Γαστριμαργία: νόσος της ψυχής και του σώματος

Αν προσπαθούσαμε να ορίσουμε τη γαστριμαργία θα λέγαμε ότι είναι η αναζήτηση της ηδονής στο φαγητό.
Η γαστριμαργία είναι ένα πάθος, προϊόν εφεύρεσης του ανθρώπου και επακόλουθο του προπατορικού αμαρτήματος, το οποίο συγκαταλέγεται στα πνευματικά νοσήματα.
Ο Jean Claude Larchet αναφέρει ότι εμφανίζει δύο κύριες μορφές. Η πρώτη αφορά την ποιότητα των τροφών και έχει ως ζητούμενο την ικανοποίηση του στόματος και της γεύσης και η δεύτερη την ποσότητα που στοχεύει στην ικανοποίηση της κοιλιάς[1]. Το παράδοξο είναι ότι ενώ η γαστριμαργία δεν προέρχεται από κάποια σωματική ανάγκη, το σώμα έχει άμεση εμπλοκή. Το γεγονός ότι η επιθυμία υπερβαίνει την ανάγκη, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γαστριμαργία είναι πάθος της ψυχής το οποίο εκδηλώνεται στο σώμα.
Τη σημαντικότητα του συγκεκριμένου πάθους ενισχύει και το γεγονός ότι αποτέλεσε έναν από τους τρείς πειρασμούς που επέβαλε ο διάβολος στο Χριστό στην έρημο[2]. Η στάση του Ιησού απέναντι στον πειρασμό του διαβόλου, αποκαθιστά τη σχέση ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο, η οποία είχε διαταραχθεί με τον Αδάμ και τη βρώση του απαγορευμένου καρπού. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δεν είναι ακάθαρτη η τροφή ή κακή η διαδικασία της διατροφής ώστε να μας οδηγεί στη γαστριμαργία. Αυτό που φταίει είναι ο τρόπος χρήσης της τροφής και ο σκοπός που εξυπηρετεί η χρήση αυτή.
Η γαστριμαργία αποτελεί νόσο, όχι μόνο της ψυχής αλλά και του σώματος. Οι συνέπειες της στην υγεία του σώματος είναι πολυεπίπεδες, πολυάριθμες και επικίνδυνες. Πολλοί Πατέρες βλέπουν στη γαστριμαργία την πηγή του προπατορικού αμαρτήματος[3]. Ο Αδάμ τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό παραβίασε την εντολή του Θεού. Η γαστριμαργία σηματοδοτεί τη διάσπαση του ανθρώπου από την κοινωνία του με τον Θεό.