1.
Στον τόπο του πόνου.
1. Ὁ Θεὸς εἶναι κοντά μας στὶς θλίψεις μας
Σ᾿ ἕναν τόπο μεγάλου πόνου μᾶς μεταφέρει τὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου: στὴν «κολυμβήθρα», δηλαδὴ στὴ δεξαμενή, Βηθεσδά.
Ἐκεῖ ὑπῆρχαν πέντε ὑπόστεγα ὅπου παρέμεναν πολλοὶ ἀσθενεῖς. Αὐτοὶ περίμεναν τὸ θαῦμα: Κατὰ διαστήματα κατέβαινε ἄγγελος καὶ τάραζε τὰ νερὰ τῆς κολυμβήθρας. Ὁ πρῶτος ποὺ ἔπεφτε τότε μέσα στὸ νερό, γινόταν καλά, ἀπὸ ὅ,τι κι ἂν ἔπασχε.
Ὁ πόνος, ἡ ἀσθένεια, ἀλλὰ καὶ κάθε θλίψη, εἶναι δυσάρεστη δοκιμασία. Ἀλλὰ ὠφελεῖ πολὺ τὸν θλιβόμενο ἄνθρωπο, ἂν τὴν ἀντιμετωπίζει μὲ πίστη καὶ ὑπομονή: τὸν ἐξαγιάζει, τὸν προετοιμάζει γιὰ κάτι πολὺ μεγάλο, γιὰ τὴ Βασιλεία τῆς αἰώνιας μακαριότητος. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος εὐδοκεῖ στὴ θλίψη ὡς ἀπαραίτητο παιδαγωγικὸ μέσο τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὴν πτώση του στὴν ἁμαρτία.
Ὡστόσο δὲν ἔμεινε καὶ ἀδιάφορος στὸν πόνο μας. Κατὰ τὴ δημόσια δράση Του ἐνήργησε πολλὰ θαύματα θεραπείας σὲ ὅλους ὅσοι προσέρχονταν σ᾿ Αὐτόν, ἐνῶ κάποτε «ἐστέναξε» γιὰ τὰ βάσανά μας (βλ. Μάρκ. ζ´ 34)· καὶ τώρα ἀκούσαμε ὅτι προσέρχεται σ᾿ ἕναν παράλυτο, «γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει», γνωρίζοντας ὅτι ἦταν πολὺ καιρὸ ἄρρωστος: 38 ὁλόκληρα χρόνια! Ἀλλὰ καὶ στὴ ζωή μας ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σιωπᾶ στὴν ἀσθένειά μας καὶ νὰ μὴ δίνει συνήθως θαυμαστὴ θεραπεία, μᾶς παρακολουθεῖ ὅμως μὲ πολλὴ στοργὴ τὸν καθένα μας προσωπικὰ καὶ μετρᾶ τὸν καιρὸ τῆς δοκιμασίας μας, ὥστε νὰ μᾶς πλουτίσει μὲ τὴν Χάρι Του.
2. «Δὲν ἔχω ἄνθρωπο…»
Ὁ Κύριος λοιπὸν πλησίασε τὸν παράλυτο καὶ τὸν ρώτησε:
–Θέλεις νὰ γίνεις ὑγιής;
Ἐκεῖνος μίλησε μὲ πολλὴ πραότητα ποὺ ἔδειχνε πόσο ὠφελήθηκε ἀπὸ τὴν μακρόχρονη ἀσθένειά του:
–«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω…», εἶπε. Δὲν ἔχω, Κύριε, ἕναν ἄνθρωπο νὰ μὲ βοηθήσει…
Σ᾿ ἕναν ὕμνο τοῦ Ἑσπερινοῦ παρουσιάζεται ὁ Κύριος νὰ ἀπαντᾶ σὲ καθέναν ποὺ λέει τὸ ἴδιο: «Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα… καὶ λέγεις, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;»(*)· ἔγινα γιὰ σένα ἄνθρωπος, καὶ λές, «δὲν ἔχω ἄνθρωπο»; Ἐγὼ εἶμαι ὁ σύντροφος κάθε ἀνθρώπου, μάλιστα τοῦ πονεμένου, τοῦ μοναχικοῦ, ἐκείνου ποὺ δὲν ἔχει καμία ἀνθρώπινη βοήθεια.
Ὁ Κύριος στὸν καιρὸ τοῦ Πάθους ἔμεινε μόνος – Τὸν ἐγκατέλειψαν οἱ μαθητές. Ἔζησε τὴ μοναξιά, τὴν ἐξαγίασε καὶ ἔδωσε τέλος στὴν ἐρημικὴ ἀπομόνωση κάθε ἀνθρώπου ποὺ πιστεύει σ᾿ Ἐκεῖνον. Ποτὲ πλέον δὲν εἴμαστε μόνοι· διότι εἶναι μαζί μας ὁ Κύριος, ποὺ ἔρχεται ἀοράτως καὶ μᾶς ἐνισχύει μὲ μυστικὲς παρακλήσεις κατ᾿ ἐξοχὴν τὴν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ καὶ τῆς δοκιμασίας. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀλήθεια.
Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ πονεμένου κατακοίτου εἶναι παράπονο καὶ πολλῶν ἀνθρώπων, κυρίως γερόντων, καὶ σήμερα ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἐποχή: «Δὲν ἔχω ἕναν ἄνθρωπο νὰ μὲ βοηθήσει στὴ δυστυχία μου. Μὲ ἐγκατέλειψαν ὅλοι. Δὲν ἀσχολεῖται κανεὶς μαζί μου»… Καθῆκον ἀγάπης ἱερὸ ἔχουμε νὰ συμπαριστάμεθα ὅσο μποροῦμε σὲ τέτοιους πονεμένους ἀνθρώπους. Νὰ τοὺς πλησιάζουμε μὲ στοργὴ καὶ ἐνδιαφέρον, ὅπως ὁ Κύριος σήμερα τὸν παράλυτο, καὶ νὰ κάνουμε αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ μποροῦμε, γιὰ τὴν ἀνακούφισή τους καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
3. Μετὰ τὴ θλίψη
Ὁ Κύριος θεράπευσε τὸν παράλυτο μ᾿ ἕνα πρόσταγμα καὶ χάθηκε μέσα στὸ πλῆθος. Ἔπειτα ὅμως ἀπὸ κάποιο διάστημα τὸν συνάντησε στὸν ἱερὸ περίβολο τοῦ Ναοῦ καὶ τοῦ εἶπε:
–«Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται». Νά, ἔχεις γίνει ὑγιής. Μὴν ἁμαρτάνεις πιά, ὥστε νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ τίποτε χειρότερο.
Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ συμπεραίνουμε ὅτι ὁ θεραπευμένος αὐτὸς παράλυτος εἶχε πάθει τὴν παράλυση ἐξαιτίας τῆς προηγούμενης ἁμαρτωλῆς ζωῆς του. Ὅμως μέσα στὸ καμίνι τῆς δοκιμασίας τῶν 38 χρόνων καθαρίστηκε σὰν τὸ χρυσάφι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία του, καὶ τώρα τὸν βλέπουμε νὰ συχνάζει στὸν Ναό.
Οἱ περισσότερες ἀπὸ τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς μας περνοῦν ἀργὰ ἢ γρήγορα, ἐνῶ ὅλες θὰ λήξουν τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου μας. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: Οἱ θλίψεις περνοῦν, ἡ ὠφέλεια ἀπὸ αὐτὲς μένει; Ὅταν ξαναποκτοῦμε τὴν ὑγεία, τὴν ἄνεση, τὴν εὐημερία μας, εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό; Μένουμε εὐγνώμονες γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῶν δεινῶν καὶ τὴν ὠφέλεια ποὺ μᾶς προσκόμισαν, ἢ ἐπιστρέφουμε στὸν ἴδιο τρόπο ζωῆς, στὴν προηγούμενη χαλαρότητα καὶ ἀπροσεξία μας;
«Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται».
Ὅταν ἔρχεται μιὰ δοκιμασία, ἀλλὰ καὶ ὅταν φεύγει, ἂς προβληματιζόμαστε: Γιατί τὸ ἐπέτρεψε ὁ Θεός; Κάτι περιμένει ἀπὸ ἐμένα. Κάτι πρέπει ν᾿ ἀλλάξει στὴ ζωή μου.
Ὁ Κύριος νὰ δώσει ὥστε κάθε δοκιμασία μας νὰ γίνεται ἀφορμὴ διορθώσεως καὶ ἐξαγιασμοῦ μας.
…………………………………………………………..
(*) Δοξαστικὸ τῆς Λιτῆς τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου.
Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
2.
Ἀνάσταση ἄταφου νεκροῦ
Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)
Ὁ μετὰ τὴν τριήμερη ταφὴ του ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν Χριστὸς ἔρχεται σήμερα νὰ ἀναστήσει ἕναν ἐπὶ τριάντα ὀκτὼ ἔτη «ἄταφο νεκρό». Φαίνεται λίγο ὑπερβολικὸ τὸ «ἐπιτίμιο» τοῦ παραλύτου, ὁ ὁποῖος -ὅπως ἀποκάλυψε ὁ Χριστὸς- παιδαγωγοῦνταν γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος θὰ σχολιάσει διδάσκοντας: «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ λένε εἶναι ἄδικο γιὰ μία στιγμὴ ποὺ σκότωσα καὶ γιὰ λίγες στιγμὲς ποὺ μοίχευσα, νὰ κολάζομαι γιὰ πάντα; Τί νὰ πεῖ κι αὐτός, ὁ παράλυτος, ποὺ δὲν ἁμάρτησε τόσα χρόνια, ὅσα κολαζόταν; Κι ὅμως πέρασε μία ζωὴ σὲ τιμωρία. Γιατί τὰ ἁμαρτήματα δὲν κρίνονται ἀπὸ τὴ διάρκειά τους ἀλλὰ ἀπὸ τὴ φύση καὶ τὴ βαρύτητά τους».
«Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω!»
Σίγουρα θὰ εἶχε φτάσει πολὺ κοντὰ στὴν ἔσχατη ἀπελπισία ὁ ἐπὶ τόσα χρόνια παράλυτος. Ἔτσι πιστεύει καὶ ὁ ὑμνωδός, ὅταν τοῦ βάζει στὸ στόμα τὰ λόγια: «Τί κερδίζω ἀπὸ τὸ νὰ συνεχίζω νὰ ζῶ; Τάφος μου ἔγινε τὸ κρεβάτι μου». Ἀπὸ ὅ,τι φαίνεται, ὅμως, ἀπὸ τὴν πολύχρονη «ταφὴ» του εἶχε τεράστιο κέρδος. Εἶχε ἀποκτήσει ἀξιοθαύμαστη ὑπομονὴ καὶ μακροθυμία· τόση, πού, ὄχι μόνο δὲν δυσανασχέτησε μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Χριστοῦ «θέλεις νὰ γίνεις καλά;», ὄχι μόνο δὲν τοῦ ἀπάντησε -κατὰ τὸν Χρυσορρήμονα- «γιὰ νὰ μὲ κοροϊδέψεις ἦρθες καὶ νὰ γελάσει εἰς βάρος μου;» ἀλλά, ἀντίθετα, «πράως καὶ μετ’ ἐπιεικείας πολλῆς» τοῦ ἀπάντησε: «Κύριε, δὲν ἔχω ἄνθρωπο, ὥστε -ὅταν ταραχθεῖ τὸ νερὸ- νὰ μὲ βάλει στὴν κολυμβήθρα».
Ἂς ἀφήσουμε κι ἐδῶ τὸν ὑμνωδὸ νὰ «ξεπεράσει» τὸν εὐαγγελιστὴ μὲ τὴν -κάθε ἄλλο παρὰ λυρικὴ- ἀπόδοση τῆς ἀπάντησης τοῦ Χριστοῦ: «Γιὰ σένα ἔγινα ἄνθρωπος. Γιὰ σένα ἐνδύθηκα ἀνθρώπινη σάρκα· κι ἐσὺ λὲς ἄνθρωπο δὲν ἔχω; Σήκω! Πάρε καὶ τὸ κρεβάτι σου καὶ περπάτα». Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ δὲν σημαίνουν: «Ἄνθρωπο ζητᾶς; Νά! Βρέθηκα ἐγὼ καὶ θὰ σὲ βοηθήσω».
Οὔτε ἁπλῶς ἤθελε νὰ τοῦ πεῖ: «Τί σὲ νοιάζει; Ἐγὼ Θεὸς εἶμαι καὶ θὰ σὲ θεραπεύσω». Ὁ Χριστός, καὶ σὲ αὐτὸ τὸ θαῦμα του, δὲν εἶναι μόνο ὁ γιατρὸς μιᾶς ἀνθρώπινης ἀρρώστιας. Εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Θεάνθρωπος, ποὺ ἦρθε νὰ «μαρτυρήσῃ τῇ ἀληθείᾳ». Καὶ ἡ ἀληθινὴ σημασία τῶν λόγων του εἶναι: «Ἐγώ, ὁ μονογενὴς Υἱoς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔγινα καὶ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ δώσω τὴ δυνατότητα καὶ σὲ σένα καὶ σὲ κάθε ἄνθρωπο νὰ ἀνακαινιστεῖτε. Νὰ γίνετε καινούργιοι ἀνθρωποι· καινὴ κτίσις. Νὰ γίνετε, ὄχι ἁπλῶς καλοὶ ἄνθρωποι, ἀλτρουιστές, ποὺ θὰ βοηθᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἀλλὰ κατὰ χάριν τέκνα μου καὶ συγκληρονόμοι τῆς Βασιλείας μου».
Σταθερὴ μετάνοια
Αὐτή, βέβαια, ἡ ἀνακαίνιση δὲν ἐπιβάλλεται ἐξαναγκαστικά. Εἶναι μόνο καρπὸς τῆς ἐλεύθερης συνεργασίας τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου μὲ τὸν Χριστό. Ἡ ἀρχὴ της εἶναι τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Καὶ εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι ἀμφότεροι, ἑρμηνευτὲς καὶ ὑμνογράφοι τῆς Ἐκκλησίας, συνδέουν τὴν κολυμβήθρα τῆς Βηθεσδὰ μὲ τὴν ἁγία κολυμβήθρα τοῦ Βαπτίσματος: «Ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ τῇ Προβατικῇ ποτὲ ἄγγελος κατήρχετο καὶ ἕναν ἰᾶτο κατὰ χρόνον· Βαπτίσματί δὲ θείῳ νῦν καθαίρει ἄπειρα πλήθη ὁ Χριστός».
Ἡ διὰ τοῦ Βαπτίσματος, ὅμως, κάθαρση, λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μας χρειάζεται συνεχῆ ἀνανέωση. Χρειάζεται ὄχι περιστασιακὴ ἀλλὰ σταθερὴ μετάνοια. Εἶναι κρίμα, ἕνα «οἰκοδόμημα», ποὺ γιὰ νὰ ἀποκτήσει γερὰ θεμέλια χρειάστηκαν -ἂς ποῦμε- τριάντα ὀκτὼ χρόνια σκληρῆς δουλειᾶς, νὰ καταρρεύσει ἀπὸ τὴν ὑποτροπὴ στὴν ἁμαρτία μιᾶς στιγμῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς προειδοποιεῖ μὲ τὴ φιλανθρωπία του τὸν πρώην παράλυτο, ποὺ μόλις στάθηκε στὰ σωματικὰ καὶ πνευματικά του πόδια, νὰ μὴν ἁμαρτήσει ξανά, γιὰ νὰ μὴ βιώσει ξανὰ στὸ μέλλον μία νέα δοκιμασία.
Πῶς τιμοῦμε τὸ Σάββατο;
Ἡ θεραπεία τοῦ παραλύτου καὶ ἡ μεταφορὰ τοῦ κρεβατιοῦ του ἡμέρα Σάββατο σκανδάλισαν τοὺς ἀθεράπευτα «παράλυτους» Ἰουδαίους. Ἡ ἐξαιτίας τῆς ὑποκρισίας τους πνευματικὴ παραλυσία δὲν τοὺς ἄφηνε νὰ «περπατήσουν» παραπέρα ἀπὸ τὴν κατὰ γράμμα ἑρμηνεία τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου καὶ νὰ καταλάβουν ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ τιμὴ πρὸς τὸ Σάββατο ἦταν «ἡ ἀγαθοποιΐα καὶ ἡ τῶν κακῶν ἀποχή». Ἔτσι ἐπέμεναν στὴν ἑκούσια τύφλωσή τους, μὴ θέλοντας νὰ δοῦν τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλύτου καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Θεό. Πολὺ περισσότερο, δὲν ἤθελαν νὰ καταλάβουν ὅτι Αὐτός, ποὺ εὐεργετοῦσε τοὺς ἀνθρώπους τὸ Σάββατο, ἦταν καὶ ὁ νομοθέτης καὶ Κύριος τοῦ Σαββάτου. Καὶ θὰ ἐπιδιώξουν νὰ τὸν φονεύσουν, «φαινομενικὰ μὲν ἐπειδὴ δῆθεν καταργοῦσε τὸ Σάββατο, στὴν οὐσία ὅμως ἐπειδὴ τὸν φθονοῦσαν, γιατὶ ξεσκέπαζε τὴν ὑποκρισία τους» (Ἅγιος Θεοφύλακτος).
Ἐμεῖς, ἂς ἁγιάζουμε ὄχι μόνο τὰ Σάββατα, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴ ζωή μας μὲ τὴν κατάπαυση τῶν πονηρῶν ἔργων καὶ τὴ σταθερή μας μετάνοια, ἐπαναλαμβάνοντας τὴν κατανυκτικὴ προσευχὴ ποὺ μᾶς χαρίζει τὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς: «Ὅπως καὶ στὸν παράλυτο μὲ τὴ θεϊκή σου παρουσία, ἀνάστησε, Κύριε, καὶ σὲ μένα τὴν -ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μου- φοβερὰ παράλυτη ψυχή μου. Ἔτσι, ἀφοῦ σταθῶ στὰ πόδια μου, θὰ μπορῶ νὰ δοξάζω τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν παντοδυναμία σου».
3.
Διακρίσεις καὶ σκοπιμότητες
Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου)
Πόσες φορές δέν ἔχει ἀκουσθεῖ λόγος καταγγελτικός ἐναντίον τῶν διακρίσεων καί τῶν σκοπιμοτήτων! Πόσες φορές, ἀκόμη καί βίαιοι ἀγῶνες, δέν ἔχουν διεξαχθεῖ ὥστε νά παύσει ἡ καταστρατήγηση τῆς ἰσότητας καί νά βασιλεύσουν ἡ ἰσονομία καί ἡ δικαιοσύνη! Πόσες φορές δέν ἔχουμε αἰσθανθεῖ σέ προσωπικό ἐπίπεδο νά μᾶς πνίγει ἡ ἀγανάκτηση, καθώς πιθανολογοῦμε ἤ διακρίνουμε ἀδικία σέ βάρος μας, προκείμενου νά εὐνοηθεῖ καί νά προτιμηθεῖ κάποιος ἄλλος! Κι ὀλ’ αὐτά εἶναι δίκαια συναισθήματα καί δικαιολογοῦνται στά πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Ἐλλοχεύει, ὅμως, σέ αὐτά ἕνας κίνδυνος!
Ποιός; Ὁ κίνδυνος τοῦ νά κυριαρχήσουν αὐτά –καί μόνον αὐτά- στήν καρδιά μας, μέ ἀποτέλεσμα νά καταπνιγεῖ κάθε ἄλλο συναίσθημα, ἰδίως ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον, μιᾶς πού πικραμένοι ἀπό τήν ὅποια ἀδικία, τόν ὅποιο ἀποκλεισμό, τήν ὅποια ὑποτίμησή μας, ὁδηγούμαστε στό νά βλέπουμε τόν ἄλλο μέ καχυποψία, ὡς ἀνταγωνιστή, ἴσως καί ὡς ἐχθρό. Καί αὐτό διαπιστώνουμε πώς κυριαρχεῖ στήν κοινωνία μας, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιπολαιότητας καί τῆς ἀπερισκεψίας μέ τήν ὁποία ἐκφέρεται ὁ καταγγελτικός λόγος, ἰδίως ὅταν ὑπηρετεῖ κομματική σκοπιμότητα, μέ ἄμεση καί πρώτη συνέπεια τή διαίρεση τῆς κοινωνίας, τήν προκατάληψη, τό πλῆγμα κατά τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης.
Διακρίσεις
Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή ἔρχεται νά δικαιολογήσει τῶν διαφορετικό τρόπο ἐνεργείας ὅταν πρέπει νά ἐξυπηρετηθοῦν ἀντιφατικές καταστάσεις ἤ νά ὑποστηριχθοῦν προτεραιότητες. Στό κάτω-κάτω ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι προσωπικότητα μοναδική καί ἀνεπανάληπτη, γι’ αὐτό καί ἡ μαζικότητα δέν χαρακτηρίζει τόν τρόπο ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ διάκριση. Ἡ πρώτη διάκριση πού γίνεται εἶναι ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό. Κοντά στήν προβατική πύλη τῶν Ἱεροσολύμων –ἡ ὁποία ὀνομαζόταν ἔτσι ἐπειδή ἀπό ἐκεῖ ἔμπαιναν τά πρόβατα γιά τή θυσία στόν Ναό τοῦ Σολομώντα- ὑπήρχε μιά διαμορφωμένη δεξαμενή, ἡ Βηθεσδά, δηλαδή «οἶκος ἐλέους». Γύρω ἀπό αὐτήν ὑπῆρχαν πέντε θολωτά ὑπόστεγα, ὅπου ἦταν ξαπλωμένοι πολλοί ἄνθρωποι μέ διάφορες ἀσθένειες. Ὅλοι περίμεναν τήν ἀγγελική παρουσία πού θά τάραζε τό νερό, ὥστε ὁ πρῶτος πού θά ἔμπαινε μέα νά γινόταν καλά.
Μέσα ἀπό τό πλῆθος τῶν ἀρρώστων, ὁ Χριστός ξεχώρισε ἕναν ὁ ὁποῖος ἦταν παράλυτος καί βρισκόταν ξαπλωμένος ἐκεῖ τριάντα ὀκτω χρόνια! Μετά ἀπό ἕναν ἰδιαίτερο διάλογο τόν θεράπευσε. Μέσα στό πλῆθος τῶν ἀσθενῶν θεράπευσε μόνον ἕναν! Βεβαίως καί αὐτός ὁ ἕνας ἦταν τόσα χρόνια κατάκοιτος, ἀλλά γιατί ὁ Κύριος θεράπευσε μόνον αὐτόν; Θά ἐξαντλοῦνταν ἡ θαυματουργική του δύναμη ἄν ἔκανε καλά καί ὅλους τους ἄλλους; Ἡ ἀσθένεια καί ὁ θάνατος, μέ μία λέξη ἡ φθορά, ἔγινε οἰκεία στήν ἀνθρώπινη φύση ὡς συνέπεια τῆς ἁμαρτίας. Μόλις οἱ πρωτόπλαστοι παρέβησαν τό θεῖο θέλημα, κληρονόμησαν τίς συνέπειες τῆς ἐπιλογῆς τους: Κι ὅμως, κι αὐτό ἀκόμη ξέρει ὁ Ἅγιος Θεός νά τό μετατρέπει σέ παιδαγωγία, ἀφοῦ ἰδίως μέ τήν ἀσθένεια δίνεται ἀφορμή, ἄν ὄχι καί εὐκαιρία ὑπομονῆς καί φιλοσοφίας, ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἀκόμη καί τόν χαρακτήρα του νά ἀλλοιώσει πρός τό καλύτερο. Λέει μάλιστα ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὅτι ἄνθρωπος πού καθημερινά ἐπισκέπτεται νοσοκομεῖο ἤ κοιμητήριο δέν μπορεῖ νά ἁμαρτήσει! Ἔτσι λοιπόν, θεραπεύεται ὁ ἕνας, ὁ ὁποῖος δέν εἶχε τίποτε ἄλλο νά ὠφεληθεῖ ἀπό τήν ἀσθένειά του καί ἀφήνονται οἱ ὑπόλοιποι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀκόμη πολλά νά μάθουν!
Ἀλλά καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐνεργεῖται τό θαῦμα συνιστᾶ διάκριση. Συνήθως, πρίν ἀπό τό θαῦμα ὁ Χριστός διεκδικεῖ τήν πίστη. Τώρα πλησιάζει τόν παραλυτικό καί τοῦ κάνει μιά περίεργη ἐρώτηση: «Θέλεις νά γίνεις καλά;» Καί ὁ ἄνθρωπος σμιλεμένος ἀπό τήν ὑπομονή τῶν τόσων χρόνων, μέ εὐγένεια καί χωρίς νά ἀποπάρει τόν Κύριο γιά τό παράξενο ἐρώτημα, ἀπαντᾶ τά ὅσα ἀναφέρει τό Εὐαγγέλιο. Καί ἀμέσως μετά γίνεται τό θαῦμα, ἀπόδειξη ὅτι ἡ δοκιμασία τῆς ὑπομονῆς ἰσοσταθμίζει τήν πίστη! Ἡ ἀπαντοχή μας, καί μάλιστα ἡ πολυετής, στήν ὅποια θλίψη, ἐκτιμᾶται φοβερά στά ματιά τοῦ Θεοῦ!
Ἡ σκοπιμότητα τοῦ ἁγιασμοῦ μας
Μέ τό πού θεραπεύει τόν παραλυτικό ὁ Χριστός μας, τοῦ δίνει μιά ἐντολή: «Σηκω, φορτώσου τό κρεβάτι σου καί περπάτα». Αὐτό τό κάνει γιά νά δοῦν τόν πρώην παραλυτικό οἱ Ἰουδαῖοι νά κουβαλᾶ τό κρεβάτι τοῦ ἡμέρα Σάββατο καί νά πληροφορηθοῦν τό θαῦμα, ἀλλά καί γιά νά καταλάβουν ὅτι πρέπει διαφορετικά νά κατανοοῦν τίς διατάξεις τοῦ Νόμου. Ὄχι μέ προσήλωση στό γράμμα, ἀλλά στό πνεῦμα τοῦ Νόμου, δηλαδή ὄχι μέ ἐξωτερική, σωματική συμμόρφωση, ἀλλά μέ πνευματική προσπάθεια ἀποχῆς ἀπό τήν ἁμαρτία καί καλλιέργειας τῆς ἀρετῆς.
Καί κάτι ἄλλο κάνει ἐπίτηδες ὁ Χριστός. Ὅταν ἀργότερα συναντᾶ ἐκεῖνον πού θεράπευσε, δέν κομπάζει, ἀλλά οὐδέτερα τοῦ λέει: «Πρόσεξε τώρα πού ἔχεις γίνει ὑγιής, μήν ἁμαρτάνεις πλέον γιά νά μή σού συμβεῖ τίποτε χειρότερο»! Ὑπάρχει κάτι χειρότερο ἀπό τριάντα ὀκτώ χρόνια κατάκλισης καί ταλαιπωρίας; Φυσικά ὑπάρχει. Ἡ αἰωνιότητα τῆς κόλασης! Ὁ Χριστός μας ἀπευθύνεται στήν ἐμπειρία τῶν χρόνων αὐτῶν τῆς δυστυχίας, ὥστε ἡ ἐνθύμησή τους ν’ ἀποτελεῖ στοιχεῖο σύγκρισης καί ἀποτροπῆς τῆς ὅποιας παρέκκλισης ἀπό τό θεῖο θέλημα.
Ἀδελφοί, καί «νόμου μετάθεσις» (Ἑβρ. 7,12) γίνεται, ὅταν αὐτό ἀποδεικνύεται σωτήριο γιά τόν ἄνθρωπο. Καί ὁ μόνος φιλάνθρωπος νομοθέτης ξέρει, κινούμενος ἀπό τήν ἄφατη ἀγάπη του, νά ἐνεργεῖ ὥστε καθιστώντας ὑπέρτατο νόμο τή σωτηρία τοῦ καθενός, νά χειρίζεται μέ διάκριση τή ζωή μας ὑπηρετώντας τή σκοπιμότητα τοῦ ἁγιασμοῦ μας!
4.
Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἀκούσαμε σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο γιὰ ἕναν ἄνδρα ποὺ γιὰ τριάντα χρόνια ἦταν παράλυτος. Τὸ μοναδικὸ πράγμα ποὺ τὸν χώριζε ἀπὸ τὴν θεραπεία ἦταν ἡ δυνατότητα νὰ φθάσει τὸ νερὸ ποὺ ὁ ἄγγελος τάραζε μιὰ φορά τὸν χρόνο. Τριάντα χρόνια εἶχε προσπαθήσει νὰ θεραπευτεῖ, ἀλλὰ κάποιος ἄλλος ἦταν πιὸ γρήγορος ἀπὸ αὐτὸν καὶ προλάβαινε νὰ θεραπευτεῖ. Πόσοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν τώρα στὸν κόσμο, πόσοι ὑπῆρχαν καὶ θὰ ὑπάρχουν στὸν κόσμο μας ποὺ χρήζουν θεραπείας, ποὺ ἔχουν παραλύσει ἀπὸ τὸν φόβο, ἀπὸ τὸ κάθε τι ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ κινηθοῦμε μὲ τόλμη καὶ σκοπὸ πρὸς τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς; Πόσοι; Καὶ ποιοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ τοὺς πάρουν καὶ θα τοὺς βοηθήσουν νὰ θεραπευθοῦν ἀντὶ νὰ τὸ ἐπιδιώξουν γιὰ τοὺς ἴδιους; Ἄς στραφοῦμε καὶ ἄς δοῦμε τὸν ἑαυτό μας, ὄχι ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἀλλὰ τὸν ἑαυτό μας. Τὶ ἔχουμε μάθει ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο;
Ὁ Χριστὸς λέγει ὅτι ὅποιος δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ προσφέρει τὴ ζωή του γιὰ τὸν πλησίον του δὲν ἔχει πραγματική ἀγάπη, καὶ πλησίον, καθώς εἶναι σχεδὸν ξεκάθαρο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶμε, ἐκεῖνος ποὺ εἶναι κοντά μας, ἀλλὰ εἶναι ὁποιοσδήποτε μᾶς χρειάζεται. Θέστε στὸν ἑαυτό σας αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. Ὑπάρχει ἕνας ἀριθμὸς ἀνθρώπων γύρω σας ποὺ θὰ πίστευαν, ποὺ μὲ χαρὰ θὰ ἄρχιζαν μιὰ νέα ζωή, ποὺ θὰ εὐλογοῦσαν ἐσᾶς καὶ τὸν θεό ποὺ θὰ τοὺς ἔδιναν κουράγιο νὰ κινήσουν τὰ πνευματικά τους πόδια ποὺ εἶναι δεμένα. Καὶ ἄς ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, τὶ κάνουμε, τὶ ἔχουμε κάνει, τὶ μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσουμε;
Τὰ νερὰ τῆς Κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τῆς θεραπευτικῆς Του δύναμης. Ὅταν ὁ Θεὸς ἔρθει κοντά, ὅταν συνειδητοποιήσουμε ὅτι βρίσκεται ἐκεῖ, κοντά μας, κοιτάζουμε γύρω μας γιὰ νὰ δοῦμε ποιὸς Τὸν χρειάζεται περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἐμεῖς; Ὄχι. Ὁρμᾶμε μπροστὰ, θέλουμε νὰ εἴμαστε ἐκεῖνοι ποὺ θὰ καθίσουμε στὰ πόδια Του, εἴμαστε ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιθυμοῦμε ν’ ἀγγίξουμε τὸ κράσπεδο τοῦ ἐνδύματός Του καὶ νὰ θεραπευθοῦμε, εἴμαστε ἐκεῖνοι- καὶ αὐτὸ εἶναι ἀκόμα χειρότερο,- ποὺ ἐπιθυμοῦμε νὰ θεωρούμαστε μαθητές καὶ σύντροφοί Του ἔτσι ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἴσως νὰ μᾶς κοιτάζουν καὶ νὰ θαυμάζουν, ν’ ἀποροῦν καὶ κάποιες φορὲς σχεδὸν νὰ λατρεύουν ἐμᾶς τοὺς συντρόφους τοῦ Ἰησοῦ, τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος.
Ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι προετοιμασμένος νὰ παραμερίσει, νὰ μείνει ἀφανὴς, ἤ μᾶλλον νὰ βοηθήσει κάποιον ἄλλον νὰ προχωρήσει μπροστὰ ἀντὶ, ὅταν ξέρουμε ὅτι θὰ εἴμαστε κατά κάποιον τρόπο οἱ χαμένοι, – ἐπειδή ἄν τὸ κάνουμε αὐτὸ, θὰ ἔχουμε χάσει ὅ,τι νομίζαμε ὅτι ἐπιθυμούσαμε, ἀλλὰ θὰ ἔχουμε γίνει μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔδωσε τὴ ζωή Του γιὰ νὰ ζήσουν οἱ ἄλλοι.
Ἄς προβληματιστοῦμε πάνω στὴν παραβολή αὐτή. Δὲν εἶναι ἁπλὰ μιὰ παλιὰ ἱστορία γιὰ πράγματα ποὺ ἔγιναν πρὶν δύο χιλιάδες χρόνια, εἶναι κάτι ποὺ συμβαίνει κάθε μέρα καὶ εἴμαστε ἐκεῖνοι ποὺ ὁρμοῦν μπροστὰ καὶ ἐμποδίζουν ἅλλους νὰ καταδυθοῦν στὰ ἰαματικὰ νερὰ τοῦ Σιλωάμ.
Ἄς ἀκούσουμε τὸν Θεῖο Ἅγιο Ἰωάννη, τὸν δάσκαλο τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, ἄς ἑτοιμαστοῦμε νὰ θυσιάσουμε κάθε τι ποὺ περιμένουμε μὲ λαχτάρα, κάθε τι ποὺ ἐπιθυμοῦμε γιὰ νὰ τὸ ἔχει κάποιος ἄλλος, νὰ τοῦ δοθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἄς ἕτοιμαστοῦμε νὰ πληρώσουμε τὸ τίμημα γιὰ νὰ βροῦν τὴν ἐλευθερία ἄλλοι ἄνθρωποι, τὴν ζωὴ σὲ κάθε ἐπίπεδο, ἀκόμα στὸ πιὸ ἁπλὸ ποὺ εἶναι τὸ φαγητὸ καὶ τὸ κατάλυμα καὶ ἡ ζεστασιὰ ἑνὸς προσεχτικοῦ βλέμματος ἤ ἑνὸς τρυφεροῦ, διακριτικοῦ λόγου. Ἄς ἀπελευθερωθοῦμε, καὶ τὸτε πόσοι θὰ σωθοῦν, θὰ σωθοῦν ἀπὸ τὴν πείνα, ἀπὸ τὴν ἔλλειψη στέγης, θὰ σωθοῦν ἀπὸ τὴν κυριαρχία ἄλλων, ἀπὸ κάθε τι ποὺ δεσμεύει καὶ βάζει σὲ δεσμὰ τὴ ζωή. Ἄς γίνουμε ὅ,τι ἦταν ὁ Χριστὸς- Ἐκεῖνος ποὺ ἐλευθερώνει στὸ ὄνομα τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ζωῆς. Ἀμήν.
5.
Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ στήριγμα τῶν ἀνθρώπων
Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)
«Καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος»
Παρατηρώντας τὰ Εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα βλέπουμε πὼς τὰ περισσότερα καὶ μάλιστα τὰ μεγάλα θαύματα τὰ ἔκανε ὁ Χριστὸς κατὰ τὶς μεγάλες ἡμέρες τῶν Ἰουδαίων. Τὸ ἴδιο συνέβαινε καὶ μὲ τὴ διδασκαλία Του. Τὴν ἐκφωνοῦσε συνήθως στὶς μεγάλες γιορτές, ποὺ συνέρρεε πολὺς κόσμος. Στὶς γιορτὲς τοῦ Πάσχα, τῆς Σκηνοπηγίας, τῆς Πεντηκοστῆς κ.λ.π. στὰ Ἱεροσόλυμα ποὺ ἦταν ἡ μητρόπολη τῶν Ἰουδαίων, μαζευόταν πολὺς κόσμος. Ὅπως ἐπίσης συναθροιζόντουσαν καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι ποὺ εἶχαν τὴν ἐλπίδα τους, ὅτι μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ τοὺς κάνει καλά. Ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀσθενῶν νὰ γίνουν καλά, δὲν ἦταν τόσο μεγάλη, ὅσο ἦταν μεγάλη ἡ θέληση τοῦ Χριστοῦ νὰ τοὺς κάνει καλά.
Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε εὐεργετικὴ σ’ ὅλους
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει πὼς «ὅπου ἂν φανῇ ὁ Ἰησοῦς, ἐκεῖ καὶ ἡ σωτηρία», δηλαδὴ ὅπου θὰ φανεῖ ὁ Χριστός, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ σωτηρία. Μπῆκε μέσα στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου κι ὁ ἀρχιτελώνης μετανόησε. Εἰσῆλθε στὸ τελωνεῖο τοῦ Ματθαίου καὶ ἀμέσως μετατρέπει τὸν ἄνδρα καὶ τὸν κάνει Εὐαγγελιστή. Θάπτεται ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς καὶ ἐγείρονται οἱ νεκροί. Κατεβαίνει στὸν Ἅδη καὶ ζωοποιοῦνται οἱ κάτοικοί του. Χαρίζει τὸ φῶς στοὺς τυφλούς, τὴν ἀκοὴ στοὺς κωφοὺς καὶ περιέρχεται τὶς κολυμβῆθρες, ὅπως τὴν Βηθεσδά, καὶ θεραπεύει τὸν Παράλυτο. Ἐὰν ἐμβαθύνουμε περισσότερο, θὰ λέγαμε πὼς ὁ Χριστὸς γίνεται ἄρτος στοὺς πεινῶντες, ὕδωρ, ποὺ κρύβει μέσα του τὴ ζωή, στοὺς διψῶντες, ἀνάσταση στοὺς νεκρούς, ἰατρὸς στοὺς νοσοῦντες, ἡ ἀπολύτρωση τῶν ἁμαρτωλῶν.
Ὅλα αὐτὰ τὰ πραγματοποιεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. «Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ἰωάν. 4,34), θὰ τονίσει ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἂς ποῦμε καὶ μία ἔκφραση ποὺ τὴ χρησιμοποιεῖ ὁ Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος. Ὅλοι θὰ ἔχουμε ἀκούσει τὴ λέξη ἀλήτης. Ἀλήτης στὴν κυριολεξία σημαίνει ὁ περιπλανώμενος, ὁ πλάνης, ὁ ἀνέστιος. Ἀργότερα στὰ νεότερα χρόνια πῆρε τὴν ἔννοια τοῦ κακοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ἰωσὴφ θὰ πεῖ πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ «δι’ ἐμὲ ἀλήτης γεγονώς», δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ περιπλανήθηκε ἀπ’ ἐδῶ κι ἀπ’ ἐκεῖ καὶ ἔκανε τὰ πάντα γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο.
Ὁ Χριστὸς ἔδινε περισσότερα ἀπ’ ὅ,τι τοῦ ζητοῦσαν
Πράγματι ὁ Χριστὸς ἔδινε πιὸ πολλὰ ἀπ’ ἐκεῖνα ποὺ ζητοῦσαν οἱ ἄνθρωποι. Π.χ. Ὁ σημερινὸς παραλυτικὸς βλέποντας τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ πάνω του ἴσως σκέφθηκε καὶ ἤλπιζε περισσότερο πὼς τὸ πιὸ πιθανὸ ἦταν νὰ τὸν βοηθοῦσε ὁ Κύριος νὰ πέσει μέσα στὸ νερὸ κατὰ τὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων, ὅταν θὰ ταραζόντουσαν τὰ νερά. Πιθανῶς στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ νὰ ἔβλεπε κάποιον ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του, ποὺ τὸν εἶχαν λησμονήσει.Ὁ παράλυτος ἤθελε ἕνα καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε δέκα. Τὸν ἔκανε καλά, τόσο καλά, ὥστε αὐτὸς ποὺ τριάντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια δὲν μποροῦσε νὰ κουνηθεῖ, τώρα νὰ σηκώνει τὸ κρεββάτι του καὶ νὰ φεύγει μπροστὰ στὰ ἔκπληκτα μάτια ὅλων. Ἔχουμε κι ἄλλες τέτοιες περιπτώσεις. Ὁ κάθε ἄρρωστος, κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο, ἔστω κι ἂν τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει οἱ πάντες, «ἔσχεν βοηθὸν Υἱὸν τοῦ θεοῦ τὸν μονογενῆ».
Ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ
Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ποὺ δὲ σταματᾶ ποτέ. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος φέρνει τὸ παράδειγμα τῆς κολυμβήθρας. Μέσα στὴν κολυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας ὄχι ἕνας καὶ δύο, ἀλλ’ ὁλόκληρη ἡ Οἰκουμένη κι ἂν μπεῖ, θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες τῆς ἁμαρτίας. Ὄχι μία φορὰ τὸ χρόνο, ἀλλὰ κάθε μέρα θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς ἀπὸ τὶς ψυχικὲς ἀρρώστιες. Ἡ χάρη τοῦ θεοῦ δὲ δαπανᾶται ποτέ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ κοινὸς τρόπος καθάρσεως τῶν ἀνθρώπων. Μὲ τὴ μετάνοια, τὴν ἐξομολόγηση καὶ μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία καθαριζόμαστε ἀπὸ τὰ πολυπληθῆ καὶ πολυειδῆ πάθη μας. Ὀφείλουμε νὰ δώσουμε τὴ διάθεσή μας καὶ τὸν ἑαυτό μας στὸ Χριστὸ ποὺ ψάχνει εὐκαιρίες νὰ μᾶς θεραπεύσει. Στὸν καθένα μας ἀκούγεται ἡ ἐρώτηση τοῦ Σωτῆρος «θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» (Ἰωάν. 5,6). Στὸ φιλάργυρο, στὸν ἐγωιστή, στὸν ἐνεργούμενο ἀπὸ τὸ πονηρὸ πάθος τοῦ θυμοῦ ἢ τῆς πορνείας ἢ τῆς μνησικακίας ἀπευθύνεται τὸ ἐρώτημα τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως ὀφείλουμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε ὁλοκάρδια στὴν πρόσκλησή Του καὶ νὰ μὴν ἐξοικειωθοῦμε μὲ μία χρονίζουσα κατάσταση ἀθλιότητας καὶ ἁμαρτίας. Νὰ ἀποκολληθοῦμε ἀπὸ τὰ πράγματα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς κρατοῦν παράλυτους πνευματικά. Νὰ ἀφήσουμε τὸ θεὸ νὰ ἐνεργήσει ἀνεμπόδιστα, γιατί ἡ ἁμαρτωλὴ θέλησή μας παρεμποδίζει τὴ χάρη Του.
Ἀδελφοί μου,
Ἡ σωτηρία μας ἂς εἶναι ἡ πολυχρόνια ἐπιθυμία μας, ὥστε νὰ καταξιώσουμε τὴν ὕπαρξή μας καὶ νὰ βροῦμε τὴν ὄντως ζωὴ τοῦ Χριστοῦ.
6.
Ἀρρώστια καὶ μοναξιά (Ἰω. 5, 1-15)
Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)
Ὁ Χριστὸς ἀνεβαίνει στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ βρίσκεται σὲ ἕνα ἱερὸ καὶ θαυματουργὸ τόπο, τὴν κολυμβήθρα Βηθεσδά. Ἐκεῖ συναντᾶ γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὴν ἀρρώστια καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀνάγκη γιὰ βοήθεια, παρηγοριὰ καὶ θεραπεία. Στὸ διάλογό Του μὲ τὸν παράλυτο μαθαίνουμε ὅτι ἡ ἀρρώστια του ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς γιὰ τριάντα ὀχτὼ ὁλόκληρα χρόνια ἦταν κατάκοιτος. Ὁ Χριστὸς «γνοὺς ὅτι πολὺν χρόνον ἤδη ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;».
Ἡ καρτερία στὴν ἀσθένεια καὶ ἡ ἀνοχὴ τῶν ἄλλων
Ἡ θαυματουργικὴ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ στὴ Βηθεσδὰ εἶναι μία ἀπὸ τὶς πολλὲς θεραπεῖες ποὺ περιγράφουν τὰ Εὐαγγέλια. Κάθε φορά, ὅμως, ποὺ τὴ διαβάζουμε καλούμαστε μεταξὺ ἄλλων νὰ ἐμβαθύνουμε στὸ πρόβλημα τῆς ἀνθρώπινης ἀρρώστιας, ὀδύνης καὶ μοναξιᾶς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνάγκης γιὰ κατανόηση καὶ συμπαράσταση. «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», δὲν ἔχω ἄνθρωπο νὰ μὲ καταλαβαίνει, νὰ μοῦ συμπαρασταθεῖ, νὰ μὲ βοηθήσει. Τὴν ἴδια κραυγὴ ἐπαναλαμβάνουν ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι ἀνάμεσά μας. Κάποτε, μάλιστα, καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μὲ πικρὸ παράπονο γιὰ τὸ πρόβλημά μας. Τὸ παράπονο ἀπέναντι στὴν ἀδιαφορία τῶν ἄλλων κρύβει μέσα του θλίψη, πόνο, ἀδικία, πικρία, δυσαρέσκεια, ἴσως, ἀκόμη, καὶ θυμὸ γιὰ τὴ σκληρότητα τῶν ἄλλων γύρω μας. Ἀνορθώνει ἕνα τεῖχος ποὺ μᾶς ἀπομονώνει ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀφοῦ δὲν μᾶς καταλαβαίνουν καὶ δὲν συμπάσχουν μαζί μας. Βέβαια, στὴν πραγματικότητα, κάθε φορὰ ποὺ παραπονιόμαστε ἐμεῖς ὀρθώνουμε ἕνα ἀδιαπέραστο τεῖχος ἀπὸ τὴν ἀδυναμία μας νὰ ἐπικοινωνήσουμε μὲ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ τοὺς ἀποδεχθοῦμε ὅπως ἀκριβῶς εἶναι.
Στὴν περίπτωση τοῦ παραλυτικοῦ ὑπάρχει μία εἰδοποιὸς διαφορά. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς φαίνεται ὅτι εἶχε μεγάλη ὑπομονὴ γιὰ τὴ μακροχρόνια ἀρρώστια ποὺ τὸν ταλαιπωροῦσε. Δοκιμάζει, ὅμως, ἀμέτρητες ἀπογοητεύσεις. Ἐνῶ «ἄγγελος κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἔταρασσε τὸ ὕδωρ», καὶ κάθε φορὰ «ὁ πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο», αὐτὸς ἔμενε μὲ τὸ παράπονο ὅτι «ἄλλος πρὸ αὐτοῦ καταβαίνει» καὶ θεραπεύεται. Τὰ χρόνια περνᾶνε καὶ αὐτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ προσδοκᾶ καὶ νὰ περιμένει. Νὰ ἀνανεώνει τὴν ἐλπίδα του γιὰ ἄλλη μία εὐκαιρία.
Ὅμως ὁ παραλυτικὸς ἦταν ἀνεκτικὸς καὶ μακρόθυμος καὶ μὲ τὴν ἀνάλγητη ἀπάθεια καὶ ἐγωιστικὴ ἀδιαφορία τῶν ἄλλων. Τριάντα ὀχτὼ χρόνια καθηλωμέvος στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου εἶχε κατανοήσει καὶ εἶχε ἀποδεχθεῖ τοὺς ἀνθρώπους ὅπως ἀκριβῶς ἦταν, σκληρούς, ἀδιάφορους καὶ ἀνάλγητους. Εἶχε συμφιλιωθεῖ μὲ τὴ δοκιμασία τῆς ἀρρώστιας του. Ζοῦσε τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ νιώθει μέσα στὴ μοναξιὰ του «ἀπερριμένος», ἄχρηστος, ξεχασμένος καὶ περιφρονημένος. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ τρομακτικὸ αἴσθημα ποὺ μπορεῖ νὰ νιώσει κάποιος. Καὶ ὅμως, ὁ παραλυτικὸς δὲν φωνάζει. Δὲν διαμαρτύρεται ἐναντίον τῶν ἄλλων. Δὲν κρίνει καὶ δὲν καταδικάζει τοὺς γύρω του. Μέσα στὴν ἀδυναμία καὶ τὴ δυστυχία του δὲν στρέφεται κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν παραλογίζεται. Μὲ τὴν καρτερικὴ ἀντιμετώπιση τῆς ἀσθένειάς του καὶ τὴν ἐπιείκειά του πρὸς τοὺς ἄλλους ἄνοιξε τὴν καρδιά του νὰ δεχθεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Περίμενε τὴν ἐπίσκεψη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ὑπερνίκηση τῆς μοναξιᾶς
Οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς μας καὶ ἡ ὀργάνωση τῆς κοινωνίας μας ἐπιβεβαιώνουν τὴ φράση τοῦ λογοτέχνη: «ποτὲ ἄλλοτε οἱ στέγες τῶν σπιτιῶν δὲν ἦταν τόσο κοντὰ ὅσο σήμερα, ἀλλὰ καὶ ποτὲ ἄλλοτε οἱ καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων δὲν ἦταν τόσο μακριὰ ὅσο σήμερα». Αὐτὴ ἡ αἴσθηση τῆς τρομερῆς μοναξιᾶς τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου ἐπιτείνεται στὶς δύσκολες ὧρες τοῦ πόνου, τῆς ἀρρώστιας καὶ τῶν ποικίλων δυσχερειῶν τῆς ζωῆς. Τότε ὁ ἄνθρωπος πνίγεται μέσα στὴν ἀπομόνωσή του καὶ ἐπαναλαμβάνει τὸ λόγο τοῦ ἀρχαίου φιλοσόφου «ἄνθρωπον ζητῶ», ἀφοῦ, σὰν τὸν παραλυτικό, «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας ζωντανεύει τὸ διάλογο τοῦ παραλυτικοῦ μὲ τὸν Χριστό, ἀνανεώνει τὴν πίστη μας καὶ μᾶς γεμίζει παρηγοριὰ καὶ ἐλπίδα. Στὸ ἄκουσμα τῆς φράσης τοῦ παραλύτου «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», παρουσιάζει τὸν Χριστὸ νὰ τοῦ ἀπαντᾶ «διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα, καὶ λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;».
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, στὴν κάθε μοναξιά μας ἂς καλλιεργοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Ἂς συναισθανόμαστε τότε περισσότερο τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς κατανοεῖ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸν κάθε ἄνθρωπο, ποὺ μᾶς συμπαραστέκεται καὶ συμπάσχει μαζί μας. Ἂς στρέφουμε τὸ βλέμμα μας σὲ Ἐκεῖνον, γιὰ νὰ ὑπερνικοῦμε τὴ μοναξιὰ λέγοντάς του «ἐλθὲ ὁ Μόνος πρὸς μόνον, ὅτι μόνος εἰμὶ καθάπερ ὁρᾶς»- ἔλα ἐσὺ ποὺ εἶσαι Μοναδικὸς σὲ ἐμένα ποὺ εἶμαι μοναχικός, γιατί βλέπεις πὼς εἶμαι μόνος. Ἀμήν.
7.