καί θεωροσε τι εχε νάγκη, μόνος του ζητοσε τ’ νομά του νά τόν μνημονεύη.
»Θυμμαι πίσης κάποια φορά μπκα σ’ να δωμάτιο το σπιτιο του (χι στό δικό του) χωρίς νά ξέρω τι ταν μέσα. Προσευχόταν, διάβαζε τήν κολουθία τς θ. Μεταλήψεως, πως κανε πάντα ταν θά εχε θ. Λειτουργία. Τόν εδα μέσα σ’ να φς. Ασθάνθηκα δέος. Δέν μπόρεσα ν’ ρθρώσω λέξη. ταν λοκληρωτικά δοσμένος στήν προσευχή. Μία εκόνα πού θά μο μείνη ξέχαστη.
»Δέν κατέκρινε ποτέ κανέναν. γώ μέ τόν συγγαμπρό μου τόν Νίκο, κάποιες φορές θυμώναμε, διαίτερα γιά τούς πολιτικούς, πού διέκειντο χθρικς πρός τήν κκλησία καί τούς κατακρίναμε ντονα. Ατός δέν κατέκρινε ποτέ. λεγε:΄΄ς κάνωμε καλύτερα προσευχή νά τούς φωτίση Θεός΄΄ . Τό χειρότερο πού θά λεγε γιά κάποιον, ταν: ΄΄, εναι λίγο παράξενος, πρόσεκτος΄΄. Τίποτα περισσότερο.
» π. Βασίλειος εχε πολλή σοφία. δινε σοφές συμβουλές καί νουθεσίες. Θυμμαι κάποιες πό ατές:
*
Νά γαπτε τόν Θεό, τήν Παναγία, τούς γίους.
*
Νά χετε ελάβεια.
*
Νά προσεύχεσθε πρίν μιλήσετε, εδικά ταν εστε θυμωμένοι.
*
Νά τρτε τόσο, στε ν τυχόν σς καλέσουν κάπου, νά μπορτε νά ξαναφτε στω καί λίγο.
*
Νά μήν κρίνετε, οτε νά βιάζεσθει στίς κρίσεις σας γιά τούς νθρώπους (ετε θετικά, ετε ρνητικά).
*
Νά χετε πομονή.
*
Ο γιοι εναι φίλοι μας, συμπαραστάτες μας στήν ζωή.
*Νά ε
στε γαπημένα τά νδρόγυνα.
*
Νά συγχωρτε, νά κκλησιάζεσθε τακτικά, νά κοινωντε.
»Εναι πολύ λίγα ατά γιά τήν γιότητα το π. Βασιλείου. Μόνο Θεός γνωρίζει τους γνες καί τους κόπους του, μες λάχιστα. σως καί πό τήν ξοικείωση μαζί του, νά μήν κτιμούσαμε καί τόσο τό θησαυρό πού εχαμε. ς μς συγχωρ καί νά μς ελογ.
Τόν ξιο λειτουργό το ψίστου, τόν ελαβέστατο παπαΒασίλη, τόν βάρυναν δη κόπος καί ο φροντίδες γιά τό ποίμνιό του πού μέ χαρά καί αταπάρνηση διακονοσε. ρθαν μως καί πειρασμοί καί στενοχώριες πού κατέβαλαν τήν εαίσθητη καρδιά του. πρεπε νά γίνουν ργα νακαινιστικά στόν Ναό καί νεπλάκη καί φορία Βυζαντινν ρχαιοτήτων. Σταμάτησαν τίς ργασίες, Ναός μεινε γιά ναν χρόνο ξεσκέπαστος καί παπαΒασίλης μαζί μέ τους πιτρόπους ταν κατηγορούμενοι. κλαιγε καί πονοσε, χι γιατί τόν κατηγοροσαν, λλά γιατί δέν μποροσε νά τελειώση τά ργα στόν Ναό. Ατή τήν περιπέτεια δέν τήν ντεξε. Στίς 28 ανουρίου το 1999 κοιμήθηκε πό νακοπή καρδις στό πεζοδρόμιο πί τς Τσιμισκ, μπροστά στό σπίτι τς κόρης του λένης. Τήν δια κριβς μέρα πού γκρίθηκε συνέχιση τν ργων το Ναο.
ταν κοιμήθηκε π. Βασίλειος, γαμπρός του Νίκος, πού σάν γιατρός εχε παρευρεθ στό νεκροτομεο καί συμμετεχε στήν προετοιμασία γιά τήν ταφή του, λεγε χαρακτηριστικά: «χεις δ τήν εκόνα το γίου νουφρίου το γίου Πέτρου το θωνίτου; τσι ταν π. Βασίλειος. Λιπόσαρκος, μόνο κόκαλα. Τόσο σκητικός».
Τήν εχή του νά χωμε. μήν.

Από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο (Τρίτος τόμος). Εκδότης ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ» Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής. Απρίλιος 2020