Κραγιόπουλος Συμεών, Ἱερεύς(+).

Ἄλλες ἀπὸ τὶς τιμωρίες, ποὺ βάζουν οἱ γονεῖς, καὶ γενικότερα οἱ μεγαλύτεροι, στὰ παιδιά, προκαλοῦν φόβο, φόβο παθολογικό, ἄλλες προκαλοῦν ταπείνωση, ἀλλὰ μὲ τὴν κακὴ ἔννοια τῆς λέξεως, ταπεινωτικὴ δηλαδὴ κατάσταση στὸ παιδί, καὶ τὸ τρίτο εἶδος τῶν τιμωριῶν ἔχει σχέση κυρίως μὲ τὸ ξύλο, μὲ τὸ νὰ δέρνει κανεὶς τὸ παιδί.

Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ συμπεράνει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τιμωροῦμε τὰ παιδιά, ἐφόσον οἱ τιμωρίες, ἔτσι ἢ ἀλλιῶς, κατὰ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, κάνουν κακὸ στὰ παιδιά. Βγαίνει τὸ συμπέρασμα κατ’ ἀρχὴν ὅτι δὲν πρέπει νὰ τιμωροῦνται τὰ παιδιά. Εἶναι σωστὸ αὐτό; Δηλαδή, ὅλη ἡ φροντίδα τῶν γονέων πρέπει νὰ ἔγκειται στὸ νὰ προσέχουν νὰ μὴν τιμωρήσουν τὰ παιδιά, νὰ μὴν τὰ στενοχωρήσουν, νὰ μὴν ὑποβληθοῦν τὰ παιδιὰ σὲ κάποιο ζόρισμα; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄλλο ἄκρο. Ὅπως εἶναι ἄκρο νὰ τιμωρεῖ κανεὶς ἀλόγιστα τὰ παιδιὰ καὶ μάλιστα νὰ τὰ τιμωρεῖ, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος θύμωσε, ἔτσι εἶναι ἄκρο νὰ παραχαϊδεύει κανεὶς τὰ παιδιὰ καὶ ὅλη του ἡ φροντίδα νὰ εἶναι μὴν τυχὸν τὰ στενοχωρήσει, μὴν τυχὸν τὰ κάνει νὰ κλάψουν.

Χρειάζονται καὶ οἱ τιμωρίες. Μὲ μόνη τὴ διαφορὰ ὅτι πρέπει ὅλα αὐτὰ νὰ γίνονται κατὰ ἕναν τέτοιο τρόπο, ποὺ νὰ μὴ βλάπτονται τὰ παιδιά, καὶ νὰ μὴ γίνεται ζημιά, στὴν προσπάθεια ποὺ κάνει κανεὶς νὰ τὰ διορθώσει, ἀλλὰ νὰ ὠφελοῦνται. Βέβαια, ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι βρισκόμαστε σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, εἴμαστε ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ, καὶ τὰ παιδιά, ποὺ ἔρχονται στὸν κόσμο ὡς ξεχωριστὲς προσωπικότητες, ἐπίσης κατάγονται ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, εἶναι ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ.

Δὲν εἶναι τὰ παιδιὰ tabula rasa, ἄγραφος χάρτης, ὅπως πίστευε ἡ ψυχολογία, ὅταν ἦταν στὴ νηπιακή της κατάσταση. Ἄλλοτε δηλαδὴ οἱ ψυχολόγοι πίστευαν ὅτι ἕνα παιδὶ ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο εἶναι ἕνας ἄγραφος πίνακας. Ὅπως ἕνας πίνακας εἶναι ἀδειανός, καὶ μπορεῖ νὰ γράψει κανεὶς ὅ,τι θέλει ἐκεῖ, ἔτσι πίστευαν ὅτι καὶ τὰ παιδιὰ ἔρχονται στὸν κόσμο ὁλόλευκα, χωρὶς νὰ ἔχουν τίποτε τὸ κακό, καὶ ἁπλῶς θὰ γραφτεῖ στὴν ψυχή, αὐτὸ τὸ ὁποῖο θὰ γράψουν οἱ μεγάλοι, εἴτε καλὸ εἴτε κακό. Δὲν εἶναι ἔτσι. Εἶναι καὶ τὸ παιδὶ ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, καὶ ἑπομένως εἶναι κληρονόμος ὅλης αὐτῆς τῆς φθορᾶς, ὅλης τῆς ἀσθενείας τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ἔχει μπεῖ στὸν ἄνθρωπο.

Μέσα λοιπὸν σ’ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα, πρέπει νὰ δοῦμε πρῶτα ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ καὶ τὸ παιδὶ ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο αὐτό, καὶ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ ἀναθρέψουμε καὶ νὰ τὸ διαπαιδαγωγήσουμε κατ’ ἐνώπιον Θεοῦ, ὅπως θέλει ὁ Θεός. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια πρέπει νὰ δοῦμε τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐνεργήσουμε, ὅσο γίνεται σωστότερα.

Δὲν μπορεῖ τὸ παιδὶ νὰ εἶναι ἀσύδοτο. Δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ὅ,τι θέλει. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐνεργεῖ ἔτσι ἢ ἀλλιῶς, ὅπως τοῦ ἔλθει ἀπὸ μέσα του, διότι εἶναι καὶ αὐτὸ ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ. Μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ καλὰ πράγματα μέσα του –ὄχι μπορεῖ· ὁπωσδήποτε ἔχει– ἀλλά, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἔχει καὶ ἄλλα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καθόλου καλά, καὶ ὅταν αὐτὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθερα νὰ ἐκδηλωθοῦν, νὰ καλλιεργηθοῦν, νὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ νὰ φουντώσουν, τὸ παιδὶ ὁδηγεῖται στὴν καταστροφή.

Ὅταν ἕνας γονέας, ἕνας κηδεμόνας γενικότερα, θέλει νὰ ἀναθρέψει τὸ παιδὶ του «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου», ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος (Εφ. 6:4), τότε πρέπει νὰ τὸ διαπαιδαγωγήσει, νὰ τὸ ἀναθρέψει μέσα ἀκριβῶς σ’ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια: ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βλέπει στὸ παιδί, τὰ ὁποῖα εἶναι μιὰ κληρονομιά, ποὺ φέρει ἀπὸ τὸν πρῶτο ἄνθρωπο, τὸν Ἀδάμ, στὰ χέρια τοῦ γονέα μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα μὲ τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει τὸ παιδὶ στὴ σωτηρία, στὴν ἀναγέννηση, στὴν τελειότητα. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, οἱ τιμωρίες πρέπει νὰ εἶναι τέτοιες, ὥστε νὰ μὴ φαίνονται ὅτι εἶναι τιμωρίες καὶ νὰ μὴν εἶναι κατ’ οὐσίαν τιμωρίες, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἡ φυσικὴ συνέπεια τῶν πράξεων τοῦ παιδιοῦ: «Ἔκανες αὐτό; Σὲ περιμένει ἐκεῖνο».