Ἀντι – Χριστούγεννα Κάποτε ὁ κόσμος γιόρταζε Χριστούγεννα! Κάποτε! Τότε ποὺ εἶχε ἡ ζωὴ σκοπό, καὶ νόημα ὁ ἀγώνας. Τότε ποὺ οἱ Χριστιανοὶ λαχταροῦσαν τὰ Χριστούγεννα, ἑτοιμάζονταν γιὰ τὰΧριστούγεννα: Νήστευαν τὴ Σαρακοστή, προσεύχονταν, ἐξομολογοῦνταν,πρόσμεναν… Τότε ποὺ ἡ δασκάλα, ὁ δάσκαλος κρεμοῦσαν ἀπ᾿ τὰ χείλη τους τὰ μάτια τῶνπαιδιῶν καὶ στάλαζαν μὲς στὴν ψυχὴ τὸ ὄνειρο: Νά ᾿μουν κι ἐγὼ ἐκεῖ· νά ᾿μουν ἐκεῖ,στὴ Βηθλεέμ, στὸ στάβλο· «νά ᾿μουν τοῦ στάβλου ἕνʼ ἄχυρο…»! Τότε ποὺ τὰ παιδιὰ ἦταν παιδιὰ καὶ μελωδοῦσαν μὲ τοὺς βοσκοὺς τὰ κάλαντα μὲςστὴ νυχτιὰ καὶ περπατοῦσαν δρόμους καὶ στενὰ πάνω στῶν Μάγων τ᾿ ἄλογα. Τότε ποὺ μάζευ᾿ ἡ γιορτὴ τὰ πλοῖα στὴν Πατρίδα ἀπ᾿ τοὺς λωτοὺς τῆς ξενιτιᾶς κιἔφερνε σπίτι τὸν πατέρα, στὴ μαύρη μάνα τὸ παιδί, τὸν ἄντρα στὴ γυναίκα. Κάποτε… τότε… γιόρταζαν Χριστούγεννα. Ἔπειτα ἦρθε λίβας δυτικός, τὸ ἐμπόριο, καὶ τά ᾿καψε· ἔκανε στάχτη τὴ γιορτή, τὰὄνειρα κουρέλι. Ἔδιωξε ἀπὸ τὴ Φάτνη τὸν Χριστὸ κι ἔβαλε τὸν χρυσὸ στὴ θέση του.Τὰ δῶρα, τὰ ψώνια, τὰ ταξίδια σὲ ἄλλους τόπους μακρινούς ἔγιναν τῆς γιορτῆς ὁ μόνος κι ἄχαρος σκοπός. Ἔγινε ἡ γιορτὴ ἀπόδραση, λὲς σὰν φυλακισμένων, πρὸς τὰ βουνά, στὰ χιόνια, σ᾿ ἄλλους λαοὺς καὶ […]