1.
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ τυφλὸς πρὶν τὴν συνάντησή του μὲ τὸν Χριστὸ δὲν εἶχε δεῖ ποτέ. Παντοῦ σκοτάδι· ἔπρεπε νὰ μαντεύει ἐξερευνώντας μὲ τὴν ἁφή τὰ πράγματα, νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν φαντασία του. Δὲν εἶχε καθαρὴ εἰκόνα τῶν πραγμάτων.

Τότε συνάντησε τὸν Χριστό, καὶ Ἐκεῖνος τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Καὶ ποιὸ ἦταν τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ εἶδε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἡ ματιά Του· τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνεται ἄνθρωπος, γεμάτο προσοχή, συμπονετικὴ ἀγάπη νὰ στέκει ἐπάνω σ’ ἐκεῖνον μοναχά, ξέχωρα ἀπὸ τὸ πλῆθος. Ἦρθε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Ζωντανό Θεὸ καὶ ἀντιμετώπισε τὸ θαῦμα ποὺ τόσο πολὺ μᾶς ἐκπλήσσει: Ὄτι ὁ θεὸς μπορεῖ νὰ ἐπικεντώσει τὴν προσοχή Του στὸν καθένα μας – ὅπως ὁ Καλός Ποιμὴν στὸ χαμένο πρόβατο – καὶ δὲν βλέπει τὸ πλῆθος ἀλλὰ τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ πρόσωπο.

Μετὰ ἀπὸ ὅ,τι ἔγινε, πιθανὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐρεύνησε τὰ πάντα γύρω του, καὶ ὅ,τι γνώριζε μόνο ἀπὸ περιγραφὲς, ἀπὸ φῆμες, ἔγινε πραγματικότητα – «τώρα βλέπω».

Συμβαίνει καὶ τώρα· μπορεῖ νὰ συμβεῖ στὸν καθένα μας. Ὅπως ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς, ζοῦμε κι ἐμεῖς τὸν περισσότερο χρόνο ἀπὸ τὴ ζωή μας ἀπὸ ἐλεημοσύνη, καθόμαστε σὰν ζητιάνοι στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου τείνοντας ἕνα χέρι, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάποιος θὰ τὸ προσέξει, ἄν ὄχι ἐμᾶς, τουλάχιστον τὸ χέρι μας, καὶ νὰ μᾶς δώσει κάτι γιὰ νὰ μᾶς κρατήσει ἔστω γιὰ λίγες ὧρες. Μιὰ τέτοια στήριξη παίρνουμε μέσα ἀπὸ ἕνα φιλικὸ βλέμμα ποὺ ἀκουμπᾶ ἐπάνω μας, ἕνα λόγο ποὺ μᾶς ἀπευθύνουν, μιὰ καλωσύνη ποὺ μᾶς γίνεται. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ μᾶς ἀφήνουν νὰ παραμένουμε στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου τυφλοὶ καὶ ἱκετεύοντας γιὰ βοήθεια.

Ὅταν περνοῦσε ὁ Χριστὸς κάποιος ἄλλος τυφλὸς, ὁ Βαρτίμαιος, δὲν περίμενε τὸν Λυτρωτὴ νὰ ἔρθει σ’ ἐκεῖνον καὶ νὰ τὸν ρωτήσει ἄν ἤθελε νὰ σωθεῖ, ἄν ἤθελε νὰ δεῖ. Μόλις ἔνοιωσε ὅτι κάτι παράξενο γινόταν μέσα στὸ θορυβώδες πλῆθος, καὶ ὅταν σὲ ἀπάντηση τῆς ἐρώτησης του τοῦ εἶπαν ποιὸς περνοῦσε, ἄρχισε νὰ κραυγάζει γιὰ βοήθεια. Ἀλήθεια, οἱ ἄνθρωποι προσπάθησαν νὰ τὸν σταματήσουν· μιὰ μικρή ἀμφιβολία θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ εἶχε τρυπώσει μέσα του, ἄξιζε τὸν κόπο νὰ φωνάζει καλώντας σὲ βοήθεια, θὰ τὸν ἄκουγε ὁ Κύριος, θὰ ἀνταποκρινόταν σὲ μιὰ ἀσήμαντη ἀνάγκη, ὅπως ἦταν ἡ δική του; Συνέχισε νὰ κραυγάζει γιὰ βοήθεια, ἐπειδὴ ὁ πόνος του ἦταν τόσο μεγάλος, ἦταν τόσο ἀπελπισμένος. Ἦταν ἕτοιμος νὰ σπρώξει τοὺς ἀνθρώπους, νὰ παλέψει γιὰ ν’ ἀνοίξει δρόμο ἀνάμεσα στὸ πλῆθος προκειμένου νὰ φθάσει τὸν Θεὸ γιὰ νὰ τὸν ἀκούσει.

Ἄν μοναχὰ συνειδητοποιούσαμε πόσο τυφλοὶ εἴμαστε! Ἄν μόνο μπορούσαμε νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ γνώση μας γιὰ τὴ ζωή, ὄχι μόνον γιὰ τὴν αἰώνια, θεϊκὴ ζωή, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐπίγεια, ἐξαρτᾶται ἐντελῶς ἀπὸ διαδόσεις, ὅτι ἡ ζωή ποὺ μᾶς περιβάλλει εἶναι ἀμυδρὴ καὶ στοιχειωμένη καὶ ἐπειδὴ εἴμαστε τυφλοί, ἤ (ὅπως ὁ ἄλλος τυφλὸς τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ δὲν θεραπεύτηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸν Χριστό) βλέπουμε πράγματα μέσα σὲ ὁμίχλη. Ἄν μόνον μπορούσαμε νὰ θυμηθοῦμε τὶ μᾶς λέει ὁ Λυτρωτὴς γιὰ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν δόξα τῆς ἐπίγειας συνάμα καὶ τῆς ἐπουράνιας ζωῆς, καὶ νὰ μὴν εἴμαστε ἱκανοποιημένοι μὲ τὴν τυφλότητα μας, μὲ πόση θὲρμη θὰ προσπαθούσαμε νὰ κρατήσουμε κοντὰ μας τὸν Χριστὸ, ὥστε νὰ μᾶς διαπερνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα Του, καὶ νὰ μᾶς μιλοῦσε μὲ τὸν κυρίαρχο, θεραπευτικό, ζωοδότη λόγο Του. Τότε πράγματι ἴσως νὰ δοῦμε τὴν ἐκπληκτικὴ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου Του, τὴν ἀπύθμενη ὀμορφιὰ τοῦ θεϊκοῦ βλέμματος ποὺ ἀκουμπᾶ ἐπάνω μας μὲ ἔλεος, συμπόνοια, καὶ τρυφερότητα.

Χρησιμοποιοῦμε τὰ μάτια μας τόσο ἁπλά, ἀλλὰ βλέπουμε λίγα καὶ αὐτὰ εἶναι ἐπιφανειακά. Ἄς ἀναζητήσουμε τὸ ὅραμα ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι μόνο δικό μας, ὅταν οἱ καρδιὲς μας θὰ ἔχουν γίνει φωτεινὲς καὶ ἁγνές. «Εὐλογημένοι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιὰ, ἐπειδὴ αὐτοὶ θὰ δοῦν τὸν Θεό»· καὶ μέσα στὴν λαμπρότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἴσως νὰ δοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, εἴτε λουσμένοι στὸ φῶς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν λάμψη τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἤ, διαφορετικὰ, πληγωμένοι, σκοτεινοί, περιμένοντας ὄχι ἁπλὰ ἐλεημοσὺνη, ἀλλὰ νὰ παραδόσουμε ὅλη μας τὴ ζωὴ στὴν ἀγάπη, ἔτσι ποὺ νὰ ἔβλεπε ὅτι θὰ μποροῦσε ἤδη ἀπὸ τὼρα ν’ ἀποκαλυφθεῖ στὴ γῆ ἡ Οὐράνια Βασιλεία. Ἀμήν.

2.
Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)
«Εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς»

Ἡ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ εἶναι ἕνας φοβερὸς ἔλεγχος γιὰ τοὺς Φαρισαίους ποὺ δὲ θέλουν νὰ παραδεχθοῦν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Πρὶν ἀπὸ τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονὸς ὁ Χριστὸς ἔκανε ἕνα μεγάλο διάλογο μὲ τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους. Στὸ διάλογο αὐτὸ ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγὼ εἰμὶ” (Ἰω. 8,58). Ἐξαγριωμένοι τότε οἱ Ἰουδαῖοι, ἐπειδὴ δὲν κατάλαβαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, σήκωσαν λίθους γιὰ νὰ Τὸν κτυπήσουν (ὅπ. π. στίχ. 59). Ὁ Χριστός, γιὰ νὰ καταπραΰνει τὸ θυμὸ τους ἐκρύβη καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ» (ὅπ. π.). Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνάντησε τὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸ καὶ τὸν θεράπευσε, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἴασή του ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ μία ἀπάντηση στοὺς ἐχθρούς του, ποὺ ὑποτιμοῦσαν τὸ πρόσωπό Του.

Ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς

Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ νόμιζαν πὼς ἢ αὐτὸς ἁμάρτησε ἢ οἱ γονεῖς του γιὰ νὰ γεννηθεῖ τυφλός. Στὴ συνέχεια ὅμως ὁ Κύριος ἀποκλείει καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Γεννήθηκε τυφλὸς γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντίληψη τῶν μαθητῶν εἶναι ἐσφαλμένη, γιατί πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πέσει κάποιος στὴν ἁμαρτία πρὶν νὰ γεννηθεῖ; Μόνον οἱ εἰδωλολάτρες εἶχαν τέτοιες δοξασίες καὶ τέτοια ἀνόητα δόγματα. Ὁ Κύριος εἶναι κατηγορηματικός. Κάθε ἕνας εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὰ δικά του ἁμαρτήματα. Ἡ ἁμαρτία ποὺ διαπράττουμε εἶναι ἐκείνη ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει πὼς ἡ ὠφέλεια στὸν ἄνθρωπο εἶναι μεγάλη, ὅταν γνωρίζει τὴ σωστὴ διδασκαλία τοῦ Θεοῦ. Δὲν πέφτει σὲ σφάλματα οὔτε ἑρμηνεύει λάθος τὰ γεγονότα.

Ὁ τρόπος τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ

Ἀξιοθαύμαστος εἶναι ὁ τρόπος θεραπείας τοῦ τυφλοῦ. Μποροῦσε ὁ Χριστὸς νὰ τὸν θεραπεύσει διὰ λόγου χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει πηλὸ καὶ νὰ τοῦ ἀλείψει τὰ μάτια. Πρῶτα πρῶτα ἤθελε νὰ τοῦ διεγείρει τὴν πίστη. Ἔπειτα, μὲ τὴν πράξη Του αὐτὴ ἔδειξε τὴ δημιουργική Του δύναμη. Ὅπως ἕνας οἰκοδόμος τὴν μισοτελειωμένη οἰκία του τὴ συμπληρώνει (κτίζοντας μὲ νέα ὑλικά), ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς στὸ θαῦμα τοῦ τυφλοῦ «τὸ σῶμα τὸ ἡμέτερον συγκολλᾶ καὶ ἀναπληροῖ», δηλαδὴ συμπληρώνει τὶς ἀτέλειες τοῦ σώματός μας, γράφει ὁ Χρυσόστομος. Μὲ χῶμα δημιούργησε τὸν Ἀδάμ, μὲ χῶμα δημιούργησε καὶ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Μετά, κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου τοῦ εἶπε νὰ πάει νὰ πλύνει τὸ πρόσωπό του στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Ὁ τυφλὸς ὑπάκουσε ἀμέσως. Μέχρι νὰ πάει στὴ δεξαμενὴ ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ τὸν διέταξε ὁ Κύριος, ἀσφαλῶς θὰ συνάντησε πολλοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ τὸν ρωτοῦσαν ποῦ πάει καὶ γιατί ἔχει λάσπη στὰ μάτια του. Ἤθελε ὁ Κύριος νὰ γίνει τὸ σημεῖο ἐνδεικτικώτερο. Μετὰ τὴν θεραπεία θὰ ξαναγύριζε πάλι ἀπὸ τὸν ἴδιο δρόμο καὶ θὰ γινόταν κατὰ κάποιο τρόπο μία λιτάνευση τοῦ σημείου, θὰ γινόταν γνωστὸ τὸ θαῦμα χωρὶς εἰδικὴ σύσταση καὶ διάδοση. Βέβαια καὶ οἱ συνεχεῖς ἀνακρίσεις ποὺ κάνανε στὴ συνέχεια οἱ Φαρισαῖοι, χωρὶς νὰ τὸ θέλουν, κάνουν γνωστὸ σ’ ὅλους τὸ θαῦμα. Ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες, ὁ Θεὸς «ἐκ τῶν ἐναντίων τὰ ἐνάντια κατασκευάζει», θεραπεύτηκε ὁ τυφλὸς μὲ τὴ ζωοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Κυρίου.

Ἡ πνευματικὴ Σιλωὰμ

Ὁ Κύριος εἶναι ἡ πνευματικὴ πέτρα καὶ ἡ πνευματικὴ κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ ποὺ καθαρίζονται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες οἱ ἄνθρωποι. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας μεγάλος χείμαρρος ποὺ δρόσισε καὶ ἀνέψυξε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Στὶς πάσης φύσεως ἀρρώστιες μας, συμβουλεύει ὁ Μ. Βασίλειος, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς γιατροὺς νὰ καταφεύγουμε στὴ θεία χάρη. Ἡ μεγάλη τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου, λέγει ἕνας Ἐπίσκοπος, εἶναι ἡ ἁμαρτία του. Ὄχι ἁπλῶς ὅτι ἁμάρτησε, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἁμαρτία του «μένει». Στὴ διαμάχη μεταξὺ τυφλοῦ καὶ Φαρισαίων δὲν εἶναι ἡ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία. Δὲν ἐνδιαφέρονται τόσο γιὰ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου, ἀλλ’ ὅτι θίγεται ὁ ἐγωισμὸς τῶν Φαρισαίων. Ὁ ἐγωισμός μας δὲ μᾶς ἀφήνει νὰ παραδεχθοῦμε τὶς ἐνέργειες καὶ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ. Βλέπουμε τὰ μικρὰ καὶ ἀφήνουμε τὰ μεγάλα. Ἐγκλωβίζεται ἡ καλή μας θέληση καὶ ἀρνούμεθα νὰ παραδεχθοῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σέ μᾶς. Στὸ βάθος πιστεύουμε μόνον στὸν ἑαυτό μας καὶ στὰ χαρίσματά μας.

Ἀδελφοί μου,

Ἂς σπάσουμε αὐτὸ τὸ σύμπλεγμα τοῦ ἐγωισμοῦ μας κι ἂς παραδεχθοῦμε τὰ σφάλματά μας, ἂς ἀφήσουμε τὸ Θεὸ νὰ ἐνεργήσει ἐπάνω μας ὅπως Αὐτὸς γνωρίζει καὶ μὲ ὅποιον τρόπο θέλει. Ἐὰν γίνουμε ὄργανο γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, τότε ἂς ὑποστοῦμε καὶ τὶς μεγαλύτερες θυσίες.
3.

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))
Μὲ ἀφορμὴ τὴ θεραπεία στὰ Ἱεροσόλυμα τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἄνοιξε μία διαμάχη μεταξὺ τῶν ἠθικὰ καὶ πνευματικὰ φθαρμένων ἀνθρώπων καὶ τῆς ἀλήθειας· ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς βρέθηκε πάλι ἀντιμέτωπος μὲ τοὺς ἐχθρούς του. Πνευματικὰ καὶ ἠθικὰ φθαρμένοι εἶναι οἱ χαλασμένοι μέσα τους ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι ποὺ γιὰ διάφορες αἰτίες, δὲν σκέφτονται καὶ δὲν αἰσθάνονται σωστά. Ἡ διαμάχη αὐτή, ποὺ θὰ μπορούσαμε ἀλλιώτικα νὰ τὴν ὀνομάσουμε περιπέτεια τῆς ἀλήθειας, δὲν εἶναι ἡ πρώτη οὔτε ἡ τελευταία· εἶναι ἡ ἴδια πάντα καὶ τότε καὶ τώρα, μεταξὺ ἐκείνων, ποὺ «ἐν ὀνόματι» τῆς ἀλήθειας πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος εἶναι ἡ ἀλήθεια. Στὴ διαμάχη αὐτὴ καὶ τὸν αἰώνιο πόλεμο τῆς ἀλήθειας μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τοὺς ἑκατέρωθεν μαχητές, ὅπως τοὺς βλέπουμε στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή.
Πρῶτος στὸ πεδίο τῆς μάχης, ἀνδρεῖος καὶ ἀνυποχώρητος, εἶναι ὁ «ποτέ» τυφλός. Δὲν εἶδε μόνο τὸ φυσικὸ φῶς, ἀλλὰ ἔλαμψε μέσα του καὶ τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας. Μάχεται ἀποφασιστικὰ καὶ ἡ στάση του εἶναι ἡ μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια. «Ἀνθρωποςλεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπε μου ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι. Ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα». Τίποτε περισσότερο καὶ τίποτε λιγότερο δὲν λέγει ἀπ’ ὅ,τι ἔγινε, ἀπ’ ὅ,τι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶδε καὶ ἔζησε. Εἶναι σὰν καὶ νὰ ἀντιμετωπίζει τοὺς ἐχθρούς τῆς ἀλήθειας καὶ νὰ πολεμᾶ ὄρθιος. Ἡ μαρτυρία του εἶναι σαφής, προσωπικὴ καὶ ἀναμφισβήτητη· «Ἐνιψάμην καὶ βλέπω… Προφήτης ἐστίν… Ἕν οἶδα ὅτι, τυφλὸς ὤν, ἄρτι βλέπω…». Στὸν ἴδιο τόνο καὶ μὲ τὴν ἴδια αἴσθηση τῆς ἀλήθειας θὰ μιλοῦν καὶ θὰ γράφουν ὕστερα οἱ Ἀπόστολοι. Ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης ἀπτόητοι καὶ μὲ παρρησία ἔλεγαν πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς· «Οὐ δυνάμεθα ἡμεῖς ἃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν μὴ λαλεῖν». Δὲν μποροῦμε ἐμεῖς ἐκεῖνα ποὺ εἴδαμε καὶ ἀκούσαμε νὰ μὴν τὰ κηρύττουμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ μαρτυρία καὶ ἡ ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας, γιὰ τὴν ὁποία ὁδηγοῦνται στὸ μαρτύριο μέχρι θανάτου οἱ Ἅγιοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ τιμιότητα καὶ ἡ εἰλικρίνεια τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, ποὺ βλέπουν καὶ ὁμολογοῦν τὴν ἀλήθεια, ὡς γεγονὸς στὰ πράγματα καὶ ὡς ἐμπειρία μέσα τους. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη, τὸ κήρυγμα καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μαρτυρία δηλαδὴ γιὰ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας. Ἡ Ἐκκλησία δὲν κηρύττει καὶ δὲν ἑορτάζει ἰδεολογία, ἀλλὰ πρόσωπα καὶ γεγονότα.

Δεύτεροι στὸ πεδίο τῆς μάχης γιὰ τὴν ἀλήθεια εἶναι οἱ δειλοὶ· ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν τὴν ἀλήθεια, μὰ δὲν τολμᾶνε νὰ δώσουν γι’ αὐτὴν μαρτυρία. Αὐτοὶ τώρα εἶναι οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, ποὺ δὲν παίρνουν πάνω τους τὴν εὐθύνη τῆς ἀλήθειας. Δὲν τὴν ἀρνοῦνται, μὰ καὶ δὲν τὴν ὁμολογοῦν, «Οἴδαμεν ὅτι οὗτος ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη. Πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν… Αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε». Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ τῶν γονέων τοῦ τυφλοῦ εἶναι σωστὴ καὶ λογική. Ἀλλ’ ὅμως τὸ ἱερὸ κείμενο ἐξηγεῖ τὸ βαθύτερο λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ γονεῖς ἀπάντησαν ἔτσι. «Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι, ἵνα ἐὰν τὶς ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται». Τέτοιους ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας βρίσκομε παντοῦ καὶ πάντα· «οἴδαμεν» καὶ «οὐκ οἴδαμεν». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀδάπανη καὶ ἀνώδυνη μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ· τίποτε δὲν στοιχίζει νὰ ξέρεις καὶ νὰ μὴν ξέρεις, νὰ λὲς καὶ νὰ μὴ λές, νὰ πολεμᾶς καὶ νὰ μὴν κινδυνεύεις. Τὸ πιὸ ἀηδιαστικὸ γιὰ τὴν πίστη καὶ γιὰ τὴ μαρτυρία τῆς ἀλήθειας εἶναι νὰ εἶσαι οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, ἀλλὰ χλιαρός, καθὼς ἀκριβῶς εἶναι γραμμένο στὴν Ἀποκάλυψη γιὰ τὸν ἄγγελο τῆς Λαοδικείας. «Οἶδα σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ᾖς ἢ ζεστός. Οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου».

Τρίτοι στὸ πεδίο τῆς μάχης εἶναι οἱ ἐχθροί τῆς ἀλήθειας, οἱ ἀπὸ διάφορες αἰτίες καὶ σκοποὺς χαλασμένοι ἄνθρωποι, ποὺ δὲν μποροῦν καὶ δὲν θέλουνε νὰ δοῦν τὴν ἀλήθεια. Εἶναι οἱ ἀντίχριστοι ὅλων τῶν αἰώνων, ποὺ στὸν καιρὸ μας ἔχουν πληθυνθεῖ. Αὐτοὶ εἶναι ἀσκημένοι καὶ ξέρουν καλὰ τὴν τακτική τοῦ πολέμου ποὺ κάνουν· πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια, «ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας». Εἶναι τάχα οἱ φύλακες τῆς ἀλήθειας, ποὺ τὴν ὑπερασπίζουν μὲ ἠχηρὰ καὶ μεγάλα λόγια. Εἶναι πολὺ γνωστὴ αὐτὴ ἡ μεγαλόστομη δῆθεν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας. Στὴν οὐσία καὶ πραγματικὰ εἶναι συγκάλυψη καὶ ἄρνηση τῆς ἀλήθειας. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τῶν μεγάλων συνήθως ἀξιωμάτων, καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος, εἶναι οἱ «μόρφωσιν ἔχοντες εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι». Δείχνουν πὼς ὑπερασπίζουν τὴν ἀλήθεια, μὰ τὴν ἀλήθεια δὲν τὴν ξέρουν, μὰ δὲν θέλουν οὔτε κι ὁ λαὸς νὰ τὴν μάθει. Δὲν ὑπερασπίζουν τὴν ἀλήθεια, μὰ παλεύουν νὰ κρατήσουν τὰ ὁποιαδήποτε ἀξιώματά τους καὶ τὴ θέση τους στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ. Εἶναι στ’ ἀλήθεια οἰκτροὶ καὶ τραγικοὶ ἄνθρωποι. Ἂς μὴν πηγαίνει ὁ νοῦς μας πουθενὰ ἀλλοῦ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Γιὰ μᾶς ὁμιλοῦμε, γιὰ τοὺς χριστιανοὺς εἶναι ὁ λόγος, γιὰ τὸν κλῆρο καὶ γιὰ τὸ λαό. Ὅσοι εἴμαστε χριστιανοὶ ἂς προσέξουμε τί στάση παίρνομε ἀπέναντι στὸ Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἂς προσέξουμε ἀκριβῶς σὲ τοῦτο, ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι φιλοσοφικὴ ἔννοια καὶ ἰδεολογία, ἀνθρώπινη ἀνακάλυψη καὶ γνώση, ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι προσωπικὴ πραγματικότητα καὶ ἀποκάλυψη Θεοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθὼς ὁ ἴδιος μαρτυρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτὸ του· «Ἐγὼ εἰμί… ἡ ἀλήθεια».

Τίποτε δὲν εἶναι πιὸ μισητό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ἐπικίνδυνο, παρὰ τὸ ψέμα «ἐν ὀνόματι» τῆς ἀλήθειας. Νὰ βάζεις μπροστὰ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ καλύψει τὸ ψέμα. Νὰ δείχνεις ἅγιος, γιὰ νὰ σκεπάσεις τὴν ἀσέβειά σου· νὰ φωνάζεις τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ καλύψεις τὴν παρουσία τοῦ διαβόλου. Καὶ εἶναι πιὰ τόσο συνηθισμένο αὐτὸ στὸν καιρό μας, ποὺ μᾶς χρειάζεται πολλὴ προσοχὴ καὶ ἄσκηση, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ συνεννοηθοῦμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας. Ἔγινε τέχνη καὶ ἐπιστήμη, ἐπάνω στὴν ὁποία στηρίζεται ἡ μεγάλη κακία τοῦ αἰώνα, ἡ προπαγάνδα, ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ διπλωματία. Ποιὰ εἶναι τέλος πάντων ἡ ἀλήθεια; Ὅ,τι γίνεται στὸν κόσμο κι ὅ,τι λέγεται, ὅλα «ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας», γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ γιὰ τὴν εἰρήνη τῶν λαῶν. Μὰ εἶναι βέβαιο πὼς ὅσο περισσότερο φωνάζομε κάποια ἱερὰ ὀνόματα, τόσο λιγότερο στὰ πράγματα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸν καθέναν, ποὺ μάχεται καὶ φωνάζει δῆθεν γιὰ τὴν ἀλήθεια, κάνει μία ἐρώτηση, ὅμοια κάπως μ’ ἐκείνη ποὺ ἔκανε στὸν «ποτὲ» τυφλὸ· «Σὺ πιστεύεις εἰς τὴν ἀλήθειαν;». Ἡ ὅποια ἀπάντησή μας δὲν θὰ στηρίξει οὔτε καὶ θὰ κλονίσει τὴν ἀλήθεια. Θὰ δείξει ὅμως ἂν ἐμεῖς πιστεύουμε στὴν ἀλήθεια καὶ τὴν προσκυνοῦμε· ἂν εἴμαστε πραγματικὰ ἐλεύθεροι. Γιατί ἐλεύθερος εἶναι ὅποιος πιστεύει στὸν Ἰησοῦ Χριστό, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ εἶπε· «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Ἀμήν.

4.
Νικάνωρ Καραγιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)
Ἡ σημασία τοῦ φωτὸς κυριαρχεῖ καὶ στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς τελευταίας Κυριακῆς τῆς πασχαλινῆς περιόδου, τῆς Κυριακῆς πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη. Ἀνάσταση, φῶς καὶ ζωὴ εἶναι θεμελιώδεις ἀλήθειες τὶς ὁποῖες διακήρυξε τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα. Φῶς σημαίνει ζωὴ καὶ σκοτάδι θάνατος καὶ φθορά.

Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας

Ἡ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἂν καὶ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ πραγματοποίησε ὁ Χριστός, ἔχει κάποια ἰδιαίτερα θεολογικὰ χαρακτηριστικά. Ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς μαθητές Του γιὰ τὴν αἰτία τῆς ἀρρώστιας, καὶ τὴ σχέση της μὲ τὴν ἁμαρτία. Ὁ συγκεκριμένος χρόνος τῆς θεραπείας καὶ τὸ νόημά της (χρήση πηλοῦ, δημιουργία-ἀναδημιουργία). Ἡ συμπεριφορὰ τῶν γονέων τοῦ θεραπευμένου τυφλοῦ (φόβος-οὐδετερότητα). Ἡ ἀντίδραση καὶ ἡ ἄρνηση τῶν φαρισαίων μπροστὰ στὸ ὁλοφάνερο θαῦμα (προκατάληψη – ἐμπάθεια). Τὸ θάρρος καὶ ἡ ὁμολογία πίστεως τοῦ τυφλοῦ (φῶς -ἀλήθεια), εἶναι ἀξιοπρόσεκτα στοιχεῖα τῆς εὐαγγελικῆς διήγησης.

Μαζὶ μὲ ὅλα αὐτά, ὅμως, ἀποκαλύπτεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Πέρα καὶ πάνω ἀπὸ τὴ σωματικὴ τύφλωση, ὁ Χριστὸς θεραπεύει τὴν πνευματικὴ τυφλότητα. Διαλύει τὴ σύγχυση καὶ τὰ σκοτάδια τῆς ἁμαρτίας. Εὔκολα καταλαβαίνουμε ὅτι τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ δὲν περιορίζεται στὴν ἀποκατάσταση τῆς ὅρασης, ὅσο σημαντικὸ καὶ ἂν εἶναι αὐτό. Τὸ θαῦμα, ἴσως, ποὺ δὲν φαίνεται εἶναι πιὸ βαθὺ καὶ οὐσιαστικό. Εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς φωτισμός, ποὺ θεραπεύει καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν πνευματικὴ τύφλωση.

Πόσο εὔστοχα ἕνας ὕμνος τῆς ἡμέρας ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, ὅταν λέει: «Δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ, Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ τὸν ἐκ μήτρας τὸ φῶς ἐστερημένον διὰ τῆς Σῆς ἀχράντου προψαύσεως φωτίσας κατ’ ἄμφω, καὶ ἡμῶν τὰ ὄμματα τῶν ψυχῶν αὐγάσας υἱοὺς ἡμέρας δείξω, ἵνα πίστει βοῶμεν σοι, πολλή Σου καὶ ἄφατος ἡ εἰς ἡμᾶς εὐσπλαγχνία, φιλάνθρωπε δόξα σοι»· Ἥλιε νοητέ τῆς δικαιοσύνης Χριστέ, ἐσὺ ποὺ μὲ τὸ ἄχραντό Σου ἄγγιγμα φώτισες σωματικὰ καὶ πνευματικὰ τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό, φώτισε καὶ τὰ μάτια τῶν ψυχῶν μας, κάνε μας υἱοὺς ἡμέρας, ὥστε μὲ πίστη νὰ δοξάζουμε τὴ μεγάλη καὶ ἀνέκφραστη φιλανθρωπία Σου. Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ διαπερνᾶ τὸν κόσμο. Φανερώνει τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἀποκαλύπτει τὸν προορισμὸ καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸ σκοπὸ ὅλων ὅσα ὑπάρχουν.

Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ

Ὅταν φωτιζόμαστε ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, σὲ μία τέτοια θέα τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῆς δημιουργίας, γεμίζουμε ἐλπίδα καὶ χαρά. Ἔστω καὶ ἂν μοιραζόμαστε μὲ τοὺς συνανθρώπους μας τὴ γήινη «μοίρα», τὴν κοινὴ φύση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καὶ ζωῆς, παρόλα αὐτά, ὅλα ἀλλάζουν καὶ μεταμορφώνονται μέσα μας. Ἀνατέλλει ἡ «καινὴ κτίση καὶ ζωή», δηλαδὴ μία καινούργια προοπτικὴ καὶ δυναμική. Χαρές, λύπες, ἐλπίδες, ἀγωνίες, θεραπεῖες, ἀρρώστιες, ἀκόμη καὶ ὁ θάνατος, σηματοδοτοῦν τὸ τέρμα τῆς προσωρινότητας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς αἰωνιότητας. Εἶναι ἡ προσδοκία νὰ ζήσουμε μία διαφορετικὴ πραγματικότητα καὶ κατάσταση ζωῆς, ὅπου δὲν θὰ ὑπάρχουν δάκρυα, θλίψεις καὶ στεναγμοί. Αὐτὸς εἶναι ὁ φωτισμὸς ποὺ ἀποκαλύπτει ὁ ἀναστημένος Χριστὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, δὲν εἶναι ἕνα φυσικὸ φαινόμενο ποὺ μποροῦμε νὰ ἀποδείξουμε μὲ ἱστορικὰ τεκμήρια, λογικὰ ἐπιχειρήματα καὶ θεολογικὲς ρητορεῖες. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο παρουσιάζει σὰν μία ἀπὸ τὶς πολλὲς καὶ ποικίλες «ἀντιφάσεις» τῆς χριστιανικῆς πίστης, ὅταν λέει ὅτι «εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσιν καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ἰω. 9,39). Ἐγὼ ἦρθα, γιὰ νὰ φέρω σὲ κρίση τὸν κόσμο ἔτσι, ὥστε αὐτοὶ ποὺ δὲν βλέπουν νὰ βροῦν τὸ φῶς τους, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν νὰ ἀποδειχθοῦν τυφλοί. Ἡ ἐπικαιρότητα αὐτῆς τῆς φράσης τοῦ Χριστοῦ εἶναι αὐτονόητη. Ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι τυφλωμένοι ἀπὸ τὰ πολλὰ «φῶτα» τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς γνώσης, τῆς ἀνάπτυξης καὶ τῆς προόδου, μέσα στὴν ἐγωιστική τους ἐμπάθεια ἀδιαφοροῦν, ἀμφισβητοῦν καί, τελικά, ἀρνοῦνται τὸ φῶς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ. Οἱ ἄνθρωποι προτιμοῦν τὰ δικά τους φῶτα, τὶς δικές τους κοσμοθεωρίες καὶ ἰδεολογίες, ἐγκλωβίζονται μέσα στὴ λογική τους καὶ ἀσφυκτιοῦν.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ζωὴ καὶ θάνατος, θὰ παραμένουν πάντοτε σκοτεινὰ αἰνίγματα ποὺ φωτίζονται μόνο ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ φῶς ποὺ ἔκανε τὸν τυφλὸ ὄχι μόνο νὰ δεῖ τὸν κόσμο, ἀλλά, κυρίως, νὰ κατανοήσει τὸν προορισμὸ τὸ δικό του καὶ κάθε ἀνθρώπου, ποὺ δὲν βρίσκεται πουθενὰ ἀλλοῦ παρὰ μόνο «ἐν τῷ Θεῶ». Ἀμήν.