Ήλθε στο κελί μου και μου μετέφερε ευλογία, χαρά, ειρήνη.
Ένα πρωινό, μόλις είχε ξημερώσει κι είχα τελειώσει τον Όρθρο, άκουσα ένα διακριτικό κτύπημα στη θύρα. Πηγαίνοντας ν’ ανοίξω σκεπτόμουν ποιος να ‘ταν πρωί-πρωί. Αντίκρισα σκυφτό τον Γέροντα Παΐσιο.-Ευλογημένε, μου λέει, πως τακτοποιήθηκες; Αδύνατος, κοντός, πρόχειρα ντυμένος, μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο. Χάρηκα έκτακτα για την απρόσμενη επίσκεψη.Πέρασε διστακτικά μέσα. Ανέβηκε να προσκυνήσει το εκκλησάκι. Κατέβηκε […]





