Ἱερεμίας Φούντας, Μητροπολίτης Γόρτυνος καὶ Μεγαλουπόλεως(+)
Ὅλη ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἀδελφοὶ χριστιανοί, μιλάει γιὰ τὴν μετάνοια. Γιατί ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μιλάει γενικὰ γιὰ τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ τὰ ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα τῆς πτώσης, καὶ καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους νὰ μετανοήσουν γι᾽ αὐτήν.
Ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καλεῖ σὲ μετάνοια τὸν πεπτωκότα Ἀδὰμ λέγοντάς του, «Ἀδὰμ, ποὺ εἶσαι;» (Γέν. 3,9). Καὶ τὸν φονιᾶ πάλι τὸν Κάιν σὲ μετάνοια τὸν καλεῖ ὁ Θεὸς, ρωτῶντας τον, «Ποῦ εἶναι ὁ Ἄβελ, ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. 4,9).
Ἡ βάση ἀπὸ τὴν ὁποία ξεκινᾶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη τὸ κήρυγμά της γιὰ μετάνοια εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ λέγεται ἀπὸ τὸν προφήτη Ἰερεμία: «Γνῶθι καὶ ἰδὲ, ὅτι πικρόν σοι τὸ ἐγκαταλιπεῖν σὲ ἐμὲ» (Ἴερ. 2,19). Πραγματικά, ἀδελφοί, εἶναι πικρό, εἶναι πολὺ πικρό το νὰ ἐγκαταλείπουμε τὸν Θεό! Μᾶς παιδεύει καὶ μᾶς ἐλέγχει ἡ ἀποστασία μας ἀπὸ τὸν Θεό. «Παιδεύσει σὲ ἡ ἀποστασία σου καὶ ἡ κακία σου ἐλέγξει σέ», μᾶς λέγει πάλι ὁ προφήτης Ἰερεμίας (2,19). Τὸ δὲ πικρὸ καὶ τὸ βαρὺ τῆς ἁμαρτίας παριστάνεται δυνατὰ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀφοῦ μᾶς λέγει ὅτι φθάνει μέχρι τὴν τέταρτη γενεὰ (Ἐξ. 20,5).
Ἡ ἴδια ὅμως ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μᾶς λέγει νὰ μὴν ὑπερβάλλουμε τὴν ἁμαρτία, ὥστε νὰ τὴν παριστάνουμε, ὅτι νικάει τὴν μετάνοια. Ὄχι! Ἡ μετάνοια νικάει τὴν ἁμαρτία. Ἂς τὸ προσέξουμε αὐτό, ἀδελφοί, γιατί αὐτὸ τελικὰ ἦταν τὸ ἁμάρτημα τοῦ Κάιν. Ὁ Κάιν ταράχθηκε γιὰ τὴν ἁμαρτία ποὺ ἔκανε, ἀπογοητεύθηκε καὶ εἶπε: «Μείζων ἡ ἁμαρτία μου τοῦ ἀφεθῆναι μὲ» (Γέν. 4,13). Δηλαδή, «ἡ ἁμαρτία μου εἶναι πολὺ μεγάλη, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖ νὰ συγχωρεθεῖ». Ἀντίθετα, ὅμως, ὁ Θεὸς λέει στὸν θλιμμένο Κάιν νὰ ἡσυχάσει. Ἀκοῦστε γλυκὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί: «Ἥμαρτες; Ἡσύχασον»(Γεν. 4,7), λέει ὁ Θεὸς στὸν Κάιν. Ὅταν, λοιπόν, ἁμαρτάνουμε καὶ ταρασσόμαστε ἔπειτα γιὰ τὴν ἁμαρτία μας, ἂς θυμούμαστε αὐτὸν τὸν παρήγορο λόγο τοῦ Θεοῦ: «Ἥμαρτες; Ἡσύχασον»!
Καὶ τώρα, χριστιανοί μου, θέλω νὰ σᾶς πῶ, τί εἶναι μετάνοια κατὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Μετάνοια κατὰ πρῶτον εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς ἁμαρτίας μας. Ἡ ὁμολογία ὅμως αὐτὴ, νὰ μὴν εἶναι μιὰ ἁπλῆ παραδοχὴ ὅτι ἁμαρτήσαμε ἀλλὰ νὰ εἶναι ὁμολογία τῆς ἀμαρτωλότητός μας μὲ συντεντριμμένη καρδιά, ὅπως τὸ λέει ὁ Ψαλμωδὸς τοῦ περιφήμου 50οῦ Ψαλμοῦ τῆς μετανοίας: «Τὴν ἀνομία μου – λέγει – ἐγὼ γινώσκω καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστί διαπαντὸς» (στίχ. 5). Τὸ πρῶτο, λοιπόν, βῆμα τῆς μετάνοιας εἶναι ἡ παραδοχή τῆς ἀμαρτωλότητός μας. Τό, «τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω». Ἀλλὰ εἶναι καὶ τὸ ὅτι σκέπτομαι συνέχεια τὴν ἁμαρτία μου καὶ πονῶ γι᾽ αὐτὴν καὶ θέλω νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπ᾽ αὐτὴν· εἶναι το «ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστί διαπαντός». «Τίποτε ἄλλο -λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας- δὲν προσελκύει τὸ ἔλεος τοῦ Δεσπότου, ὅσο ἡ ὁμολογία τῆς ἁμαρτίας μας» (MPG 69,1088). Καὶ ὁ Χρυσόστομος λέγει: «Ἥμαρτες; Μὴ ἀπογνώς ἀλλὰ εἴσελθε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ εἰπὲ τῷ Θεῷ, ὅτι ἡμάρτηκα. Εἰπὲ τὴν ἁμαρτίαν, ἵνα λύσης τὴν ἁμαρτίαν». Καὶ ὁ προφήτης Ἠσαΐας μᾶς συμβουλεύει: «Λέγε σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθεῖς» (Ἠσ. 43,26).
Γιὰ βεβαίωση τῶν παραπάνω λόγων του ὁ ἅγιος Χρυσόστομος λέγει δύο παραδείγματα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὰ δυό. Ἑνὸς ποὺ ὁμολόγησε μὲ συντριβὴ τὴν ἁμαρτία του καὶ δικαιώθηκε καὶ ἑνὸς ποὺ δὲν ὁμολόγησε τὴν ἁμαρτία του καὶ γι᾽ αὐτὸ κατακρίθηκε. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Δαυὶδ ποὺ διέπραξε καὶ μοιχεία καὶ φόνο. Ἀλλὰ ὅταν ὁ προφήτης Νάθαν τοῦ μίλησε γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, αὐτὸς εἶπε, «Ἥμαρτον τῷ Κυρίῳ». Καὶ ὁ Νάθαν ἀμέσως τὸν βεβαίωσε ὅτι, «Κύριος ἀφῆκε τὸ ἁμάρτημά σου» (Β` Βασ. 12,13). Ὁ ἄλλος – ἀντίθετο παράδειγμα αὐτό – εἶναι ὁ φονιάς Κάιν, ποὺ δὲν ὁμολόγησε τὴν ἁμαρτία του, γι᾽ αὐτὸ καὶ κατακρίθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν ὁ Θεός, ἑλκύοντάς τον σὲ μετάνοια, τὸν ἐρώτησε, «ποῦ εἶναι ὁ Ἄβελ, ὁ ἀδελφός σου;», αὐτὸς μὲ αὐθάδεια ἀπάντησε: «Δὲν ξέρω· μήπως ἐγὼ εἶμαι φύλακας τοῦ ἀδελφοῦ μου;». Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν τιμώρησε μὲ τὴν τιμωρία, «στενάζοντας καὶ τρέμοντας θὰ περνᾶς τὴν ζωή σου» (Γέν. 4,9-12).*
Πρῶτον βῆμα, λοιπόν, γιὰ τὴν μετάνοια εἶναι, εἴπαμε, ἡ ὁμολογία τῆς ἁμαρτίας μας. Ἀλλὰ εἴπαμε ἀκόμη, ὅτι αὐτὴ ἡ ὁμολογία πρέπει νὰ γίνεται μὲ συντριβὴ καρδιᾶς, μὲ ἀπόφαση γιὰ ἀλλαγὴ ζωῆς. Θὰ ἀναφέρω μιὰ μικρὴ περικοπὴ τοῦ προφήτου Ὠσηὲ γιὰ τὸ πὼς πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ μετάνοια.
Ὁ προφήτης λέγει:
«Γύρισε Ἰσραὴλ πρὸς τὸν Γιαχβέ,
γιατί ἔπεσες, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας σου.
Λάβετε μαζί σας λόγους
καὶ γυρίσατε πρὸς τὸν Γιαχβὲ» (Ὤσ. 14,2-3).
Τί σημαίνει ἐκείνη ἡ περίεργη φράση «λάβετε μαζί σας λόγους»; Σημαίνει «πᾶρτε ἀποφάσεις» γιὰ ἀλλαγὴ ζωῆς, γιὰ μιὰ καινούργια πιὰ πορεία ζωῆς. Ἡ μετάνοια, κατὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, σημαίνει ὁλοκάρδια ἐπιστροφὴ στὸν Θεό, ὅπως τὸ λέει καὶ ἡ λέξη, ποὺ δηλώνει στροφὴ τοῦ νοῦ («μετά-νοια»). Ὅταν δὲ λέγει «νοῦ», ἡ Ἁγία Γραφὴ ἐννοεῖ ὅλο τὸ ἐσωτερικὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀλλοῦ τὸ λέει «καρδιά». Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Ἰερεμίας, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἠσαΐας ἐνωρίτερα, κηρύττουν τὴν μετάνοια στὸν λαὸ μὲ τὸ δυνατὸ ρῆμα «σούμπ», ποὺ σημαίνει ἀκριβῶς τὴν στροφὴ ὅλου τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου στὸν Θεό.
Ἐπειδὴ δὲ ἔτσι θέλουν τὴν μετάνοια οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὡς ἀλλαγὴ καρδιᾶς, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀπορρίπτουν τὴν ἐπιφανειακὴ μετάνοια ποὺ γίνεται ἀπὸ ἀνάγκη, μὲ αἰτία κάποια συμφορὰ (βλ. Ὤσ. 5,15-6,4).
Δὲν βλέπουν ὅμως οἱ προφῆτες τὴν σωστὴ μετάνοια τοῦ λαοῦ, παρὰ τὰ καυστικά τους κηρύγματα μὲ τὸ δυνατὸ ρῆμα «σούμπ». Τὸ περὶ μετανοίας κήρυγμα τῶν προφητῶν σκόνταφτε στὴν πεισματικὴ ἐμμονὴ τοῦ λαοῦ στὴν ἁμαρτία. Στὸ κήρυγμα τοῦ Ἰερεμίου γιὰ νὰ ἐπιστρέψουν στὸν ἀληθινὸ Θεὸ ἀρνούμενοι τὴν ἁμαρτία, ὁ λαὸς ἀπαντοῦσε μὲ αὐθάδεια: «Ὄχι, ὄχι δὲν θέλω. Ἀγαπῶ τοὺς ἐραστές μου (= τὰ εἴδωλα) καὶ πίσω ἀπὸ αὐτοὺς θὰ τρέχω»(Ιερ. 2,25). Καὶ ὁ προφήτης μὲ πόνο διαπιστώνει τὸ ἀμετανόητο τοῦ λαοῦ: «Δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιστρέψουν – λέγει – σὰν τοὺς ἵππους ποὺ ὁρμοῦν στὴν μάχη» (Ἴερ. 8,6). Ἡ ἀμετανοησία αὐτὴ τοῦ λαοῦ ἑρμηνεύεται ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἰσχώρησε βαθειὰ στὴν ψυχή του, τὸν κυρίεψε ὁλόκληρο καὶ νάρκωσε τὴν βούλησή του γιὰ τὸ καλό. Ὁ ἄνθρωπος σ᾽ αὐτὴ τὴν κατάσταση δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία «ὅπως ὁ Αἰθίοπας δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὸ δέρμα του καὶ ἡ πάρδαλη τὸ χρῶμα της», λέγει ὁ Ἰερεμίας (13,23). Στὴν κατάσταση αὐτὴ ἡ ἁμαρτία ἔγινε ἀνάγκη στὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἔγινε δοῦλος της καὶ ἐκτελεῖ τὶς ὀρέξεις της. Πῶς τώρα θὰ κατανικηθεῖ ἡ ἁμαρτία; Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη στὸ σημεῖο αὐτό, ἀγαπητοί μου, διατυπώνει τὴν περὶ προόδου τῆς ἁμαρτίας διδασκαλία. Κατὰ τὴν διδασκαλία αὐτὴ, ὅταν ἡ ἁμαρτία κυριεύσει τὸν ἄνθρωπο, ἐπεμβαίνει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐπιφέρει τὴν πώρωση, ὥστε μὲ τὴν τέλεια ἐπικράτηση τῆς ἁμαρτίας νὰ νικηθεῖ ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία δὲ τώρα κατανικᾶται, ὄχι μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ μὲ θαῦμα Θεοῦ, μὲ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Μεσσίου. Καὶ πραγματικὰ ὁ Μεσσίας Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ ἐνίκησε τὴν ἁμαρτία, ἦλθε ὅταν ἡ ἁμαρτία ἔγινε περισσότερο ἁμαρτία, «καθ᾽ ὑπερβολὴν ἁμαρτωλός», ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ρώμ. 7,33. Βλ. καὶ 11,23).
Ὅμως, παρὰ τὴν δύναμη τῆς ἁμαρτίας, ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μᾶς παρουσιάζει δυνατὲς προσωπικότητες, ποὺ ἀρχίζουν τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀποβαίνουν νικητές της. Μιὰ τέτοια προσωπικότητα εἶναι ὁ συνθέτης τοῦ Ψάλμ. 31. Κάποτε ὁ ποιητὴς αὐτὸς δὲν νοιαζόταν γιὰ τὴν ἁμαρτία του, δὲν τὴν ἐξομολογεῖτο ἀλλὰ τὴν κατέπνιγε μέσα του. Ἔννοιωθε ὅμως μέσα του ἕνα μαρτύριο, ἕνα κομμάτιασμα ψυχῆς. Μὲ λίγα λόγια περιγράφει ὁ ποιητὴς τὸ μαρτύριό του αὐτὸ λέγοντας: «Ὅτι ἐσίγησα (= δὲν ἐξομολογεῖτο, δηλαδή, τὴν ἁμαρτία του) ἐπαλαιώθη τὰ ὀστᾶ μου ἀπὸ τοῦ κράζειν μὲ ὅλην τὴν ἡμέραν» (στίχ. 7). Ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμή, εὐλογημένη στιγμὴ τῆς ζωῆς του, ὁ ψαλμωδὸς πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ τὴν ἁμαρτία του, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπ᾽ αὐτήν. Λέγει: «Τὴν ἁμαρτία μου ἐγνώρισα καὶ τὴν ἀνομίαν μου οὐκ ἐκάλυψα. Εἶπα: Ἐξαγορεύσω κατ᾽ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ». Πόσο δυνατὸ εἶναι αὐτὸ τὸ «εἶπα»! Ἀπόφαση γιὰ μιὰ νέα ζωή χωρίς τήν ἁμαρτία!
Στὸν σκληρὸ ἀγῶνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας, ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴν θεία βοήθεια, ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἄλλος ψαλμωδὸς τῆς μετανοίας λέγει πρὸς τὸν Θεό: «Τὸ πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλης ἀπ᾽ ἐμοῦ» (Ψάλμ. 50,13). Ἀγωνιζόμενος ὁ ἄνθρωπος κατὰ τῆς ἁμαρτίας, τοῦ γεννιέται ἡ ἐπιθυμία γιὰ ἕναν καινούργιο κόσμο μέσα του, γιὰ μιὰ νέα καρδιά, ποὺ δὲν θὰ κλίνει πιὰ στὸ κακό ἀλλὰ σταθερὰ θὰ ἐπιθυμεῖ τὸ καλό. Εἶναι ὁ ἀθάνατος στίχος τοῦ 50οῦ ψαλμοῦ: «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεὸς καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μοῦ» (στίχ. 12)!
Τέλος, ὅταν ὁ μετανοημένος ἄνθρωπος πετύχει τὴν ἀναγέννησή του, τὴν ἀπόκτηση τῆς καθαρῆς καρδιᾶς, στρέφει παρήγορα τὰ βλέμματά του σ᾽ ὅσους βρίσκονται στὴν δική του πρώτη θλιβερὴ κατάσταση καὶ θέλει νὰ γίνει ἱεραπόστολος σ᾽ αὐτούς, γιὰ νὰ χαροῦν καὶ αὐτοὶ τὴν δική του χαρὰ τῆς λυτρώσεως ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ συνθέτης τοῦ 50οῦ ψαλμοῦ: «Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσιν» (στιχ. 15). Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἁμαρτήσαμε. Δός μας εἰλικρινῆ μετάνοια καὶ ἐλέησέ μας