Θεραπεία φύσεως και θεραπεία βουλήσεως (π. Γ. Φλορόφσκι).

«Πρέπει να διακρίνουμε πολύ προσεκτικά μεταξύ της θεραπείας της φύσεως και της θεραπείας της βουλήσεως.
Αλλά η βούλησις του ανθρώπου δεν μπορεί να θεραπευθεί με τον ίδιο αναπόφευκτο τρόπο, γι’ αυτή όλο το νόημα της θεραπείας της βουλήσεως βρίσκεται στην ελεύθερή της μεταστροφή. Η βούλησις του ανθρώπου πρέπει να είναι στραμμένη προς τον Θεό· πρέπει να υπάρξει ελεύθερη και αυθόρμητη ανταπόκρισις αγάπης και λατρείας. Η βούλησις του ανθρώπου μπορεί να θεραπευθεί μόνο ελεύθερα, μέσα στο ‘’μυστήριο της ελευθερίας’’. Μόνο με αυτήν την αυθόρμητη και ελεύθερη προσπάθεια εισέρχεται ο άνθρωπος σε εκείνη τη νέα και αιώνια ζωή που αποκαλύφθηκε από τον Ιησού Χριστό.
Πνευματική αναγέννησις μπορεί να συντελεσθεί μόνο με τέλεια ελευθερία, με υπακοή αγάπης, με αυτοαναφορά και αυτοαφιέρωση στο Θεό.
Δεν εξαρτάται από την επιθυμία μας αν θα εγερθούμε μετά θάνατον ή όχι, αφού δεν γεννηθήκαμε καν με δική μας θέληση. Ο θάνατος του Χριστού και η ανάστασις φέρνουν αθανασία και αφθαρσία σε όλους με τον ίδιο τρόπο, αφού όλοι έχουν την ίδια φύση με τον Άνθρωπο Ιησού Χριστό. Κανείς όμως δεν μπορεί να υποχρεωθεί να επιθυμεί. Έτσι η ανάστασις είναι ένα δώρο κοινό σε όλους, αλλά η ευλογία θα δοθεί μόνο σε ορισμένους (Νικολάου Καβάσιλα, Περί της εν Χριστώ ζωής, II 86-96).
Άλλωστε, ο δρόμος της ζωής είναι δρόμος αυταπαρνήσεως, θανατώσεως, αυτοθυσίας και αυτοπροσφοράς. Κανείς πρέπει να πεθάνει ως προς τον εαυτό του για να ζήσει εν Χριστώ. Καθένας πρέπει προσωπικά και ελεύθερα να συνδεθεί με τον Χριστό, τον Κύριο, το Σωτήρα, το Λυτρωτή, στην ομολογία πίστεως, στην εκλογή της αγάπης, στο μυστικό όρκο της υποταγής. Καθένας πρέπει να δημιουργήσει ένα καινούριο εαυτό, να ‘’απολέσει την ψυχή αυτού’’ προς χάριν του Χριστού, να σηκώσει τον Σταυρό του, να τον ακολουθήσει.
Ο αγώνας του Χριστιανού είναι ακριβώς η συνοδεία αυτή του Χριστού, η συνοδεία στο πάθος και στο Σταυρό του, ακόμη και μέχρι θανάτου- αλλά πρώτα απ’ όλα- η συνοδεία του Χριστού στο δρόμο της αγάπης: ‘’Εν τούτω εγνώκαμεν την αγάπην, ότι Εκείνος υπέρ ημών την ψυχήν Αυτού έθηκεν· και ημείς οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς θείναι [..] εν τούτω εστίν η αγάπη, ουχ ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ’ ότι Αυτός ηγάπησεν ημάς και απέστειλεν τον Υιόν Αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών’’ (Α’ Ιωάννου 3.16, 4.10).
Εκείνος που δεν συναποθνήσκει με τον Χριστό δεν μπορεί και να ζήσει μαζί του. Αν δεν δεχτούμε ελεύθερα να πεθάνουμε εκλέγοντας το πάθος Εκείνου, η ζωή του δεν θα υπάρχει μέσα μας, λέγει ο άγιος Ιγνάτιος. Αυτό δεν είναι ένας ασκητικός ή ηθικός κανόνας μονάχα, ούτε απλή πειθαρχία. Είναι οντολογικός νόμος της πνευματικής υπάρξεως της ίδιας της ζωής. Η ζωή ενός χριστιανού αρχίζει με μια καινούρια γέννηση, μια γέννηση ‘’εξ ύδατος και Πνεύματος’’. Εκείνο που πρώτα απ’ όλα χρειάζεται είναι η μετάνοια».