Ἄρχισε τότε, πού ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ζοῦσε ἀκόμη στόν κόσμο. Οἱ Ἀρχιερεῖς τῶν Ἑβραίων καί οἱ Φαρισαῖοι, πνευματικοί τους ἡγεσία, χάλαγαν τόν κόσμο τούς νά πείσουν, ὅτι ὁ Χριστός ἦταν «ἐχθρός τοῦ λαοῦ». Καί τό κατάφεραν. Καί ὅλος ὁ κόσμος, ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου, ἔσκουζε ὅσο πιό δυνατά μποροῦσε:
-Ἆρον. Ἆρον. Σταύρωσον Αὐτόν.
Ἡ προπαγάνδα, τούς εἶχε ἐντελῶς τυφλώσει.
Καί ἀργότερα, οἱ Ρωμαῖοι δέν ἔσφαζαν μόνο. Συκοφαντοῦσαν. Μέ τό χειρότερο τρόπο. Ἐνῶ οἱ πιστοί Χριστιανοί εἶχαν, ὑποδειγματική ἐγκράτεια, τούς κατηγοροῦσαν, ὅτι ἔκαναν οἰδιπόδεια ὄργια (= ἔρωτα μέ τίς μανάδες τους!) καί ὅτι ἦταν ἀνθρωποφάγοι (= ἀφοῦ ἔτρωγαν «σῶμα» καί ἔπιναν «αἷμα») τάχα, ἔτρωγαν ὅποιον εὕρισκαν μπροστά τους!
Στήν ἀντιχριστιανική τους προπαγάνδα ἐπιστράτευαν ἀκόμη καί τόν ἀθλητισμό: τούς πρωταθλητές· μέ τά χρυσά μετάλλια!
Τόν ἔβλεπαν οἱ ἀθλητές καί τούς ἔπιανε φρίκη καί τρόμος. Καί ἔλεγαν:
– Θά πρέπει νά εἶναι κανείς τρελλός, γιά νά πάει νά τά βάλει μέ αὐτόν!…
Ὅμως. Ἕνας νεαρός Χριστιανός, ὁ Νέστωρ, τό τόλμησε. Καί παρουσιάστηκε στήν Ἐπιτροπή, πού εἶχε πρόεδρο τόν ἴδιο τόν αὐτοκράτορα Μαξιμιανό (293-306).

Ἦταν εὐγενικός καί ὀμορφόπαιδο ὁ Νέστωρ. Καί ὁ Μαξιμιανός τόν λυπήθηκε. Καί τοῦ τό εἶπε:
– Δέν λυπᾶσαι τά νειᾶτα σου, ρέ καλό μου παιδί; Μέ αὐτόν θά πᾶς νά τά βάλεις; Θά σέ σφάξει! Καί κρῖμα τέτοια ὀμορφιά καί τέτοια νειᾶτα!… Καί ἄν ψάχνεις γιά τά χρήματα, πού παίρνουν ἔπαθλο οἱ νικητές, θά σοῦ τά δώσω ἐγώ, ρέ παιδί μου!
– Δέν εἶμαι φτωχός. Δέν ψάχνω γιά χρήματα. Ἰδεολογικά μπαίνω στήν πάλη!…
Καί ἡ ἄδεια τοῦ δόθηκε

Καί τί θαῦμα! Μέσα σέ λίγη ὥρα, σέ πάλη σῶμα μέ σῶμα, σέ ἐλεύθερη πάλη σῶμα μέ σῶμα, ὁ Νέστωρ ἔβαλε κάτω τόν Λυαῖο. Καί ὅπως ἀπαιτοῦσαν οἱ ὅροι τῆς μονομαχίας τότε, τόν ἔσφαξε.
Σύ, ἀδελφέ, τί κάνεις;
Τόν μιμεῖσαι τόν Ἅγιο Νέστορα;
Ζητεῖς ἀπό τόν Χριστό βοήθεια, στά ὅποια προβλήματά σου;
Τά ξεπερνᾶς αὐτά πού γίνονται γύρω σου;
Τόν παρακαλεῖς νά σέ δυναμώνει, νά τό δείχνεις ὅτι Τόν ἀγαπᾶς καί Τόν πιστεύεις;