«Ἡ Δύση πῆρε ἐπιτέλους τήν «ρεβάνς» (π.Γ.Μεταλληνός)
Τό 1983 μιά ἐπιφυλλίδα τοῦ διακεκριμένου Διανοουμένου, Καθηγητῆ Χρήστου Γιανναρᾶ, στήν ἐφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» προκάλεσε τόν κύκλο τῶν Εὐρωπαϊστῶν μας, αἰφνιδιάζοντας συνάμα καί τήν ὑπνώττουσα ἀστοχριστιανική συνείδηση τῶν συντηρητικῶν «ἐθνικιστῶν» Χριστιανῶν. Ὁ τίτλος ἦταν: «Finis Graeciae;» (Τό τέλος τῆς Ἑλλάδος;). Προκλήθηκε θόρυβος καί ἔντονες ἀντιδράσεις. Γιατί; Στίς 28 Μαρτίου 1979 εἶχε ὑπογραφεῖ ἡ ἔνταξή μας στήν Ἑνωμένη Εὐρώπη, καί δέν εἶχαν ἀκόμη κοπάσει οἱ πανηγυρισμοί τῶν πάντα ἀνυποψίαστων εὐρωπαϊστῶν μας.
Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς ἀνῆκε στήν ὁμάδα ἐκείνων, πού μόνιμα ἀντιμετωπίζουμε κριτικά τήν ἀπόφαση αὐτή καί χαρακτηριστήκαμε ἀπό τόν μαρξιστή κ. Γιάννη Μηλιό τοῦ «Ὁδηγητῆ» καί τόν ἀκροδεξιό Θεολόγο Καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου, «Νεοορθόδοξοι». Ἀνάμεσά τους ὁ μακαρίτης Κωστῆς Μοσκώφ, ὁ Κώστας Ζουράρης καί πολλοί ἂλλοι, μέχρι τούς σεβαστούς ἁγιορεῖτες π . Γεώργιο Καψάνη καί π. Βασίλειο Γοντικάκη.
1. Πατέρας τῆς σημερινῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης, πού ἀποτελεῖ ὀργανική συνιστῶσα τῆς Νέας Τάξης, τῆς Παγκοσμιοποίησης καί τῆς Νέας Ἐποχῆς, εἶναι ὁ Καρλομάγνος (768-814), ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τοῦ ‘Ορθοδόξου Ἑλληνισμοῦ,τῆς Ρωμηοσύνης. Γι’ αὐτό ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη ἀμείβει μέ τό βραβεῖο «Καρλομάγνου» τούς πρωτεργάτες καί τά διακεκριμένα ὂργανά της, μέ πρόσφατο ἐκπρόσωπο τῆς ὁμάδας αὐτῆς τόν «φίλτατο» στούς Ἓλληνες Schäuble.
Κορυφαία στιγμή στήν προσπάθεια τῆς Εὐρώπης νά ἁλώσει καί ὑποτάξει τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ἦταν ἡ ἅλωση τῆς Πόλης ἀπό τούς Φράγκους Σταυροφόρους, τό 1204 (12/13 Ἀπριλίου) καί ἡ διάλυση τῆς αὐτοκρατορίας μας. Ὁ φραγκικός κόσμος μετά τό σχίσμα (1054) καί ἡ κορυφή του ὁ Πάπας, ζοῦσαν μέ ἓναν ἀνομολόγητο πόθο, τήν ὑποταγή τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς. Οἱ σταυροφορίες, ὃπως ἀποδείχθηκε, εἶχαν αὐτό ὡς κύριο στόχο. Ἱστορικοί, ὃπως ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν (Οἱ σταυροφορίες …) καί ὁ Ernle Bradford (Ἡ προδοσία τοῦ 1204, στά γερμανικά), μεταξύ ἂλλων, ἐφώτισαν ἐπαρκῶς τό θέμα.
Ἡ πρώτη ἅλωση τῆς Πόλης (1204) ἀνοίγει τόν δρόμο γιά τήν ἅλωση τοῦ 1453. Ὑπάρχει μάλιστα, γενετική σχέση μεταξύ τῶν δύο ἁλώσεων. Ἀπό τό 1204 ἡ Πόλη καί σύνολη ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης, ἡ Ρωμανία, ὃπως εἶναι τό ἀληθινό ἀπό τόν 4ο αἰώνα ὂνομά της, δέν μπόρεσε νά ξαναβρεῖ τήν πρώτη της δύναμη. Τό φραγκικό κτύπημα ἦταν τόσο δυνατό, ὣστε ἔκτοτε ἡ Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη ἦταν «μία πόλη καταδικασμένη νά χαθεῖ» (Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ). Ἀπό τό 1204 μέχρι τό 1453 ἡ αὐτοκρατορία μας διανύει περίοδο πολιτικῆς παρακμῆς καί πτωτική πορεία.
2. Οἱ ἐξελίξεις στό ἐσωτερικό τῆς συρρικνωμένης πιά αὐτοκρατορίας ὁδήγησαν στήν ἀποδυνάμωση καί βαθμιαία ἀποσύνθεσή της: ἐμφύλιοι πόλεμοι τοῦ 14ου αἰῶνος, διείσδυση τῶν Ὀθωμανῶν ὡς μισθοφόρων στήν ζωή της καί ἐπεκτατική πορεία τους στήν Χερσόνησο τοῦ Αἳμου (ἀπ τό 1354)΄ πολιτική καί οἰκονομική διάλυση΄ δημογραφική συρρίκνωση΄ ἂστοργη καί ἀφιλάνθρωπη πολιτική τῶν αὐτοκρατόρων΄ δυσβάστακτη φορολόγηση (δημιουργία οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας εἰς βάρος τῶν μικροκαλλιεργητῶν) καί κυρίως θεολογικές-πνευματικές καί ἂλλες ἰδεολογικές ἀντιθέσεις ( Ἑνωτικοί-Ἀνθενωτικοί ) τό τραγικότερο ρῆγμα στό σῶμα τοῦ Ἔθνους.
Ἑνωτικοί καί Ἀνθενωτικοί ὀδηγήθηκαν σέ σύγκρουση ὁριακή. Οἱ πρῶτοι ἀναζητοῦσαν στηρίγματα γιά τό κλονιζόμενο Γένος πρός δύο κατευθύνσεις: στήν κλασική ἀρχαιότητα, μέ ἂρνηση τῆς προτεραιότητας τῆς Ὀρθοδοξίας, καί στή Δύση, μέ τήν ὁποία συγγένευαν λόγῳ τῆς κοινῆς ἰδεολογίας καί νοοτροπίας. Οἱ δεύτεροι (Κλῆρος, Μοναχοί, εὐρύ λαϊκό στρῶμα) -ὂχι λιγότερο Ἓλληνες ἀπό τούς πρώτους –διατηροῦσαν τήν ἱστορικά ἑδραιωμένη (καί μάλιστα μετά τό 1204) δυσπιστία πρός τήν Δύση, διότι γνώριζαν καλά τήν θεολογική, ἐκκλησιολογική καί κοινωνική ἀλλοτρίωσή της (ρατσιστική φεουδαρχία), προτάσσοντας σέ κάθε ἑνωτική προσπάθεια τήν Ὀρθοδοξία ὡς ἀληθινή πίστη καί τήν σωτηριολογική της σημασία. Ἦταν μιά κατάσταση μέ πολλές ἀναλογίες μέ τήν σημερινή.
Λίγο πρίν τήν Ἅλωση ὁ πρῶτος Γενάρχης μας, μετά τό 1453, καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος (Σχολάριος, +1472) ἔλεγε τό περίφημο ἐκεῖνο: «Ὦ ἀνόητοι Ρωμαῖοι…» (Ρωμηοί δηλαδή), ἐλέγχοντας τήν ἀφελῆ προσδοκία βοήθειας ἀπό μιά Δύση, πού εἶχε μάθει πιά ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Καρλομάγνου (8ος-9ος αἰ.) νά μισεῖ θανάσιμα τήν Ὀρθόδοξη Ἑλληνική Ἀνατολή (Γραικία). Ἡ στάση τῶν Ἀνθενωτικῶν ἦταν ρεαλιστική, διότι καί ἂν ἀκόμη ἀποκρούονταν οἱ Ὀθωμανοί, τό ἐξασθενημένο «Βυζάντιο» θά ἐπιβίωνε μέν, ἀλλά κατά πᾶσαν πιθανότητα θά εἶχε ἢδη μεταβληθεῖ σέ ἐξίσου ἀξιοθρήνητο δυτικό προτεκτοράτο.
3. Ὡστόσο οἱ δύο φοβερές αὐτές Ἁλώσεις δέν σήμαναν γιά τό Γένος μας ὁλοσχερή πτώση καί ἀφανισμό ἀπό τήν ἱστορική σκηνή, οὒτε ἐνόθευσαν τήν ταυτότητά μας, τήν Ἑλληνορθοδοξία. Ἡ ἐμμονή στήν ὀρθόδοξη παράδοση καί μέσω αὐτῆς καί στήν ἑλληνικότητα, διατήρησε τό Γένος ἑνωμένο μέ τίς ζωτικές πηγές του.
Ἡ ἐπιβίωση τοῦ Γένους μας ἦταν τό θαῦμα τοῦ ἑλληνορθόδοξου ψυχισμοῦ. Μέ τή δεύτερη ἅλωση ἀρχίζει γιά τό Γένος περίοδος μακρᾶς δοκιμασίας. Ἂν οἱ ψυχικές καί πνευματικές δυνάμεις του δέν ἦταν ἀκμαῖες, εἶναι ἀμφίβολο ἂν θά μποροῦσε τό Γένος νά ξεπεράσει τίς συνέπειες τῆς Πτώσης, ὃπως συνέβη μέ ἂλλους Λαούς στήν Ἱστορία. Ὃ,τι εἶχε συμβεῖ ἢδη μέ τίς ἑλληνικές πόλεις-κράτη, ὃταν ὐποτάχθηκαν στήν Ρώμη, ἐπανελήφθη καί μετά τό 1453.
4. Τό Γένος μας, μέσα στό πλαίσιο τοῦ ἐθναρχικοῦ-ἐκκλησιαστικοῦ χώρου –παρά τίς ὁποιεσδήποτε ἐλεγχόμενες συμπεριφορές, πού ποτέ δέν λείπουν σέ κάθε θεσμικό χῶρο- πέτυχε τήν ἱστορική συνέχειά του, τήν διάσωση δηλαδή τῶν συστατικῶν τῆς ταυτότητας καί ἰδιοπροσωπίας του.
Ὁ θεσμός τῆς Ἐθναρχίας ἀποδείχθηκε γιά τό Γένος εὐεργετική συμβάλλοντας στήν ἐπιβίωση καί ἱστορική συνέχειά του. Ἀπό ἂποψη ἐδαφική, ἡ Ὀθωμανική αὐτοκρατορία συνέχιζε τήν Χριστιανική. Πνευματικά ὃμως καί πολιτιστικά, ἀλλά καί πολιτικά, τήν συνέχισε ἡ Ἐθναρχία. Μέ τήν πολιτική ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας διαμορφώθηκε βαθμιαῖα τό νέο καθεστώς τῆς «Χριστιανικῆς ’Ανατολῆς», τό «Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιαστικό Κράτος τοῦ Χριστιανικοῦ Ἔθνους» (Διονύσιος Ζακυθηνός), στήν κυριολεξία τό «Βυζάντιο μετά τό Βυζάντιο» (Ν. Γιόργκα). Ἡ συσπείρωση τοῦ Γένους στό φυσικό του ἀπό αἰώνων σῶμα, τό ἐκκλησιαστικό, πέτυχε τήν διάσωση τῶν δυνάμεών του. Ὁ δέ Ἑλληνισμός, τό βασικό στοιχεῖο τοῦ ρωμαίικου μιλλετιοῦ, ἔμεινε συμπαγές καί ἰδιαίτερο σῶμα, σέ μιά ὑπερεθνική ἑνότητα μέ τίς ἂλλες ἐθνότητες-λαότητες τῆς Βαλκανικῆς, οἱ ὁποῖες μέσα στήν ἐθναρχία ξεπέρασαν τήν μετά τό 1204 κατάτμησή τους.
Ἡ Ἐθναρχία ἔδωσε στή Ρωμηοσύνη μεγαλύτερη ἑνότητα καί συνοχή. Καί αὐτοί οἱ ἀμείλικτοι ἐχθροί της, οἱ Φράγκοι, θά τήν βλέπουν συνεχῶς ζωντανή καί γι’ αὐτό ἐπικίνδυνη, ἐμποδίζοντας μέ κάθε τρόπο τήν ἀντίστασή της. Ἔτσι τό Γένος, ὣς τήν ἳδρυση τοῦ πρώτου ἡμιαυτόνομου ἑλληνικοῦ κράτους (Ἑπτανησιακή Πολιτεία, 1800) θά μείνει μέν χωρίς πρωτογενῆ πολιτική ἐξουσία, μέσω ὃμως τῆς Ἐθναρχίας θά συνεχίσει νά ὑπάρχει ὡς συντεταγμένη κοινωνία, μέ συνείδηση τῆς ταυτότητἀς της, τῆς ἑνότητας καί ἰδιαιτερότητά της. Τό ἐκκλησιαστικό σῶμα θά εἶναι ὁ χῶρος ἀνάπτυξης σύνολης τῆς ζωῆς τοῦ Γένους, διασώζοντας τήν θρησκευτική καί ἐθνική παράδοση, τήν γλώσσα καί τήν κοινωνικοπολιτική ὀργάνωσή του, τήν συλλογική ἐμπειρία του στόν χῶρο τῆς καθημερινῆς πράξης.
α΄) Ἡ λατρεία, μόνιμος βιοτικός χῶρος γιά τόν Ἓλληνα-Ρωμηό, διέσωσε τό ὀρθόδοξο ἦθος ὡς καθολική στάση ζωῆς. Ὃταν μιλοῦμε γιά «κιβωτό τοῦ Γένους/Ἔθνους», ἐννοοῦμε κυρίως τήν λατρεία, τήν συνεχῆ παροντοποίηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος στό «ἐδῶ καί τώρα» τῆς ἱστορίας. Ἡ πίστη καί ἡ γλώσσα διαφοροποιοῦσαν τόν Ἓλληνα καί τούς ἂλλους Ρωμηούς ἀπό τόν κατακτητή. Ἡ Ὀρθοδοξία λειτουργοῦσε ὡς «κάτι παραπάνω ἀπό θρησκευτικό δόγμα». Ἦταν τό πνευματικό πλαίσιο, μέσα στό ὁποῖο ἐκφραζόταν ἡ ἐθνική συνείδηση, ἐπιτυγχάνοντας τήν ἀδιάκοπη πραγμάτωσή της.
Ἡ ἐνοριακή σύναξη, ἡ μόνη λαοσύναξη πού δέν διακόπηκε ποτέ, μαζί μέ τό μοναστήρι, ἔμειναν τό ἀμετακίνητο κέντρο τῆς πνευματικῆς καί κοινωνικῆς ζωῆς. Τά μοναστήρια, ἰδιαίτερα, θά λειτουργοῦν ὡς χῶροι πνευματικοῦ καί συνειδησιακοῦ ἀναβαπτισμοῦ, τόποι καταφυγῆς καί προστασίας τῶν διωκομένων καί κέντρα παιδείας καί ἀνανεώσεως.
β) Ἡ Ἐθναρχία ἔγινε χῶρος διασώσεως καί ἀναπτύξεως καί τῆς πολιτικῆς ὓπαρξης τοῦ Γένους, ὂχι μόνο μέ τούς ἀξιωματούχους της (Φαναριῶτες), τούς ἀνωτάτους κρατικούς ὑπαλλήλους {διερμηνεῖς, δραγομάνους τοῦ στόλου, ἡγεμόνες τῶν παραδουνάβιων περιοχῶν}, ἀλλά πρό πάντων στό χῶρο τῆς μικροκοινωνίας, τῆς Κοινότητας.
γ) Ὁ ὑπόδουλος Ἐλληνισμός δέν βυθίστηκε ποτέ σέ πνευματική νάρκωση ἢ ἀδράνεια. Ὁ λόγος γιά τό «πνευματικό σκοτάδι» τῆς δουλείας ἀληθεύει μόνο γιά τό πλατύ στρῶμα τοῦ Λαοῦ, πού δέν εἶχε τήν δυνατότητα ἀρχικά τοὐλάχιστον, σχολικῆς παιδείας . Μιλώντας ὃμως γιά ἀκμή καί παρακμή τῆς παιδείας, πρέπει νά ἐφαρμόσουμε τά κριτήρια τῆς περιόδου, γιά τήν ὁποία μιλοῦμε. Στήν παράδοση τῆς Ρωμηοσύνης τό βάρος πέφτει πρῶτα στήν πνευματικότητα καί μετά στά γράμματα, τήν σχολική σοφία.
Μέ τήν Ἐκκλησία καί τόν κοινοτικό θεσμό σώθηκε, παρ’ ὃλες τίς ἐλλείψεις, καί ἡ ἑλληνική παιδεία.Σημαντικός σταθμός ὑπῆρξε ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Ἐθναρχίας, νά ἱδρύσει τό 1454 τήν Πατριαρχική Σχολή (Ἀκαδημία) στήν Πόλη. Ἡ πρωτοβουλία ἀνῆκε στόν πρῶτο Ἐθνάρχη/Γενάρχη μας Γεννάδιο (Σχολάριο), πρώην καθηγητή. Εἶναι τό ἀρχαιότερο ἐκπαιδευτικό Ἳδρυμα κατά τήν δουλεία, πού καθιστᾶ ἰδιαίτερα ἔκδηλη τήν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας στόν χῶρο τῆς παιδείας, μιά παρουσία, πού καί στούς ἑπόμενους αἰῶνες θά θεωρεῖται αὐτονόητη καί ἀστασίαστη.
Σπουδαῖο ἀκόμη ὁρόσημο ἦταν ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐπί Ἱερεμία Β΄ τοῦ Τρανοῦ (1593), νά φροντίσουν οἱ Μητροπολίτες γιά τήν ἳδρυση σχολείων καί τήν ὑποστήριξη γενικά τῆς παιδείας στίς ἐπαρχίες τους.
Στήν συνάφεια ὃμως αὐτή ἐγείρεται τό ἐρώτημα: Τί ἦταν στήν οὐσία του τό «κρυφό σχολειό»; Δέν ἦταν κάτι ἂλλο ἀπό τήν ἰδιωτική καί ἀνεπίσημη φροντίδα τοῦ ἐθναρχικοῦ-ἐκκλησιαστικοῦ χώρου γιά τήν παιδεία, τήν κατάρτιση τῶν παιδιῶν στά γράμματα, μέ βάση τά ἐκκλησιαστικά βιβλία («κολλυβογράμματα») καί τήν καλλιέργεια ἐθνικῆς συνειδήσεως (ἱστορία). Καί αὐτό ἔπρεπε νά γίνεται μέ ἀπόλυτη μυστικότητα. Ἔτσι, ὁ γνωστός πίνακας τοῦ Γύζη (Τό κρυφό σχολειό) καί τό γνωστό ποίημα τοῦ ‘Ι. Πολέμη δικαιώνονται, ἂν σκεφθοῦμε ὃτι τά παιδιά, μετά τήν ἐργασία στά χωράφια, τό βραδάκι –μετά τόν Ἑσπερινό- μαζεύονταν γύρω ἀπό τόν παπά τῆς ‘Ενορίας τοῦ χωριοῦ ἢ σέ κάποιο μοναστήρι, γιά νά μάθουν «γράμματα, σπουδάσματα, τοῦ Θεοῦ τά πράγματα» (θεϊκά!) καί γι’ αὐτό πολεμεῖται τό ἀληθινό καί ὑπαρκτό «κρυφό σχολειό», διότι δέν δίδασκε τά «ἂθεα» γράμματα τῆς Εὐρώπης. (Εἶναι ἐνδιαφέρον ὃτι ὁ πολέμιος τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ» ἀείμηστος Καθηγητής Ἂλκης Ἀγγέλου, δέχθηκε σπουδαία ἐπιστημονική ἀπάντηση ἀπό τόν ἐπίσης φιλόλογο Φάνη Κακριδῆ).
5. Μέ τήν ἳδρυση ὃμως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους (συμβατικά τό 1830) ἡ Δύση παίρνει τή Revanche. Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση ἐπετράπη, ὃταν φάνηκε νά ἐξυπηρετεῖ τά εὐρωπαϊκά συμφέροντα, μέ τήν μεταβολή της ἀπό οἰκουμενική (μέχρι τόν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη) σέ ἐθνικιστική. Καί αὐτό διότι ἔτσι μόνο, μέ τήν ἀποδοχή τῆς εὐρωπαϊκῆς ἐθνικῆς -ἢ ὀρθότερα ἐθνικιστικῆς-ἰδέας, διευκολύνθηκε ἡ ἀνάδειξή της σέ δυτικό προτεκτοράτο. Τότε συλλαμβάνεται καί ἀρχίζει νά κυοφορεῖται τό σημερινό μας πρόβλημα μέ τήν Εὐρώπη. Σήμερα, ἁπλῶς προχωρεῖ ἡ συνειδητοποίησή του, λόγω τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας. Ἐπί τόσες ὃμως δεκαετίες τό πρόβλημα ὑπῆρχε καί μεγεθυνόταν ὑπόγεια καί καταλυτικά.
Ὁ λόγος γιά τή μετατροπή μας σέ εὐρωπαϊκό προτεκτοράτο δέν εἶναι προϊόν εἰκασίας. Ἀπό τό 1830 τελοῦμε ὑπό μόνιμη κατοχή, μέ τήν ψευδαίσθηση τῆς συμμαχίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἡ μικρασιατική ἐκστρατεία, πού δέν ἦταν παρά ἐκτέλεση ἐντολῶν τῶν προστατῶν μας σέ δύο φάσεις, ὣς τήν καταστροφή. Ἡ συνέχεια αὐτῆς τῆς στάσης ἔχει κορυφαῖες στιγμές, ὃπως ἡ δήλωση: «Στρατηγέ, ἰδού ὁ στρατός σας», πρός τόν Βάν Φλήτ, ἢ τό: «’Ανήκομεν εἰς τήν Δύσιν», πού γιά τούς εὐρωπαϊστές μας δέν κλείνεται μόνο στόν πολιτικοστρατιωτικό χῶρο, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καί στόν πολιτιστικό. Ἡ ἀπόλυτη κορύφωση ὃμως τό: «Εὐχαριστοῦμε τήν Κυβέρνηση τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν». Ἡ πολιτική μας Ἡγεσία λειτουργεῖ, κατά κανόνα, ὡς τοποτηρητεία τῶν Ξένων Δυνάμεων στήν Ἑλλάδα, ὃπως ἰδιαίτερα σήμερα.
6. Ἀπό τήν πορεία καί στάση μας μετά τίς δύο μεγάλες Ἁλώσεις διδασκόμαστε πῶς μπορεῖ νά μήν ἔλθει τό τέλος τῆς ἱστορικῆς μας παρουσίας, πού σήμερα, δυστυχῶς, φαίνεται ἀναπόφευκτο. Οἱ δύο ἁλώσεις, ἡ φραγκική καί ἡ ὀθωμανική, δέν ἅλωσαν τήν ψυχή καί τήν συνείδηση τοῦ Γένους/Ἔθνους μας. Σήμερα ὃμως πραγματοποιεῖται -ἂρχισε ἢδη- ἡ Τρίτη Ἅλωση, ἢ μᾶλλον βρισκόμαστε στό τελικό στάδιό της. Ἡ ἅλωση τοῦ 1204 ὁλοκληρώνεται σήμερα, πού τά σύνορά μας βρίσκονται μέσα στήν ψυχή μας. Δέν εἶναι κυρίως γεωγραφικά, ἀλλά πνευματικά καί συνειδησιακά. Ἡ ψυχή μας ἀπειλεῖται μέ νέα μεγάλη ἅλωση, τήν Τρίτη καί ἀποφασιστικότερη, πού ἲσως ἀποδειχθεῖ τελεσίδικη.Ἡ Ὑπερδύναμη τῆς Νέας Ἐποχῆς, μέ ὃλες τίς συνιστῶσές της , ἔχει ἀποβεῖ «καθολική μας μητρόπολη», κατά τόν ἀείμνηστο ἱστορικό Κωστή Μοσκώφ καί μόνιμο σημεῖο ἀναφορᾶς, πού καθορίζει σύνολο τόν ἐθνικό μας βίο, καί αὐτό τό φρόνημά μας, μέ τήν ἐξωπροσδιοριζόμενη παιδεία. Σ’ αὐτό τό σημεῖο θά ἐπαναλάβω ἓνα λυγμικό λόγο τοῦ ἀειμνήστου Δασκάλου μου Νικολάου Τωμαδάκη: «Ἐλᾶτε –γράφει- νά μνημονεύσωμεν τήν Ἅλωσιν! Ποίαν; Τήν ἐκ τῶν ἔνδον ἐπελθοῦσαν; Τήν αὐτοάλωσιν ἢ τήν βίᾳ διά τῆς τουρκικῆς σπάθης πραγματοποιηθεῖσαν τό 1453; Ποία εἶναι ἡ δραματικωτέρα, ἢ χειροτέρα; Διά ποίαν εὐθυνόμεθα περισσότερον; Ἀπό ἐκείνην, ἡ ὁποία μᾶς ἔδωκε τά παραδείγματα καί τήν ἐλπίδα; Ἢ ἀπὀ τήν τωρινήν, ἡ ὁποία καταλύει τήν πίστιν;». Αἰωνία η μνήμη τοῦ σοφοῦ Διδασκάλου!
Ἀπό τήν ἳδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους οἱ ἐκδυτικισμένοι εὐρωπαϊστές καί σύμφωνα μέ τά σημερινά δεδομένα, ἐκσυγχρονιστές (δηλαδή νεωτεριστές καί μετανεωτεριστές), φαίνεται ὃτι ἔχουν στίς ἀντορθόδοξες προοπτικές τους, τήν «ἀλλαγή» τοῦ Ἔθνους, ὡς διαστροφή καί καταστροφή τῆς ταυτότητάς του. Ἢδη οἱ ὀπαδοί τῆς Βαυαροκρατίας ἔβαλαν στό στόχαστρό τους τά Μοναστήρια καί τόν ἐκκλησιαστικό χῶρο (1833 κ.ἑξ.). Διότι οἱ Εὐρωπαῖοι καί εὐρωπαϊστές γνωρίζουν καλά, ὃτι ὁ χῶρος αὐτός ἐξασφαλίζει τήν συνέχεια τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης καί τῆς συνοχῆς τοῦ Ἔθνους μας. Τό πνεῦμα τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ παραμένει ἔκτοτε συνδεδεμένο μέ τόν ἐπαρχιωτισμό καί τήν ἡττοπάθεια μπροστά στή Δύση, πολιτικά καί θρησκευτικά, δημιουργώντας στό Ἔθνος συνείδηση προτεκτοράτου. Ἡ ἀδυναμία βιώσεως τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσηςς ἀπό τούς ἐκδυτικισμένους Ἡγέτες μας ὃλων τῶν ἰδεολογικῶν ἀποχρώσεων ἐξασθενίζει τίς ἀντιστάσεις τους καί τίς ἐκμηδενίζει, ὁδηγώντας καί στήν ἀδυναμία ὀρθῆς ἀποτίμησης τοῦ πολιτισμοῦ μας καί τῆς ἱστορίας μας, μέ ἀποτέλεσμα νά αἰσχύνονται γιά τήν ταυτότητά τους. Πῶς, λοιπόν, ν’ ἀγωνισθοῦν ὑπέρ τοῦ Ἔθνους καί τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσής του;
Καί στίς ἡμέρες μας στά ὃρια τοῦ λεγομένου «χωρισμοῦ» Ἐκκλησίας – Πολιτείας, ἐπιδιώκονται καί πραγματοποιοῦνται, βαθμιαῖα, πολιτειακά μέτρα, πού ἀποδομοῦν ὂχι μόνο τόν ἐκκλησιαστικό, ἀλλά καί τόν ἐθνικό μας βίο. Στό πλαίσιο αὐτό ἢδη ἔχουν μεταξύ ἂλλων ἐπιβληθεῖ: ἀποποινικοποίηση τῶν ἀμβλώσεων καί τῆς μοιχείας, αὐτόματο διαζύγιο΄ άπάλειψη τοῦ θρησκεύματος ἀπό τίς ταυτότητες, γιά τήν ἱκανοποίηση τῶν Κέντρων ἐξαρτήσεώς μας΄ ἀπομάκρυνση τῶν Κληρικῶν ἀπό τά σχολεῖα καί παρακώλυση τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἐπαχθή φορολόγηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ὡς νά ἀνῆκε στούς Κληρικούς καί ὂχι στό Λαό τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί παρεμπόδιση τοῦ πνευματικοῦ της ἔργου, μέ τόν περιορισμό τῶν χειροτονιῶν΄ θέσπιση τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν καί τῶν χριστιανῶν, ἐπαχθεῖς φορολογήσεις καί περικοπές τῆς μισθοδοσίας τῶν πολιτῶν καί τῆς ἰατροφαρμακευτικῆς περίθαλψής τους΄ σκανδαλώδης ἀποφυγή ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καί ἀτιμωρησία, μέ ἀποτέλεσμα τήν αὒξηση τῆς τρομοκρατίας καί παρανομίας΄ διαιώνιση τῆς ἀνυπαρξίας ἀποφασιστικῆς καί ὀρθολογικῆς μεταναστευτικῆς πολιτικῆς, πού ἀποβαίνει εἰς βάρος τῶν Πολιτῶν τῆς Χώρας μας, ἀλλά καί αὐτῶν τῶν μεταναστῶν, μέ τήν διευκόλυνση τῆς λαθρομετανάστευσης΄ μειοδοσία στά ἐθνικά μας θέματα καί ἀπεμπόληση τῶν ἐθνικῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων μας΄ ἀλλοίωση καί παραχάραξη τῆς ἱστορίας τοῦἜθνους μας καί προώθησή της στήν ἐκπαίδευση μέ τά σχολικά βιβλία. Ὂχι δηλαδή μόνο ἡ πίστη καί ὁ ἐκκλησιαστικός μας βίος, ἀλλά ὁλόκληρος ὁ ἑλληνορθόδοξος πολιτισμός μας πλήττεται θανάσιμα. Καί ὃλα αὐτά «διά νά γίνωμεν τέλειοι Εὐρωπαῖοι ἐξωτερικῶς, μέ ὃλα τά γνωρίσματα, ἑνός καταρρέοντος κοινωνικοῦ συστήματος, ἀπίστου, ἀθρήσκου, ραθύμου …». (Ν. Τωμαδάκης).
Οἱ κινήσεις ὃμως αὐτές τῶν αὐτοκτονούντων ἐθνοκτόνων μας ἐνισχύονται ἀπό τήν πέμπτη φάλαγγα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου, τούς μεταπατερικούς Κληρικούς καί κατ’ ἐπάγγελμα Θεολόγους, τούς «συνευδοκοῦντας τοῖς πράσσουσι» (Ρωμ. 1,32) τήν ἀνομίαν. Ἡ διάσπαση δέ τῆς Ἱεραρχίας εὐνοεῖ ἀποφασιστικά τήν προώθηση καί ἐπιβολή τῶν ἀνατρεπτικῶν καινοτομιῶν.
Ἡ Δύση πῆρε ἐπιτέλους τήν «ρεβάνς» (revanche) ! Τώρα πραγματοποιεῖ τόν μακραίωνα πόθο της, τήν ὁλοκληρωτική διάλυση τοῦ Ἔθνους τῶν Ἑλλήνων. Ἐντασσόμενοι στήν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἐκάμαμε τόσους πανηγυρισμούς, διότι θεωρήσαμε τό γεγονός ὡς σωτηρία μας. Ὁ Θεός ἐπέτρεψε, γι’ αὐτό, νά μᾶς ἀπογοητεύσει ἡ Εὐρώπη ἐκεῖ πού στηρίξαμε «τήν πᾶσαν ἐλπίδα» μας, στά οἰκονομικά, γιά νά εἶναι εὐκολότερη ἡ ἀφύπνισή μας .Ἔτσι, ἡ ἱστορία παίρνει τήν ἐκδίκησή της! Ξεχάσαμε τόν Θεόν τῶν Πατέρων ἡμῶν καί πιστεύουμε στήν ἀπολυτοποιημένη «ἀξία» τοῦ οἰκονομισμοῦ. Δέν ἀνοίξαμε καμμιά κερκόπορτα, ἀλλά τίς πύλες τῆς ψυχῆς καί καρδιᾶς μας, γιά νά μᾶς ἀλλοτριώσει καί νά μᾶς συντρίψει ἡ σημερινή Δύση.