Φαραντάκης Πέτρος, Δρ. Φιλοσοφίας.
Οἱ καλοκαιρινὲς διακοπὲς μοιάζουν νὰ ἔχουν ὑποκαταστήσει τὴ σιωπηλὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ὕπαρξη ἀπὸ μιὰ ἐξωτερικὴ ἀνάγκη γιὰ ἀπόδραση. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἐξαντλημένος ἀπὸ τὸ ἄγχος τοῦ νὰ εἶναι ἀποδοτικός, στρέφεται στὶς διακοπὲς ὅπως ὁ διψασμένος στὴν ὄαση. Ἀλλὰ συχνὰ δὲν ἀναζητᾷ ξεκούραση. Ἀναζητᾷ νόημα, καὶ τὸ ἀναζητᾷ μὲ τοὺς ὅρους τῆς ἀπόσπασης: ἀλλάζοντας τὸ ὀπτικὸ πεδίο, τὶς παρέες, τὰ τοπία. Δὲν τολμᾷ νὰ σταθεῖ ἀπέναντι στὸ ἐρώτημα ποὺ τὸν ἀκολουθεῖ σιωπηλά: ποιός εἶμαι ὅταν ὅλα παύουν; Ὁ Κίρκεγκορ ἔλεγε ὅτι τὸ ἄγχος εἶναι ἡ ζάλη τῆς ἐλευθερίας. Αὐτὸ τὸ ἄγχος ἐμφανίζεται συχνὰ μέσα στὶς διακοπὲς ̇ ὄχι ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε τί νὰ κάνουμε, ἀλλὰ ἐπειδή, γιὰ πρώτη φορὰ μετὰ ἀπὸ καιρό, δὲν μᾶς ἐπιβάλλεται τί νὰ κάνουμε. Ἐκεῖ, χωρὶς πρόγραμμα, χωρὶς ρόλους, χωρὶς παραγωγικὴ λειτουργία, ἐμφανίζεται ἡ ἐλευθερία ὡς βάρος. Καὶ μαζί της, ἡ ἀμηχανία. Ὁ ἑαυτός μας, στερημένος ἀπὸ τὶς καθημερινές του ἀποδράσεις, ἐμφανίζεται γυμνὸς καὶ σιωπηλός. Δὲν εἶναι ὅλοι ἕτοιμοι νὰ τὸν δοῦν.
Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, οἱ σχέσεις ποὺ μᾶς συνοδεύουν δοκιμάζονται. Ἡ φιλία, ὅταν δὲν στηρίζεται στὴν ἀλήθεια ἀλλὰ στὴν ἀνάγκη ἢ τὴ συνήθεια, δὲν ἀντέχει τὴ διαρκῆ παρουσία τοῦ ἄλλου. Ὁ ἕνας γίνεται βάρος γιὰ τὸν ἄλλον, ὄχι ἐπειδὴ ὑπάρχει κακία, ἀλλὰ γιατί ἡ κοινὴ ζωὴ χωρὶς βαθύτερο θεμέλιο φθείρει. Ὁ Χάϊντεγκερ μιλοῦσε γιὰ τὴν καθημερινότητα ὡς μιὰ πτώση στὸ ἐσύ, στὴν ἑτεροκαθοριζόμενη ὕπαρξη. Στὶς διακοπές, αὐτὴ ἡ πτώση συνεχίζεται, συχνὰ χωρὶς νὰ τὴν ἀντιλαμβανόμαστε. Ἁπλῶς ἀλλάζει τὸ σκηνικό, ὄχι τὸ βάθος. Καὶ πλάι σὲ αὐτό, ἔρχεται ἡ ὑλικὴ ματαιότητα. Ἡ οἰκονομικὴ αἱμορραγία, ἡ ἀνάγκη ἐπίδειξης, ἡ ἀναμονὴ σὲ λιμάνια καὶ ἀεροδρόμια, ἡ τυραννία τοῦ νὰ φαίνεται ὅτι περνᾶμε καλά. Ὁ Καμὺ ἔγραφε πὼς ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος θέλει νὰ ζήσει χωρὶς νὰ αἰσθάνεται τὸν βράχο. Ἀλλὰ ὁ βράχος εἶναι πάντα ἐκεῖ. Ἡ κόπωση, ἡ ἀνία, ἡ δυσκολία νὰ εἴμαστε μόνοι ἢ μαζί. Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀποτυχίες τῶν διακοπῶν. Εἶναι καθρέφτες τῆς ὑπαρξιακῆς μας κατάστασης.
Οἱ διακοπὲς δὲν μᾶς προσφέρουν ἁπλῶς χρόνο ἐλευθερίας. Μᾶς προσφέρουν τὴν εὐκαιρία νὰ δοῦμε τί θὰ κάνουμε μὲ τὴν ἐλευθερία μας καθ’ ἑαυτήν. Ὅταν δὲν ὑπάρχουν ἐξωτερικὲς ἐπιταγές, ἡ ἀλήθεια τοῦ ἑαυτοῦ γίνεται πιὸ καθαρή. Ἂν ἡ σιωπὴ μᾶς βαραίνει, ἂν ἡ παρέα μᾶς ἐξαντλεῖ, ἂν ἡ ἴδια ἡ παρουσία μας φαίνεται ἄβολη, τότε ἴσως αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἀλλάξει δὲν εἶναι ὁ προορισμός, ἀλλὰ ἡ σχέση μας μὲ τὴν ὕπαρξή μας. Δὲν ὑπάρχει καμία ἐγγύηση πὼς ἕνα ταξίδι μᾶς σώζει. Ὅπως γράφει ὁ Κίρκεγκορ, ἡ περιπλάνηση στὸ χῶρο δὲν εἶναι ἀπόδραση ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση. Ἡ πραγματικὴ κίνηση δὲν εἶναι γεωγραφική, ἀλλὰ ὑπαρξιακή. Καὶ αὐτὴ ξεκινᾷ ὅταν σταματᾶμε νὰ δραπετεύουμε ἀπὸ ὅ,τι ἤδη εἴμαστε. Ὁ μόνος οὐσιαστικὸς προορισμὸς εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὸν ἑαυτὸ̇̇ν ̇ ὄχι ὡς καταφύγιο αὐτάρκειας, ἀλλὰ ὡς ἀφετηρία γιὰ μιὰ αὐθεντικότερη συνύπαρξη μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τὸν χρόνο. Καὶ ἂν κάτι μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει ἡ σιωπὴ ἑνὸς καλοκαιρινοῦ ἀπογεύματος, εἶναι τὸ ἐρώτημα ποὺ στὰ ἀλήθεια ἔχει σημασία: Ζῶ αὐτὸ ποὺ ἔχει νόημα γιὰ μένα, ἢ αὐτὸ ποὺ μοῦ μάθανε νὰ ἀναζητῶ;