Ἁγίων Ἐλευθερίου & Ἀνθίας (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

Ντροπὴ

Εὐχαριστῶ, ἀγαπητοί μου, τὸν Κύριον ἡμῶν ἸησοῦνΧριστόν, διότι μὲ ἀξιώνει νὰ κηρύξω. Θὰ μιλήσω ἁπλᾶ,ὥστε νὰ μὲ καταλάβουν ὅλοι, κ᾽ ἐλπίζω ὅτι ὑπάρχειδιάθεσι ν᾽ ἀκούσετε«Μακάριος ὁ λαλῶν εἰς ὦ τα ἀκουόντων», καλότυχος ὅποιος ὁμιλεῖ σὲ αὐτιὰ ποὺ προσέχουν.
Ἀκούσατε τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα. Ἀφήνουμε τὸ εὐαγγέλιο καὶ ἂς πάρουμε τὸν ἀπόστολο. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ ἀποστόλου θέλω νὰ προσέξετε μιὰ λέξι, ἕνα ῥῆμα. Τὸ μεταχειρίζεται τρεῖς φορὲς ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ δὲν λέει ἔτσι τὶς κουβέντες του. Εἶνε τὸ ῥῆμα αἰσχύνομαι – ἐπαισχύνομαι. Τὸ λέει καὶ σὲ πρῶτο πρόσωπο καὶ σὲ δεύτερο πρόσωπο καὶ σὲ τρίτο πρόσωπο. Σὲ πρῶτο πρόσωπο εἶνε αὐτὸς ὁ ἴδιος· «Οὐκ ἐπαισχύνομαι», λέει, δὲ ντρέπομαι ποὺ πάσχω γιὰ τὸ εὐαγγέλιο(Β΄ Τιμ. 1,12).
Σὲ δεύτερο πρόσωπο εἶνε γιὰ τὸ μαθητή του τὸν Τιμόθεο· «Μὴ ἐπαισχυνθῇς», τοῦ λέει, ἐσὺ παιδί μου· μὴ ντραπῇς, οὔτε γιὰ τὴ μαρτυρία τοῦ εὐαγγελίου οὔτε γιὰ μένα ποὺ γι᾽ αὐτὸ εἶμαι δέσμιος (ἔ.ἀ. 1,8).
Εὐχαριστῶ, ἀγαπητοί μου, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, διότι μὲ ἀξιώνει νὰ κηρύξω.
Θὰ μιλήσω ἁπλᾶ, ὥστε νὰ μὲ καταλάβουν ὅλοι,κ᾽ ἐλπίζω ὅτι ὑπάρχειδιάθεσι ν᾽ ἀκούσετε.
«Μα- κάριος ὁ λαλῶν εἰς ὦτα ἀκουόντων», καλότυ-χος ὅποιος ὁμιλεῖ σὲ αὐτιὰ ποὺ προσέχουν.
Ἀκούσατε τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα. Ἀφήνουμετὸ εὐαγγέλιο καὶ ἂς πάρουμε τὸν ἀπόστολο.
Ἀπ᾿ ὅλα τὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ ἀποστόλου θέλω νὰ προσέξετε μιὰ λέξι, ἕνα ῥῆμα. Τὸ μετα-
χειρίζεται τρεῖς φορὲς ὁ ἀπόστολος Παῦλος,ποὺ δὲν λέει ἔτσι τὶς κουβέντες του. Εἶνετὸ ῥῆμα αἰσχύνομαι
 –ἐπαισχύνομαι . Τὸ λέει καὶ σὲπρῶτο πρόσωπο καὶ σὲ δεύτερο πρόσωπο καὶσὲ τρίτο πρόσωπο. Σὲ πρῶτο πρόσωπο εἶνε αὐ-τὸς ὁ ἴδιος·
«Οὐκ ἐπαισχύνομαι», λέει, δὲ ντρέπομαι ποὺ πάσχω γιὰ τὸ εὐαγγέλιο(Β΄ Τιμ. 1,12)
. Σὲ δεύτερο πρόσωπο εἶνε γιὰ τὸ μαθητή του τὸν Τιμόθεο·
«Μὴ ἐπαισχυνθῇς», τοῦ λέει, ἐσὺ παιδί μου·μὴ ντραπῇς, οὔτε γιὰ τὴ μαρτυρία τοῦ εὐαγγελίου
οὔτε γιὰ μένα ποὺ γι᾽ αὐτὸ εἶμαι δέσμιο(ἔ.ἀ. 1,8).
Καὶ σὲ τρίτο πρόσωπο εἶνε γιὰ ἕνα πολύτιμο συνεργάτη του στὴν Ἔφεσο, τὸν Ὀνησιφόρο,γιὰ τὸν ὁποῖο λέει· αὐτὸς
«τὴν ἅλυσίν μου οὐκ ἐπαισχύνθη»
, δὲ ντράπηκε τὴν ἁλυσίδα ποὺφέρω ἐδῶ μέσ᾿ στὰ μπουντρούμια τῆς Ῥώ-μης, ἀλλὰ ἦρθε καὶ μὲ βρῆκε
(ἔ.ἀ. 1,16)
.
* * *
Περὶ ντροπῆς λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ὁ λό-γος. Καὶ ὑπάρχειδύο εἰδῶνντροπή, ἡ καλὴκαὶ ἡ κακή. Θὰ σᾶς δείξω καὶ τὶς δύο, ἀρχίζον-τας ἀπὸ τὴνκαλὴ ντροπή, κ᾽ ἐσεῖς διαλέξτε.⃝
Ντροπὴλέγεται σήμερα· ἀλλὰ στὰ ἀρχαῖαἑλληνικά, τὴν ἀνώτερη γλῶσσα, τὴ γλῶσσαποὺ μιλοῦσαν ἄγγελοι καὶ μπορεῖ νὰ ἐκφρά-σῃ καὶ τὰ πιὸ λεπτὰ νοήματα, ἡ ντροπὴ λεγόταν αἰδώς . Καὶ μέχρι σήμερα, στὰ βράχια αὐτὰ
ποὺ ζοῦμε, ὑπάρχει ἡ λέξις αὐτή. «Αὐτός»,λέμε, «προσέβαλε τὴν δημοσία αἰδῶ», ἔθιξεδηλαδὴ τὸ κοινὸ αἴσθημα τῆς ντροπῆς.Μέσα στὸν κάθε ἄνθρωπο, ὅπου καὶ ἂν κατοικῇ, εἴτε στὸ Βόρειο εἴτε στὸ Νότιο Πόλο εἴτε
στὴ διακεκαυμένη ζώνη εἴτε στὸ δικό μας εὔκρατο κλίμα, εἴτε ἄσπρος εἶνε εἴτε μαῦ
ρος εἴ-τε κίτρινος εἴτε οἱουδήποτε χρώματος, μέσαστὴν καρδιά του ὁ Θεὸς ἔχει φυτέψει τὸ λου-λούδι ποὺ λέγεται αἰδώς, ντροπή. Τὴν ἔχει ὁκάθε ἄνθρωπος. Καὶ στοὺς ἀγρίους νὰ πᾶμε,εἶνε ἔμφυτη, ὄχι ἐπίκτητη
· τὴ φύτεψε ὁ Θεός.Ξέρετε τί εἶνε ἡ ντροπή; Εἶνε ἐκεῖνοτὸ κόκκινο χρῶμα, μὲ τὸ ὁποῖο ἄγγελος βάφει τὰ μά-
 γουλα τοῦ κοριτσιοῦ, ὅταν πρόκειται νὰ μιλήσῃ
μὲ τὸ μεγαλύτερό της· βάφει τὰ μάγουλα τοῦἀγοριοῦ, ὅταν ἀκούσῃ αἰσχρὴ λέξι· βάφει
τὰμάγουλα κάθε τιμίου ἀνθρώπου, ὅταν μπροστά
του δῇ κάτι ἀνήθικο καὶ φαῦλο, ἀντίθετο μὲ τὴχριστιανικὴ ἠθική, μὲ τὴν τιμὴ τοῦ ἀνθρώπου.Νὰ μιλήσω ἀκόμη ἁπλούστερα; Ἔχετε πάεισὲ περιβόλι; Ἐκεῖ ὑπάρχουν διάφορα λουλούδια, ὑπάρχει καὶ ἡ τριανταφυλλιὰ
μὲ τὰ ὡραῖατης τριαντάφυλλα. Δὲ μοῦ λέτε, ἐὰν κατὰ λά-θος μπῇ στὸ περιβόλι κανένα ἀκάθαρτο ζῷο
ἀπὸ ᾿κεῖνα ποὺ ἀρέσκονται στὴ λάσπη, ἂν μπῇ ἕναςχοῖρος, τολμάει νὰ πλησιάσῃ τὴν τριαν-τα
φυλλιά; Τὰ ἄλλα λουλούδια τὰ πλησιάζει,ἀλλὰ τὴν τριανταφυλλιὰ δὲν μπορεῖ· ἂν τολ-μήσῃ, ἡ μουτσούνα του θὰ ματώσῃ, γιατὶ ἡ
τριανταφυλλιὰ ἔχει ἀγκάθια. Ὅπως λοιπὸνστὸ περιβόλι ὑπάρχουν τριανταφυλλιές,ἔτσικαὶ μέσα στὸ μπαξὲ αὐτὸ ποὺ λέγεται πα
 τρί-δα –ποὺ δυστυχῶς γέμισε «γουρούνια»–, ὑ-πάρχουν «τριανταφυλλιές».Ποιές εἶνε οἱ «τριανταφυλλιές»; Εἶνεἡ κο-ρούλα σου
, ἀγαπητέ μου, ποὺ τὴ γέννησες,
τὴν πότισες, τὴν ἀνέθρεψες, ἔφτυσες αἷμα νὰτὴν κάνῃς κοπέλλα 20 – 25 χρονῶν, καὶ τὴν κα- μαρώνεις. Ἀλλὰ ὑπάρχουν «γουρούνια», ἕτοι- μα νὰ πέσουν νὰ φᾶνε τὰ τριαντάφυλλα, νὰ τὰῥίξουν κάτω νὰ τὰ κάνουν κόπρια τοῦ διαβό-
λου. Ὁ Θεὸς ὅμως ἔδωσε στὴ δική σου κορούλα, καὶ σὲ κάθε κορούλα, «ἀγκάθια»· καὶ τ᾿
«ἀγ-κάθια» εἶνε ἡ αἰδώς, ἡ ντροπή. Ἔτσι λέει κά-ποιος ἀρχαῖος φιλόσοφος· ὅ,τι εἶνε γιὰ τὴν
τριανταφυλλιὰ τ᾿ ἀγκάθια, εἶνε γιὰ τὸ τίμιο κορίτσι ἡ ντροπή. Μιὰ κόρη, ποὺ διδάχθηκε ἀπὸτὴ μάνα καὶ τὴν ἀγράμματη γιαγιά της ὅτι «ἡτιμὴ τιμὴ δὲν ἔχει», ἔχει τὸ ὅπλο τῆς ντροπῆς.
Ἂν τολμήσῃ νὰ τὴν πλησιάσῃ κανένα τέτοιο«γουρούνι», τότε τὰ «ἀγκάθια» της, ἡ ἔμφυτηντροπή, δὲν θ᾽ ἀφήσῃ νὰ τὴν ἀγγίξῃ.Ρώτησαν, λένε, τὸνΣωκράτη, ποιό εἶνε τὸ καλύτερο στολίδι τῆς γυναίκας, κι αὐτὸς ἀπήν-
τησε· Τὸ κόκκινο χρῶμα τῆς ντροπῆς. Καὶ μιὰμέρα, ὅταν εἶδε κάποιον νέο νὰ βγαίνῃ μὲ αἴ-σθημα ἐνοχῆς ἀπὸ ἕνα σπί
τι ἁμαρτωλό, τοῦεἶπε· Θὰ ἤθελα νὰ ντρέπεσαι
ὅταν μπαίνῃς σὲτέτοιο σπίτι, νὰ μὴν πατᾷς τὸ κατώφλι του·τώρα ποὺ βγαίνεις ἀπὸ ᾽κεῖ εἶνε ἀργά…Ἂν ζοῦσε σήμερα ὁ Σωκράτης, ἔστω κι ἂνδὲν εἶχε γνωρίσει οὔτε Δεκάλογο οὔτε Εὐαγ-γέλιο, θὰ ἔλεγε·Θά ᾽πρεπε νὰ ντρέπεσαι, ἐσὺ νέε
μου, ν᾽ ἀκοῦς αἰσχρὰ λόγια καὶ βωμολοχί-ες·νὰ λὲς τραγούδια τοῦ Χόλλυγουντ, ἀντὶ γιὰτὰ τραγούδια τῶν προγόνων σου (τοῦ Μοριᾶ,τοῦ Βάλτου, τοῦ Ὀλύμπου, τοῦ Ψηλορείτη καὶτῶν νησιῶν), ποὺ μυρίζουν θυμάρι καὶ οὐρα-νό· θά
᾽πρεπε νὰ ντρέπεσαι νὰ κρατᾶς στὰ χέρια σου περιοδικὰ γεμᾶτα αἴσχη κι ἀκαθαρ-σία· θά ᾽πρεπε νὰ ντρέπεσαι ν᾿ ἀνοίγῃς τὸ ῥα-διόφωνο καὶ ν᾿ ἀκοῦς φωνὲς ψευτιᾶς κι ἀνηθικότητος. Θά ᾽πρεπε νὰ ντρέπεσαι, κ᾽ ἐσὺ νέα μου
, νὰ ἱκανοποιῇς τὶς ἐπιθυμίες φαύλων ἀνθρώπων, νὰ βγάζῃς τὰ ροῦχα σου καὶ νὰ περπατᾷς στὸ δρόμο γυμνή, λὲς κ᾽ εἶσαι κανένακομμάτι κρέας κρεμασμένο στὸ τσιγγέλι. Σὲ ξεγύμνωσαν, Ἑλληνίδα μου, γυναίκα τοῦ λαοῦμας! Θά ᾽πρεπε νὰ
ντρέπεστε, κ᾽ ἐσεῖς γονεῖς,νὰ χαζεύετε στὴν ὀθόνη, τὸ σχολειὸ αὐτὸ τοῦ
ἐγκλήματος· ἂν δὲν ἦταν ἱερὸς ὁ χῶρος, θὰ τὸχαρακτήριζα μὲ μιὰ λέξι, ποὺ τὴν εἶπα ἄλλοτε κ᾽ἔγινε σάλος· ἐσεῖς μᾶς ἀναγκάζετε νὰ μιλᾶμε μὲ γλῶσσα ὠμή. Θά ᾽πρεπε νὰ ντρέπεστε, πατέρα καὶ μάνα, νὰ ὁδηγῆτε τὰ παιδιά σας
σὲ τέτοια θεάματα. Ἄντε μετὰ νὰ μαζέψῃς τὸπαιδί, καὶ ἄντε σὺ ὁ δάσκαλος νὰ διδάξῃς.
Τὸ παιδὶ μπαίνει ἐκεῖ μέσα ἄγγελος, βγαίνει γουρούνι!
⃝ Θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ντροπὴ γιὰ ὅλ᾽ αὐτά·αὐτὴ εἶνε ἡ καλὴ ντροπή. Κι ὅμως γι᾽ αὐτὰ δὲντρέπονται. Ντρέπονται γιὰ κάποια ἄλλα, κιαὐτὴ εἶνε ἡ κακὴ ντροπή
. Ὤ πῶς χάλασε ὁκόσμος, πῶς τὰ ἄνω ἔγιναν κάτω, πῶς ἄλλα-ξε τὸ λεξιλόγιο! Νὰ κρατάῃ αἰσχρὸ περιοδικό,νὰ διαβάζῃ ἄθλιο ἀνάγνωσμα, νὰ βλέπῃ πορ-νοθέαμα, ν᾿ ἀκούῃ καὶ νὰ λέῃ ἀνήθικα λόγια,νὰ τραγουδάῃ πρόστυχα τραγού
δια, γι᾽ αὐτὰδὲ ντρέπεται. Τώρα ντρέπεται γιὰ τί; ντρέπε-ται νὰ κάνῃ ἕνα σταυρό! Ἄλλοτε περνοῦσανἀπὸ ἐκκλησιὰ κ᾽ ἔκαναν τὸ σταυρό τους, τώρα δὲν κάνουν· ἄκουγαν καμπάνα νὰ χτυπάῃκ᾽ ἔκαναν σταυρό, τώρα δὲν κάνουν· ὅταν τα-ξίδευαν (ἔμπαιναν σὲ ἅμαξα, στὸ βαπόρι, στὸσιδηρόδρομο) ἔκαναν τὸ σταυρό τους· τώρακαὶ στ᾿ ἀεροπλάνα σταυρὸ δὲν κάνουν. Γιατί;
Ντρέπονται. Ἄλλοτε κάθονταν νὰ φᾶνε κ᾽ ἔκαναν τὸ σταυρό τους· τώρα κάθονται σὲ τραπέζι
μὲ ὅλα τ᾽ ἀγαθὰ κ᾽ ἐν τούτοις σταυρὸ δὲν κά-νουν. Οἱ μεγαλύτεροι ζήσαμε τὴν πεῖνα· φο-βᾶμαι, ἀδέλφια μου, μήπως ξανάρθῃ…
* * *
Ὥστε ντρέπεσαι; Ἄκουσε λοιπόν· «Ἐγὼ δὲ ντρέπομαι». Ποιός τὸ λέει; Ὁ ἀπόστολος Παῦλος.Κι ἂν μὲ βρίζουν, λέει, κι ἂν μὲ φτύνουν, κι ἂν μὲ ῥίχνουν στὰ μπουντρούμια, κι ἂν ὅλοι μὲ χλευάζουν, ἐγὼ δὲ ντρέπομαι,«οὐκ ἐπαισχύνομαι»
. Τὸν γλυκύτατό μου Χριστὸ τὸν ἀγαπῶ, τὸν λατρεύω, τὸν ὁμολογῶ,
τὸν κηρύττω! φωνάζειὁ Παῦλος. Καὶ μόνο ὁ Παῦλος; Κοντὰ σ᾽ αὐτὸντὸ φωνάζει καὶ ὁ Ὀνησιφόρος
, ποὺ πῆγε στὴφυλακὴ κοντὰ στὸν δέσμιο, νὰ τὸν ἀγκαλιά-σῃ, νὰ τὸν ἀσπασθῇ, νὰ τοῦ συμπαρασταθῇ.
«Ἐγὼ δὲν ντρέπομαι». Ποιός ἄλλος τὸ λέει σήμερα;Ὁ ἅγιος Ἐλευθέριοςποὺ ἑορτάζουμε. Τὸν ἔπιασαν καὶ
τοῦ εἶπαν· –Δὲ ντρέπεσαινὰ πιστεύῃς σ᾽ ἕνα Ναζωραῖο; –Ὄχι, λέει, τὸἔχω τιμὴ καὶ
καύχημά μου. Καὶ ἔτσι τὸν ὡδή-γησαν στὸ μαρτύριο. Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸν μαρ-τύρησε ἡ μητέρα του
ἡ ἁγία Ἀνθία. Ντρέπεσαι,ἐσὺ δεσποινίς, ἐσὺ γυναίκα ποὺ χαρτοπαίζειςκαὶ βάφεσαι καὶ ὀργιάζεις, ντρέπεσαι νὰ κά-νῃς τὸ σταυρό σου! Ἄκουσε λοιπὸν μιὰ γυ-ναίκα, τὴ μάνα τοῦ ἁγίου Ἐλευθερίου ποὺ ἑ-ορτάζει μαζί του σήμερα –νά ᾿χουμε τὴν εὐ-χή τους· ὅταν εἶδε τὸ παιδί της νὰ τὸ κομμα-τιάζουν, τὸ ἀγκάλιασε καὶ εἶπε· Πιστεύω στὸΧριστό, δὲν ντρέπομαι στὸ Χριστό!
Ἀδελφοί μου, στὴ γενεὰ ποὺ ζοῦμε, ποὺ ἄλλαξε τὸ λεξιλόγιο καὶ ὁ τίμιος λέγεται ἄτιμος
καὶ ὁ ἄτιμος λέγεται τίμιος, σ᾿ αὐτὴ τὴ γενεὰ ἂς κρατήσουμε ψηλὰ τὰ λάβαρα.
«Στῶμεν καλῶς!»,μετὰ πίστεως καὶ ἀγάπης! Στὴ γενεὰ αὐτὴ νὰμείνουμε ἀφωσιωμένοι στὸΧριστό.
Τιμή μαςνὰτὸνλατρεύουμε, τιμή μας νὰ ἐκκλησιαζώμεθα, τιμή μας νὰ κοινωνοῦμε, τιμή μας νὰ προσευχώμεθα! Παράσημό μας εἶνε ἡ ὕβρις. Κοντὰ στὸ Χριστό, κοντὰ στὴν Ἐκκλησιά, γιὰ νὰ δοξά-ζουμε αἰωνίως τὴν ἁγία Τριάδα, Πατέρα Υἱὸν
καὶ ἅγιον Πνεῦμα, εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἀρτεμίου ὁδ. Φιλολάου [Γούβας] – Ἀθηνῶντὴν 15-12-1963. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 6-11-2014.Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς στὸ cd 91α΄Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ» (πληροφορίες στὸ τηλέφωνο 23850-28868)
2