Γράφει η Εὐδοξία Αὐγουστίνου, Φιλόλογος-Θεολόγος.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809), κατά τόν ἱστορικό Κωνσταντῖνο Σάθα, «κατατάσσεται πρεπόντως μεταξύ τῶν λογιωτέρων τοῦ καιροῦ του, πάντων ὑπέρτερος κατά τήν φιλοπονίαν ὁ χαλκέντερος ἀναδειχθείς, τά δέ πολυάριθμα αὐτοῦ συγγράμματα οὐκ ὀλίγον συνετέλεσαν εἰς κραταίωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὠφελείας ἀνυπολογίστου τοῦ ἡμετέρου ἔθνους πρόξενα γενόμενα».
Ἡ προσωπικότητά του δεσπόζει στό πνευματικό στερέωμα τοῦ 18ου αἰώνα. Ὡς ἀειλαμπής φάρος φώτισε τίς συνειδήσεις τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων σέ μιά ἐποχή βαθιᾶς κρίσης καί ριζικῶν μεταβολῶν. Ἡ συμβολή του δέν περιορίστηκε στά στενά ὅρια τοῦ μοναχισμοῦ· ὑπηρέτησε τήν παιδεία, δια- κόνησε τή θεολογία, τό δίκαιο καί ἀγωνίστηκε γιά τήν ἴδια τήν ὑπαρξιακή συγκρότηση τοῦ λαοῦ. Ὡς ὁ κατεξοχήν ἐκφραστής τοῦ «Φιλοκαλικοῦ Διαφωτισμοῦ», ὁ νάξιος ἅγιος ἐπιδίωξε τήν ἐσωτερική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου μέσα ἀπό τήν ἐπιστροφή στίς πατερικές πηγές, προβάλλοντας τήν πνευματική ἀναγέννηση ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν ἐθνική ἀποκατάσταση.
Ὀγκῶδες καί πολυμερές τό συγγραφικό του ἔργο, λειτούργησε ὡς μιά πνευματική ἐγκυκλοπαίδεια γιά τό Γένος. Μέσῳ τῆς ἐμβληματικῆς ἔκδοσης τῆς «Φιλοκαλίας», διέσωσε καί παρέδωσε στό εὐρύ κοινό τή νηπτική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία μέχρι τότε παρέμενε κλεισμένη σέ δυσπρόσιτα χειρόγραφα. Ἡ προσφορά του αὐτή ἦταν μιά πρόταση ζωῆς βασισμένη στή νήψη, στήν ἐσωτερική ἐγρήγορση καί στή νοερά προσευχή. Δίδαξε ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά βρεῖ τήν ἐσωτερική του ἑνότητα καί τήν κοινωνία μέ τόν Θεό ἀκόμη καί μέσα στίς πιό ἀντίξοες συνθῆκες, μετατρέποντας τήν καρδιά του σέ «μυστικό παράδεισο». Οἱ καρποί τῆς ἐσωτερικῆς καλλιέργειας ἀποτέλεσαν τό ἰσχυρότερο ἀνάχωμα ἀπέναντι στήν ἀλλοτρίωση πού ἀπειλοῦσε τόν Ἑλληνισμό κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας.
Παράλληλα, ἡ συμβολή του στήν ὀργάνωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ὑπῆρξε καθοριστική μέσῳ τοῦ ἔργου του «Πηδάλιον». Μέ τή συστηματική καταγραφή καί ἑρμηνεία τῶν Ἱερῶν Κανόνων προσέφερε στήν Ἐκκλησία ἀπλανῆ ὁδηγό διοίκησης καί πνευματικῆς καθοδήγησης, ἀποτρέποντας τήν ὅποια παρέκκλιση. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὑπῆρξε πράγματι ὁ «θεολόγος τοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων», ὁ «ἀρχηγέτης» του, θά μπορούσαμε νά ποῦμε. Ἔδωσε ἰδιαίτερη ἔμφαση στή συχνή θεία Μετάληψη. Παρά τίς σφοδρές ἀντιδράσεις καί τούς διωγμούς, ἐπανέφερε τό εὐχαριστιακό βίωμα στό ἐπίκεντρο τῆς χριστιανικῆς ταυτότητας. Γιά τόν ἀνακαινιστή τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἡ συμμετοχή στό Μυστήριο δέν εἶναι ἕνα τυπικό καθῆκον, ἀλλά ἡ ζωοποιός δύναμη πού ἑνοποιεῖ τά μέλη τῆς κοι- νότητας καί τά καθιστᾶ «σῶμα Χριστοῦ».
Εἶναι ὁ πρῶτος ἐκκλησιαστικός ἄνδρας ἐρευνητής καί συγγραφέας, βάσει τῶν διαφόρων χειρογράφων πού διασώθηκαν, μετά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Φροντίζει γιά τίς ἐκδόσεις τῶν ἔργων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου. Ἡ ἀκτινοβολία του εἶναι τέτοια, πού τά συγγράμματά του μεταφράστηκαν στήν τουρκική, ρωσική καί ρουμανική γλώσσα, ἐνῶ συνεχίζουν νά διαβάζονται ἀπό χιλιάδες χριστιανούς μέχρι σήμερα.
Ἡ πολυδιάστατη προσφορά του στόν τομέα τῆς παιδείας ὑπῆρξε ἐξίσου μνημειώδης. Σέ μιά ἐποχή, κατά τήν ὁποία ὁ δυτικός Διαφωτισμός πρότεινε τόν ὀρθολογισμό ὡς μοναδική ὁδό προόδου, ὁ σοφός διδάσκαλος πρότεινε μιά γόνιμη σύνθεση: τή χρήση τῆς λογικῆς καί τῆς μεθόδου στήν ὑπηρεσία τῆς πίστης.
Σχετιζόταν στενά μέ τόν ἱερομάρτυρα Γρηγόριο τόν Ε΄, ὁ ὁποῖος τόν βοήθησε στίς ἐκδόσεις του καί τοῦ ἐμπιστεύθηκε τήν κατήχηση νεομαρτύρων, ὅπως τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Ὑδραίου. Ἀκόμη καί ἑτερόδοξοι ἔφταναν μέχρι τό κελλί τοῦ Καψαλιώτη ἀσκητῆ, ἀναγνωρίζοντας στό πρόσωπό του τόν ἐργατικότερο καί πιό γόνιμο συγγραφέα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὑπῆρξε δάσκαλος, μέ τήν εὐρύτερη ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀπό τή Σμύρνη ὥς τήν Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία, κατηχητής ἁπλῶν λαϊκῶν καί νεομαρτύρων. Μέ ἔργα ὅπως τό «Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον» καί τόν «Ἀόρατο Πόλεμο», ἀνέλυσε τήν ἀνθρώπινη ψυχολογία μέ πρωτοφανῆ ὀξυδέρκεια, στοχεύοντας στή διαμόρφωση ἐλεύθερων προσωπικοτήτων, ἱκανῶν νά ἀντιστέκονται σέ κάθε μορφή ἐσωτερικῆς ἤ ἐξωτερικῆς δουλείας.
Ὄντως ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὑπῆρξε ὁ συνδετικός κρίκος μεταξύ τῆς βυζαντινῆς κληρονομιᾶς καί τῆς νεότερης Ἑλλάδας. Τό ἀποτύπωμά του ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πιό σημαντικά κεφάλαια τῆς ἱστορίας τοῦ Γένους μας, πού ἀποδεικνύει ὅτι ἡ παράδοση εἶναι μιά ζωντανή δύναμη μεταμόρφωσης. Δέν πρόκειται ἁπλῶς γιά ἕναν παραγωγικό συγγραφέα, ἀλλά γιά μιά οἰκουμενική προσωπικότητα, πού κατάφερε νά συγκεράσει τήν αὐστηρή ἀσκητική παράδοση μέ τίς ἀνάγκες τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ καί νά προσφέρει στό Γένος τά πνευματικά ἐφόδια, ἐκεῖνα πού χρειαζόταν, γιά νά ἐπιβιώσει καί νά ἀναγεννηθεῖ. Μέ τήν καταπληκτική ποιοτικά καί ποσοτικά συγγραφική του δραστηριότητα, ζεῖ καί σήμερα καί θά ζεῖ πάντοτε. Ὄχι μόνον ὁ ἴδιος ἀλλά καί τά ἔργα του ἔχουν ἀφομοιωθεῖ μέ τήν αἰωνιότητα. Ἡ «φιλέρημος τρυγών» τῆς Σκυροπούλας ξυπνᾶ στόν σύγχρονο ἄνθρωπο τή δίψα γιά εἰρήνη, ἀγάπη καί ἀληθινή ἐλευθερία.