Μετὰ τὴν κοίμηση καὶ τὸν ἐνταφιασμό του, τὸ σεπτὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου παρέμεινε ἄφθαρτο μέσα στὸ μνῆμα γιὰ τρεῖς περίπου δεκαετίες. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ὑπάρχουν μαρτυρίες προσώπων.
΄Ἐξι μῆνες μετὰ τὴν ὁσία κοίμησή του, συγκεκριμένα τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1921, ἀνοίχτηκε ὁ τάφος προκειμένου νὰ κατασκευαστεῖ τὸ μνημεῖο καὶ νὰ τοποθετηθεῖ στὴν πλάκα τὸ ἐπίγραμμα τῶν Ριζαρειτῶν. Συγκλονισμένοι τότε οἱ παριστάμενοι ἀντίκρυσαν μέσα στὸ μνῆμα ὁλόσωμο τὸν Ἅγιο, λὲς καὶ κοιμόταν, ἐνῶ ταυτόχρονα μιὰ γλυκειὰ εὐωδία ξεχύθηκε τριγύρω… Ὁ Ἅγιος ἦταν ἐνδεδυμένος τὰ Ἀρχιερατικά του ἄμφια (σύμφωνα, μάλιστα, μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Σιμωνοπετρίτη ἱερομονάχου Ἐφραίμ, φοροῦσε τότε τὴν καφὲ Ἀρχιερατικὴ Στολή του μὲ τοὺς σταυρούς). Τὸ πρόσωπό του φαινόταν σὰν νὰ ἵδρωνε ἀκόμη καὶ οἱ λεμονανθοὶ τῆς ταφῆς δὲν εἶχαν μαραθεῖ! Μὲ προσοχὴ τότε σήκωσαν τὸν Ἅγιο καὶ τὸν μετέφεραν στὸ Ἡγουμενεῖο… Γιὰ δύο μέρες τὸ Ἱερὸ Σκήνωμα παρέμεινε ἐκεῖ μὲ μιὰ θαυμαστὴ καὶ λεπτὴ εὐωδία, μέχρις ὅτου χαραχθεῖ τὸ Ὁμηρικὸ ἐπίγραμμα ποὺ συνέθεσαν οἱ Ριζαρεῖτες. Τοῦ φόρεσαν τότε καινούργια ἄμφια καὶ τὸ τοποθέτησαν ξανὰ μέσα, κλείνοντας τὸν τάφο.
Δεύτερη Ἀνακομιδὴ τοῦ σώματος συνέβη κατὰ τὸ ἔτος 1924, γιὰ λόγους πρακτικοὺς ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν κατασκευὴ τοῦ μνημείου. Πάλι τὸ Ἱερὸ Σκήνωμα βρέθηκε ἄφθαρτο!
Μὲ προτροπὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, Χρυσοστόμου τοῦ Α’, ποὺ εὐλαβεῖτο ἰδιαίτερα τὸν Ἅγιο, ἀνοίχτηκε τὸ ἔτος 1937 γιὰ τρίτη φορὰ ὁ τάφος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ διαπιστώθηκε ἡ ἀκεραιότητα καὶ ἀφθαρσία τοῦ ἁγίου σκηνώματος.
Κυκλοφοροῦσε παλιὰ στὴν Αἴγινα μιὰ διήγηση (τὴν ἄκουσα κι ἐγώ), ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἀκολούθως:
Κάπου ἀνάμεσα στὰ ἔτη 1930 μὲ 1935, ὁ γιατρὸς Γεώργιος Ξυδέας ἐπέστρεψε ἕνα βράδυ μὲ τὸ ζῶο του στὴν πόλη τῆς Αἴγινας, ὕστερα ἀπὸ ἰατρικὴ ἐπίσκεψη ποὺ ἔκανε στὴν περιοχὴ τοῦ Μεσαγροῦ. Εἶχε, ὅμως, κακοκαιρία στὸν δρόμο τὸν ἔπιασε δυνατὴ βροχή, γι’ αὐτὸ καὶ ἀναγκάστηκε νὰ καταφύγει στὸ κοντινὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ὁ ἴδιος εἶχε ἀκούσει πολλὲς διηγήσεις σχετικὲς μὲ τὴν ἀφθαρσία τοῦ ἁγίου· ὅλα αὐτά τοῦ εἶχαν κινήσει καὶ τὴν περιέργεια…
Τὴ νύχτα, λοιπόν, καὶ παρὰ τὶς διαμαρτυρίες τῆς μοναχῆς ποὺ τὸν συνόδευε, ἔσπρωξε μὲ δύναμη τὴν πλάκα τοῦ τάφου, ποὺ τότε ἦταν χαμηλός, καὶ τὸν ἄνοιξε… Μὲ δέος ἀντίκρυσε μέσα ὁλόσωμο τὸν Ἅγιο μὲ τὰ ἄμφιά του, ἐνῶ ταυτόχρονα μία ἄρρητη εὐωδία ξεχύθηκε ἀπὸ τὸ μνῆμα! Ξεσκέπασε τὸ ἅγιο πρόσωπο τοῦ Ἱεράρχη ἀπὸ τὸν «ἀέρα» (τὸ λειτουργικὸ κάλυμμα) ποὺ τὸ σκέπαζε, καὶ μὲ ἔκπληξη τότε εἶδε τὸ μέτωπο τοῦ Ἁγίου νὰ ἱδρώνει, σὰν νὰ ἦταν ζωντανὸς ἄνθρωπος! «Εἶναι Ἅγιος!», φώναξε μέσα στὴ νύχτα μὲ συγκίνηση ὁ γιατρός …
Σύμφωνα μὲ τὴν προαναφερθεῖσα μαρτυρία τοῦ συγγραφέα Σώτου Χονδρόπουλου, στὸ δωμάτιο ποὺ ἔκτισε μὲ τὰ χέρια του ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη τῆς Μονῆς, διανυκτέρευσε τὴν νύκτα τῆς 31ης Αὐγούστου τοῦ 1953 ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Ὕδρας, Προκόπιος Καραμάνος, ποὺ εἶχε πάει στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἐκεῖ τὴν 1η Σεπτεμβρίου γιὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.
Ἡ Ἡγουμένη Χριστοδούλη Πολυζώη (1950-1959), προφανῶς ἐκφράζοντας τὴν ἐπιθυμία ὅλης τῆς Ἀδελφότητας, ἀλλὰ καὶ τῆς τοπικῆς κοινωνίας – στὴ συνείδηση τῆς ὁποίας εἶχε ἤδη καθιερωθεῖ ὁ ταπεινὸς Ἱεράρχης ὡς Ἅγιος-, εἶπε τότε μὲ νόημα κάποια στιγμὴ στὸν Δεσπότη:
Μοσκοβολάει ὁ Ἅγιος!
Ἤθελε, φαίνεται, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ τὸν φιλοτιμήσει, γιὰ νὰ ξεκινήσει τὴ διαδικασία πρὸς ἁγιοκατάταξη … Ὁ Μητροπολίτης, ὅμως, ἐμφανιζόταν ἀρκετὰ ἐπιφυλακτικός … Ἴσως σὲ αὐτὸ νὰ συνετέλεσε καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς Διάκονος εἶχε συλλειτουργήσει ἀρκετὲς φορὲς στὴν Ἀθήνα μὲ τὸν Διευθυντῆ της Ριζαρείου καὶ Ἱεράρχη Νεκτάριο, συνεπῶς ὡς πρόσωπο τοῦ ἦταν γνωστός …
Σιγᾶ νὰ μὴν εἶναι Ἅγιος καὶ ὁ Νεκτάριος! Σκέφτηκε…
Ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο συγγραφέα Χονδρόπουλο ἄκουσα ὅτι ἀργὰ ἐκεῖνο τὸ βράδυ ὁ Μητροπολίτης Προκόπιος δέχθηκε σ’ ἐκεῖνο ἀκριβῶς τὸ δωμάτιο τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἰδίου τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου! Στὴν ἀρχὴ οἱ μοναχὲς ἄκουσαν διάφορους θορύβους μέσα … σὰν φωνὲς καὶ κτυπήματα καὶ στὴ συνέχεια εἶδαν τὸν Δεσπότη νὰ βγαίνει ἔξω μὲ ὀρθωμένες τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς του, τρέχοντας … Φοροῦσε τὴν ἄσπρη ὁλόσωμη «νυχτικιά» του, μέσα στὴ νύχτα τότε κτύπησε τὴν καμπάνα καὶ φώναξε: «Ἅγιος ὁ Νεκτάριος! Εἶναι Ἅγιος ὁ Νεκτάριος!».
Ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς ἑπόμενης ἡμέρας (δηλ. τῆς 2ας Σεπτεμβρίου 1953), μὲ θυμιάματα καὶ μέσα σὲ κλίμα βαθειᾶς κατάνυξης καὶ συγκίνησης, ξεσκεπάστηκε ὁ τάφος καὶ ἄρχισε ἡ ἐκσκαφή του, ποὺ συνεχίστηκε μέχρι ἀργὰ ὑπὸ τὸ φῶς κεριῶν καὶ λαμπάδων. Καί, ὅταν ὁ ἀείμνηστος Αἰγινήτης ἱερέας π. Ἀναστάσιος Μαλτέζος ἔσκυψε μέσα, τότε ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ οἱ παρευρισκόμενοι, μὲ δέος διαπίστωσαν ὅτι μόνον τὰ ὀστᾶ τοῦ Ἁγίου ὑπῆρχαν ἐκεῖ! Τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου εἶχε πλέον διαλυθεῖ. Ἔτσι, ἐκείνη ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ διαπιστώθηκε καὶ ἡ λύση τοῦ σώματος … Ἀκολούθησε ἡ Ἀνακομιδὴ τῶν σεπτῶν Λειψάνων, ἔβγαλαν τὰ ἱερὰ ὀστᾶ καὶ τὰ τοποθέτησαν σὲ κάποια πρόχειρη θήκη … Ἀμέσως ὁ τόπος πλημμύρισε ἀπὸ μία λεπτὴ εὐωδία μύρου.
Πότε ἀκριβῶς ἔγινε ἡ λύση τοῦ ἁγίου Σώματος; Αὐτὸ μόνον ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει …
Σύμφωνα, πάντως, μὲ τὴν προαναφερθεῖσα μαρτυρία τοῦ Σώτου Χονδρόπουλου, αὐτὴ πρέπει νὰ συνέβη μ’ ἕναν τρόπο μυστικὸ δύο μὲ τρία χρόνια πρὶν τὴν ὁριστικὴ ἀνακομιδὴ τῆς 3ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1953 (τότε δηλ. ποὺ διακριβώθηκε ἡ λύση τοῦ ἁγίου σώματος).
Ὁ ἀείμνηστος συγγραφέας θυμᾶμαι πὼς μοῦ εἶπε ὅτι, ὅπως ὁ ἴδιος ἄκουσε νὰ συζητεῖται στὸν κύκλο τῶν μοναζουσῶν, στὴν ἀρχὴ τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 (κάπου δηλ. ἀνάμεσα στὰ ἔτη 1951 μὲ 1953) μία μοναχὴ τῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος εἶδε σὲ ὅραμα τὸν Ἅγιο νὰ προσεύχεται γονατιστὸς ἐνώπιον τοῦ θρόνου τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ διαλυθεῖ τὸ γήινο «δέμας» του, γιὰ νὰ διασκορπιστεῖ ἔτσι ἡ Χάρις τῶν Ἁγίων Λειψάνων του σὲ ὁλόκληρη τὴν Οἰκουμένη. Τότε πρέπει νὰ ἔγινε καὶ ἡ λύση τοῦ σώματος, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς πάντα ἀκούει τὴν φωνὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ Τὸν εὐαρέστησαν! Ποιός μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι δὲν εἶναι γεμᾶτος ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία πρὸς τοὺς συνανθρώπους του ὁ Ἅγιος Νεκτάριος;
Ἡ ὁριστικὴ κατάταξη τοῦ σεμνοῦ Ἱεράρχη στοὺς Ἁγίους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔγινε στὶς 5 Νοεμβρίου τοῦ 1961. Τότε ἔλαβαν χώρα στὴν Αἴγινα λαμπρὲς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις. Συγκεκριμένα: Τὴν Κυριακὴ τελέστηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος Μέγα Ἀρχιερατικὸ Συλλείτουργο, στὸ ὁποῖο ἔλαβαν μέρος οἱ Μητροπολῖτες: Ὕδρας Προκόπιος, Ξάνθης Ἀντώνιος, Κίτρους Βαρνάβας, Φωκίδος Ἀθανάσιος, Ἠλεῖας Γερμανός, Μυτιλήνης Ἰάκωβος, ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Χριστοφόρου κ.α. Ἀναγνώστηκε τότε καὶ ἡ Πατριαρχικὴ Πράξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ ἀριθμὸ 260 τῆς 20ῆς Ἀπριλίου τοῦ 1961. Τὴν ἀπόφαση ὑπέγραψε ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ὁ ὁποῖος, ὅπως προαναφέρθηκε, κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχε συλλειτουργήσει στὴν Ἀθήνα ὡς Διάκονος μὲ τὸν Ἅγιο ὡς Ἀρχιερέα.
Στὴ συνέχεια σχηματίστηκε μεγαλοπρεπὴς λιτανευτικὴ πομπή, ἡ ὁποία διὰ μέσου τῶν ἀνθοστόλιστων δρόμων τῆς Αἴγινας κατέληξε στὸν Μητροπολιτικὸ Ναό, ἐκεῖ ἔγινε ξανὰ ἡ ἀνάγνωση τοῦ Πρακτικοῦ, ἐψάλη Δοξολογία καὶ τὸ βράδυ ἀκολούθησε Ἀγρυπνία καὶ τὴν ἑπόμενη μέρα, Δευτέρα 6 Νοεμβρίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1961, ἡ Ἁγία Κᾶρα ἐπέστρεψε μὲ μεγαλοπρέπεια στὴν Ἱερὰ Μονή. Στὴν πύλη τὸ ἅγιο Λείψανο ὑποδέχτηκε ὁ Ἐπίσκοπος Κερνίτσης Χρυσόστομος, ἐνῶ ἡ σεπτὴ χορεία τῶν μοναζουσῶν ἔψαλλε μὲ συγκίνηση στὴν πύλη τῆς Μονῆς ἐκεῖνο ποὺ συνήθιζαν νὰ ψάλλουν οἱ μοναχὲς στὸν Ποιμενάρχη τους στὸ τέλος τῶν Ἀκολουθιῶν, ὅταν ἀκόμη ἐκεῖνος ζοῦσε, δηλ. τό: «Ὦ! Τριὰς Ἁγία προσκυνητή … πλήθυνον τὰ ἔτη τοῦ Θείου Ποιμενάρχου …»
Καὶ τὰ πλήθυνε, ὄντως, ὁ Θεὸς εἰς Αἰῶνας Αἰώνων …
Ὕστερα ἀπὸ δύο μέρες, δηλ. στὸν Ἑσπερινὸ τῆς 8ης, ὅπως καὶ κατὰ τὴν ἑπόμενη μέρα στὶς 9 Νοεμβρίου 1961, πανηγυρίστηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἐπίσημα ἡ μνήμη τοῦ μεγάλου Ἁγίου τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ Πολυαρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία.
Εἶναι μερικὲς στιγμές, ποὺ θὰ λέγαμε ὅτι κυριολεκτικὰ ὁ Οὐρανὸς σκύβει πάνω στὴ γῆ …