
Μαρτυρία ἱερομονάχου Ἰακώβου:
Πήραμε εὐχή καί λέει σέ μένα:
– Βρέ, τί λές; Θά σέ κάνουμε καλόγερο;
– Γέροντα, τοῦ λέω, ἔχω πρόβλημα ἀπό τούς γονεῖς μου.
– Ἄκουσε νά σοῦ πῶ, ἄφησε τούς γονεῖς νά κλάψουν ἕνα-δυό μῆνες, γιά νά μήν κλαῖς ἐσύ αἰωνίως, καί πήγαινε πρίν χάσης τόν θησαυρό (ἐννοοῦσε τόν γέροντα Ἰάκωβο, χωρίς νά….τοῦ πῶ ποῦ σκεπτόμουν νά πάω γιά νά μονάσω).
– Γέροντα, ἔχετε τήν εὐχή τοῦ π. Ἰακώβου ἀπό τόν ὅσιο Δαυΐδ.
– Ἄχ, παιδί μου, αὐτοί εἶναι σήμερα οἱ ἅγιοι πού ἀγωνίζονται καί προσεύχονται ἔχοντας ταπείνωση καί ἀγάπη. Ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος νά δῶ αὐτόν τόν γίγαντα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά εἶναι καί μακριά πολύ γιά νά τόν συναντήσω, χρειάζεται ἀγώνας καί κόπος πολύς. Ἀλλά ὁ Θεός μᾶς ἔχει δώσει ἀγάπη καί ἐπικοινωνοῦμε πνευματικά μεταξύ μας.
Ἀφοῦ μᾶς εἶπε πολλά πνευματικά καί συμβουλές, στό τέλος τοῦ λέω:
– Γέροντα, εἶναι εὐλογημένο νά προσκυνήσω στό ἐκκλησάκι σας γιά εὐλογία;
Καί ὁ Γέροντας μοῦ λέει:
– Ὄχι, δέν χρειάζεται.
– Γέροντα, κάντε ἀγάπη, γιά εὐλογία.
– Ὄχι, παιδί μου, γιατί μπορεῖ ὁ γερω–Ἰάκωβος νά σοῦ ἔχη δώσει κανένα πεντοχίλιαρο καί μετά τί θά τό κάνω ἐγώ, πού εἶμαι καλόγερος;

Δέν μέ ἄφησε νά προσκυνήσω. Μοῦ ἔδωσε ἕνα κομποσχοινάκι καί ἕνα σταυρουδάκι νά τά δώσω στόν Γέροντα. Ὅταν ἐπέστρεψα στό Μοναστήρι, μέ δέχτηκε ὁ Γέροντας μέ χαρά. Καί τοῦ ἔδωσα τά δῶρα ἀπό τόν γέροντα Παΐσιο καί ἀμέσως μοῦ λέει:
– Γέροντα, ποῦ τό ξέρετε ἐσεῖς;
– Νά, μοῦ λέει στό αὐτί ψιθυριστά. Ἐμεῖς, παιδί μου, ἐπικοινωνοῦμε πνευματικά».