Βασίλειος Γοντικάκης, Ἀρχιμανδρίτης(+)
Εἴπατε ὅτι ἔχομε τὴν παράδοσί μας καὶ πρέπει νὰ τὴν κρατᾶμε. Ὅμως, κείμενα μὲ μεγάλη σοφία ὑπάρχουν καὶ σὲ ἄλλους λαούς… Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μελετᾶμε κι αὐτὰ ποὺ λένε καὶ οἱ ἄλλοι λαοί; Ἔχοντας, δηλαδή, τὴν δική μας ταυτότητα νὰ προσέχωμε ταυτόχρονα καὶ τοὺς ἄλλους λαούς, εἰδικὰ σήμερα ποὺ ὑπάρχει μιὰ παγκοσμιοποίησι…
Σαφῶς… Ἂλλ’ ἐὰν τυχὸν δὲν ἦταν ἔτσι, ἐὰν τυχὸν ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἦταν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἐγὼ δὲν θὰ ἔλεγα αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας τοὺς σέβεται ὅλους καὶ ἀνακεφαλαιώνει τὸ ὅλον. Νοιώθω ὅτι μπορεῖ κανεὶς νὰ μιλήσῃ ἀπόλυτα, ἐπειδὴ ὑπάρχει μέσα ἐδῶ, στὸ βάθος τῆς σοφίας, ἡ γνησιότης καὶ ἡ ἀγάπη γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Κι ἔτσι καταργοῦνται, πέφτουν τὰ εἴδωλα καὶ ὑψώνεται ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Κάποια φορὰ εἶχα πῇ σὲ κάποιους ἀναρχικούς: “Κοιτᾶξτε, ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο μεγάλος, ποὺ δὲν χωρᾷ σὲ κανένα κόμμα, σὲ καμμιὰ θρησκεία, σὲ καμμιὰ φιλοσοφία. Ἂν θέλετε, δὲν χωρᾷ οὔτε στὴν Ὀρθοδοξία. Ἂλλ’ ἐπειδὴ ἡ Ὀρθοδοξία μὲ βοηθᾷ νὰ εἶμαι μή-ὀρθόδοξος, γι’ αὐτὸ εἶμαι ὀρθόδοξος. Καὶ στὴν Ἐκκλησία δὲν λατρεύουμε τὸν Θεόν, ἀλλὰ τὸν ὑπερ-Θεόν”.
Ὅταν παρακολουθοῦμε τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὅταν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πίστεως μας θυσιάζεται γιὰ ὅλους -καὶ γι’ αὐτοὺς ἀκόμη ποὺ Τὸν σταυρώνουν- ὅταν ἀντιδρᾷ πρὸς τὸν Ἀπόστολο Πέτρο καὶ τοῦ λέει: “Βάλε τὸ μαχαίρι σου στὴν θήκη του, γιατί δὲν ἤλθαμε νὰ χτυπήσωμε τοὺς ἐχθροὺς∙ δὲν ἔχομε ἐχθρούς. Ἦλθα νὰ καταργήσω τὴν ἔχθρα” -ἢ ὅπως λέει τὸ τροπάριο: “Καὶ πάντα ὑπομείνας, ἅπαντας ἔσωσε”- ὅταν γίνεται αὐτό, τότε νοιώθεις ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Καὶ ἂν τυχὸν ζήσῃς τὴν ὀρθόδοξη πίστη μέσα στὴ Θεία Λειτουργία καὶ μέσα στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, τότε καταλαβαίνεις ὅτι αὐτὴ ἡ ζωὴ κι αὐτὴ ἡ Θεία Λειτουργία, κι αὐτὴ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Πάσχα, εἶναι εὐλογία γιὰ ὅλο τὸν κόσμο.
Ἐδῶ μᾶς δίδεται αὐτὸ τὸ παράδειγμα ὅτι θυσιάστηκε ὁ Θεὸς τῆς πίστεως μας, ὄχι γιὰ νὰ σώση μερικούς, οὔτε γιὰ νὰ σώση τὸν ἑαυτό Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώση τὴν οἰκουμένη. Κι ἐφ’ ὅσον εἶναι ἔτσι, τότε ἀναπαύεται κι ὁ κάθε ἄνθρωπος. Ὁ ἅγιος Συμεῶν ὁ νέος Θεολόγος λέει: «Γνώρισα ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε τόσο πολὺ τοὺς ἀδελφούς του, ποὺ ἔλεγε: “Θεέ μου, θέλω νὰ σώσῃς τοὺς ἀδελφούς μου∙ καὶ νὰ τοὺς σώσῃς ὅλους. Ἂν τυχὸν δὲν σώσῃς ὅλους τοὺς ἀδελφούς μου, δὲν θέλω νὰ σώσῃς οὔτε ἐμένα. Γιατί δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω τί σημαίνει παράδεισος, χωρὶς τοὺς ἀδελφούς μου”».
Ἡ λογικὴ τῆς πίστεως μας, ἡ λογικὴ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, εἶναι τέτοια, ποὺ ἀναπαύει τὸν ἄνθρωπο, γιατί ἀναπαύει τὴν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη. Καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, μ’ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα του, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ποτὲ ἕνας γερμανόφωνος ρωμαιοκαθολικός. Ἂλλ’ εἶναι ἕνας ρωμιός, καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶπε: “Τὸ κακὸ θὰ ἔλθη ἀπὸ τοὺς διαβασμένους”. Δὲν εἶπε ὅτι θὰ ἔλθη ἀπὸ τοὺς μορφωμένους. Γιατί ὁ λαός μας, κάποιον ποὺ ξέρει πολλά, τὸν λέει πολύξερο∙ κάποιον, ὁ ὁποῖος ἔχει προχωρήσει κι ἔχει χωνέψει αὐτὰ ποὺ ξέρει, ἔχει γνῶση, τὸν λέει γνωστικό. Ἄλλος εἶναι ὁ πολύξερος κι ἄλλος ὁ γνωστικός. Ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι ὅτι, γιὰ νὰ γίνωμε μορφωμένοι, θὰ πρέπη νὰ “μορφωθῇ ὁ Χριστὸς ἐν ἡμῖν”.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, “ψήγματα καὶ κομμάτια ἀλήθειας” ὑπάρχουν παντοῦ∙ ἀλλ’ ἔχει σημασία νὰ βρῇς τὸ ὅλον. Γι’ αὐτὸ κι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ὁποῖος ἐπίστευε, ὁ ὁποῖος ζοῦσε ὅλη αὐτή την χάρη, ἐνῷ ἔκανε τὸν ἀγράμματο γιὰ νὰ μιλήσει στοὺς ἀγράμματους, κάποτε εἶπε: “Κοιτᾶξτε, ἔχω διαβάσει ὅλα τὰ βιβλία, ὅλες τὶς πίστες, κι ἔχω βρεῖ ὅτι ὅλες εἶναι κάλπικες καὶ ἡ δική μας εἶναι ἡ ἀληθινή”.
Τί ἐννοοῦσε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ὅταν ἔλεγε: “Μιλάει μέσα ἀπὸ τὸν τάφο, ἀπὸ τὸ σκαμνί, ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου…”;
Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε: “Ὁ βρεγμένος δὲν φοβᾶται τὴν βροχὴ κι ὁ σκοτωμένος δὲν φοβᾶται καμμιὰ ἀπειλή …”. Νομίζω ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, εἶναι αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος: “Ὅποιος θέλει νὰ σώσῃ τὴν ψυχὴ του, θὰ τὴν χάση∙ καὶ ὅποιος τὴν χάσει, ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, αὐτὸς θὰ τὴν σώση”. Ἔτσι διὰ τῆς ἀπωλείας, φθάνομε στὴν εὕρεσι καὶ διὰ τοῦ μίσους τοῦ ἑαυτοῦ μας, φθάνουμε στὴν ἀληθινὴ ἀγάπη.
Νομίζω, ἐπίσης, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἕναν δυναμισμὸ κεκρυμμένο, ὅπως εἶναι ὁ σπόρος, ὁ ὁποῖος ἐὰν δὲν πεθάνῃ στὴ γῆ τὴ γόνιμη, “αὐτὸς μόνος μένει∙ ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, φέρει πολὺ καρπό”. Ἐὰν τυχὸν ὁ ἄνθρωπος λατρεύῃ τὸν ἑαυτό του, αὐτοπροβάλλεται, λιβανίζη τὸν ἑαυτό του, τότε πνίγει τὸν ἑαυτό του. Ἐὰν τυχὸν ἔχῃ σὰν σκοπὸ νὰ τὰ “δώσῃ ὅλα” γιὰ νὰ ἀναπαυθῇ ὁ ἀδελφός του, ἤδη μπῆκε στὴν αἰώνια ζωή. Γιατί ζῇ γιὰ τὸν ἀδελφό του, καὶ ὁ ἑαυτός του εἶναι ὅλοι οἱ ἄλλοι.
Καὶ νομίζω ὅτι, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς εἶχε αὐτὴ τὴν ἀγάπη, γι’ αὐτὸ εἶχε καὶ αὐτὴ τὴν δύναμη. Γιατί ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος, γιατί σεβόταν τὸν ἄλλο, γιατί ὁ ἄλλος ἦταν ὁ ἑαυτός του. Καὶ γιατί κοντὰ σ’ αὐτόν, τὸν μικρό, τὸν ταπεινὸ καὶ μεγάλο, ὁ κάθε ἕνας ἄνθρωπος ἔπαιρνε μία ἀξία, κι αὐτὸς χαιρόταν ὅταν ἔπαιρνε ὁ ἄλλος ἀξία, ὅταν ὁ ἄλλος ἀναπαυόταν. Ἂλλ’ αὐτὸ δὲν γίνεται ἂν τυχὸν ἐγὼ κάνω τὸ δικό μου σύλλογο, ἂν τυχὸν ἐγὼ θέλω νὰ προβάλω τὸν ἑαυτό μου∙ παρὰ μόνο ἂν τυχὸν γίνωμαι φυτόχωμα γιὰ νὰ φυτρώσῃ ὁ ἄλλος τὸ δέντρο του, ἂν ἐγὼ τυχὸν πάω στὴν ἄκρη, ἐξαφανίζομαι, δὲν ὑπάρχω, δὲν θέλω κανένα “εὐχαριστῶ” ἀρκεῖ μόνο νὰ ζήσῃ ὁ ἄλλος.
Ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου. “Ἕν σῶμα καὶ ἕν πνεῦμα ἐσμὲν οἱ πολλοί”. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι, δηλαδὴ οἱ ταπεινοί, κι ὅταν ὑπάρχουν εἶναι σὰν ἀνύπαρκτοι∙ δὲν πιάνουν χῶρο, δὲν κάνουν φασαρία. Κι ὅταν δὲν ὑπάρχουν “ἕν σαρκί”, ὅταν λείπουν, εἶναι ἐξ ἴσου μαζί μας καὶ κρατοῦν τὸν κόσμο ὁλόκληρο στὴν ζωή. Ὁπότε, ὁ τρόπος τοῦ νὰ ὑπάρχης, εἶναι ὁ τρόπος τοῦ νὰ πεθαίνῃς καὶ νὰ θυσιάζεσαι ἑκούσια, ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Ἄλλον καὶ γιὰ τὸν ἄλλον.
Φοβᾶμαι ὅτι πολλοί, ἂν καὶ πηγαίνωμε στὴν ἐκκλησία, ἔχομε ἕνα κενὸ στὴν πίστη μας, δὲν πιστεύομαι οὐσιαστικὰ στὸν Θεό. Ποῦ νομίζεται ὅτι ὀφείλεται αὐτό;
Θυμᾶστε ἐκεῖνο τὸ περιστατικό, ποὺ ἕνας πατέρας πῆγε τὸ ἄρρωστο παιδί του στὸν Κύριο καὶ Τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν βοηθήσῃ. Καὶ εἶπε ὁ Κύριος: “Ἐὰν πιστεύεις, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι”. Καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ βασανισμένος, ἦταν εἰλικρινὴς καὶ εἶπε: “Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ” (Μάρκ. θ΄, 24). Πιστεύω καὶ ταυτόχρονα εἶμαι ἄπιστος βοήθησέ με νὰ πιστέψω. Νομίζω ὅτι, αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ εἴμαστε, σὰν τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, εἰλικρινεῖς καὶ νὰ μὴν παριστάνομε τὸ κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι εἴμαστε. Καλλίτερα, λέει κάποιος, εἶναι μιὰ πραγματικὴ κόλαση ἀπὸ ἕνα φανταστικὸ παράδεισο”. Κ ἂν τυχὸν ἐμένα μοῦ λέτε καλὰ λόγια καὶ δὲν βλέπω ἐγὼ τὴν κακομοιριά μου, ἀλλὰ πιστεύω αὐτὰ ποὺ λέτε, κι ἀρχίζω νὰ κυκλοφορῶ, σὰν νὰ εἶμαι αὐτὰ ποὺ νομίζουν οἱ ἄλλοι, τότε κάτι δὲν πάει καλά.
Ἐὰν τυχὸν νοιώθω μιὰ πίστη, θὰ πρέπει νὰ πῶ: “Δόξα τῷ Θεῷ, νοιώθω μιὰν ἀνάπαυση”. Ἐὰν τυχὸν νοιώθω μιὰν ἀμφιβολία. Θὰ πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ τὸν λογισμό μου. Κι ἔτσι κενούμενος, ἀδειάζοντας κανεὶς καὶ ὄντας τίμιος μὲ τὸν ἑαυτό του, προχωρεῖ στὴν ἀλήθεια καὶ βρίσκει τὴ μία πίστη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δοξασία, ἀλλ’ εἶναι φανέρωση τῆς δυνάμεως, τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σώζει τὸν ἄνθρωπο∙ καὶ τὸν ἐλάχιστο ἄνθρωπο, τὸν καθένα, τὸν κάνει Θεό, κατὰ χάρη∙ καὶ ταυτόχρονα εἶναι αὐτὴ ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία δυνάμει σώζει τὴν οἰκουμένη.
Σᾶς λέω: Νὰ σέβεστε τὸν ἑαυτό σας, νὰ εἶστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό σας καὶ νὰ “ἐπισκέπτεσθε” τὸν ἑαυτό σας, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεῶν. Καὶ νὰ ἐξασφαλίσετε μιὰ ἥσυχη ὥρα καὶ μιὰ ἥσυχη γωνιά, ποὺ θὰ εἶναι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό σας. Καὶ μάθετε νὰ λέτε τὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό: Ἐσὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός, ὁ δυνατὸς∙ ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀδύναμος, ὁ ἁμαρτωλός. Σὲ γνωρίζω καὶ δὲν Σὲ γνωρίζω. Ξέρω ὅτι εἶμαι ἀδύναμος, ξέρω ὅτι Ἐσὺ μὲ ἀγαπᾷς καὶ ζητῶ τὸ ἔλεός Σου”.
Ἐὰν τυχὸν αὐτὸ γίνει, τότε θὰ βροῦμε σιγά – σιγὰ τὸν ἑαυτό μας, καὶ δὲν θὰ εἴμαστε ἐκτὸς ἑαυτοῦ, δὲν θὰ ζοῦμε ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Ἐὰν τυχὸν δὲν ἐπισκεπτόμαστε τὸν ἑαυτό μας, ἐὰν δὲν ἔχομε μιὰ ἥσυχη ὥρα καὶ μιὰ ἥσυχη γωνιά, τότε θὰ εἴμαστε συνέχεια ζαλισμένοι καὶ συνέχεια μαριονέτες, ποὺ μᾶς κινοῦν ἄλλες δυνάμεις: εἴτε ἡ τηλεόραση, εἴτε οἱ ἐφημερίδες, εἴτε τὰ μαθήματα, εἴτε ἡ ἐπιπολαιότης, εἴτε τὰ πάθη τὰ δικά μας … Ἐνῷ τὸ βαθύτερο εἶναι μας, αὐτὸ τὸ ὁποῖο φέρει τη χάρη τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, θέλει νὰ πεῖ: “Κοίταξε, δὲν εἶμαι τίποτε, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἔχω μιὰ δύναμη, ποὺ δὲν φοβᾶται οὔτε τὸ χάρο”.
Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, θὰ πρέπει κανεὶς νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του. Καὶ θὰ βρεῖ κανεὶς τὸν ἑαυτό του, ἂν μπορεῖ νὰ εἶναι εἰλικρινής, κατ’ ἀρχήν, μὲ τὸν ἑαυτό του. Καὶ τότε θὰ νοιώσει ὅτι εἶναι, σὰν ἄνθρωπος, ἕνα μπόλι ἐλάχιστο, τὸ ὁποῖο μπολιάζεται στὴν καλλιέλαιο. Μπολιάζεται σ’ ἕνα δένδρο βαθύρριζο, καὶ νοιώθει ὅτι τὸ μπόλι αὐτὸ ἔπιασε. Μεγαλώνουν τὰ κλαδιά, ἀνθίζει τὸ μπόλι καὶ βγάζει καρπούς. Κι αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο μπόλι ἔχει δικές του ρίζες, τὶς ρίζες τις βαθύτατες τοῦ αἰωνόβιου δένδρου. Τότε κανεὶς νοιώθει ὅτι, αὐτὰ ποὺ ζεῖ μέσα του, ἢ αὐτὰ ποὺ λέει, δὲν εἶναι κάτι ποὺ τὰ διάβασε καὶ κρατάει ἕνα χαρτὶ καὶ τὰ λέει, ἀλλ’ εἶναι κάτι ποὺ βγαίνει ἀπὸ μέσα του. Καὶ τί βγαίνει ἀπὸ μέσα του; Βγαίνει, μιὰ στιγμή, ἕνα “Δόξα τῷ Θεῷ”.
Κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ποὺ μέσα του ἔχει “μορφωθεῖ” ὁ Χριστός, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔχει μία ὑγεία πνευματική, ἔχει μία ἠρεμία καὶ μία ἐλευθερία, καὶ νοιώθει ὅτι δὲν ἔχει κανένα παράπονο γιὰ τίποτε καὶ γιὰ κανένα ἄνθρωπο. Γιατί ἂν τυχὸν ἐμεῖς παραπονιόμαστε καὶ μουρμουρίζουμε καὶ δυσανασχετοῦμε, σημαίνει ὄχι ὅτι μᾶς φταῖνε οἱ ἄλλοι, ἀλλ’ ὅτι ἐμεῖς δὲν ἔχομε τὴν ὑγεία τὴν μεγάλη, τὸ δυνατὸ σῶμα γιὰ νὰ χωνέψει τὴ κάθε τροφή, ἐμεῖς δὲν ἔχομε ἐλάχιστη ἀπὸ τὴ χάρη καὶ τὸ δυναμισμὸ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ.
Ἕνας ἄνθρωπος μορφωμένος ἐν Χριστῷ, ἕνας ἄνθρωπος μικρὸς ἐν Χριστῷ, δηλαδὴ μεγάλος, εἶναι ἥσυχος, ἤρεμος, δὲν ἀπειλεῖ κανέναν. Ἂλλ’ ὅλα τὸ κάνουν καλὸ καὶ λέει μόνο: “Δόξα σοι, ὁ Θεός”. Κι ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια δὲν χάνει δύναμη, ἀλλ’ αὐξάνεται ἡ δύναμή του. Καὶ ὅταν γεράσει, τότε νοιώθει ὅτι τὰ γεράματα εἶναι συμπεπυκνωμένη νεότης. Καὶ ὅταν πεθάνει, νοιώθει ὅτι διὰ τοῦ θανάτου μπαίνει σὲ μιὰ πλήμυρα ζωῆς, τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε ν` ἀντέξει ὅσο ἦταν ζωντανός.
-Εἶναι κοινῶς ἀποδεκτὸ ὅτι σήμερα ὑπάρχει ἕνας κορεσμὸς τῶν πάντων∙ τῆς ὕλης, τῆς ἡδονῆς, τῆς ἀπολαύσεως … Κάποια στιγμὴ ἀπολυτοποιήθησαν τὰ πάντα, πλὴν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Ἀλλὰ σήμερα πολλοὶ νέοι θέλουν νὰ προσεγγίσουν, θέλουν νὰ ἀκουμπήσουν κάπου. Οἱ ἐκφραστές, ὅμως, τοῦ θείου λόγου – γιατί ὁ θεῖος λόγος, ἀπὸ μόνος του, εἶναι γλυκὺς καὶ πανέτοιμος νὰ τοὺς δεχτεῖ – οἱ ἱερεῖς, θεολόγοι, κτλ, θὰ μπορέσουν ἄραγε νὰ συνδυάσουν τὴν παράδοση μὲ τὸν σύγχρονο λόγο, ὥστε νὰ προσεγγίσουν αὐτοὺς τοὺς νέους, ποὺ εἶναι ἡ ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος; Καὶ πῶς διαβλέπετε τὸ μέλλον τῆς νεολαίας μας;
Μὲ αὐτὰ ποὺ εἴπατε καὶ συμφωνῶ καὶ διαφωνῶ∙ καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω. Κατ’ ἀρχάς, ποιά εἶναι ἡ νεολαία; Εἶναι τὰ νέα παιδιά; Ἐγώ σᾶς λέω ὅτι, αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε ὅλοι, εἶναι ὄχι μία βιολογικὴ νεότητα, ἡ ὁποία παρέρχεται μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, ἀλλὰ μιὰ χάρη ἡ ὁποία, ὅπως λέμε, ξεπερνᾷ τὸν θάνατο …
Ἔπειτα, ποιοί εἶναι οἱ ἐκφραστὲς τοῦ θείου λόγου; Μπορεῖ ἐγὼ νὰ μιλάω γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, νὰ μιλάω γιὰ τὴν ταπείνωση καὶ ταυτόχρονα ἀπὸ μέσα μου νὰ ἀναδύεται μιὰ ἀποφορὰ ἐγωισμοῦ∙ νὰ μιλάω γιὰ ἡσυχία καὶ νὰ σᾶς ταράσσω. Βέβαια ὑπάρχουν οἱ Ἅγιοι, ὑπάρχουν οἱ φορεῖς καὶ ἐκφραστὲς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, κι αὐτοὶ ποὺ φανερώνουν τη χάρη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ αὐτοὶ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξωτερικὰ φαίνονται.
Νὰ σᾶς πῶ γιὰ παράδειγμα τὸ γιατί πήγαμε στὸ Ἅγιον Ὅρος. Σήμερα βλέπετε ὅτι πολὺς κόσμος πάει στὸ Ἅγιον Ὅρος, ἐνῷ παλιὰ ἔλεγαν ὅτι ἦταν καταδικασμένο νὰ πεθάνει, κτλ. Ἐν τέλει, καθὼς περνᾶν τὰ χρόνια, νιώθομε ὅτι πήγαμε ἐκεῖ γιὰ κάποιους ἁπλοῦς μοναχούς, γιὰ κάποιους ἀγράμματους, γιὰ κάποιους ἀνύπαρκτους, γιὰ κάποιους ταπεινούς, ποὺ δὲν εἶχαν καμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους∙ κι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι σοῦ μετέδιδαν ἕνα ἄρωμα, ποὺ ἔφερνε τὴν Ἀνάσταση. Καὶ τότε λές: “Ναί, κάθομαι κοντὰ σ’ αὐτούς”.
Τέτοιοι, ὅμως, ἄνθρωποι ἁπλοῖ, ἀνύπαρκτοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτή τη χάρη καὶ τὴ μεγαλοσύνη, ὑπάρχουν πάρα πολὺ στὸν κόσμο, στὴν Ἑλλάδα. Ἂλλ’ ἡ ἀγωγή, ποὺ παίρνομε, μᾶς λέει πολλὲς φορὲς ὅτι αὐτὸ τὸ χρυσάφι εἶναι τενεκὲς καὶ νὰ τὸ ἀποφεύγουμε∙ καὶ νὰ θεωροῦμε τὸν τενεκὲ γιὰ χρυσάφι. Γι’ αὐτὸ βασανιζόμαστε. Γι’ αὐτό σας λέω: Ἡσυχᾶστε λίγο στὸν ἑαυτό σας, βρεῖτε μία ὥρα, μισὴ ὥρα, κι ἕναν ἥσυχο τόπο, ὅπου θὰ εἶστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό σας. Καὶ θὰ δεῖτε ὅτι σιγά – σιγὰ ἀναπτύσσεται μέσα σας μιὰ δύναμη, ἡ ὁποία σπάει τὰ σίδερα τῆς ὁποιασδήποτε φυλακῆς …
Καὶ θὰ ἔχετε τὴν δύναμη καὶ τὴν αἴσθηση καὶ τὴν εὐαισθησία γιὰ νὰ βρίσκετε παντοῦ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους ἁγίους, ὅπως εἶναι ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅπως εἶναι κάποιοι ταπεινοί, ποὺ βρίσκονται στὰ σπίτια σας, καὶ μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ὁ παπποῦς, ἡ γιαγιὰ ἢ ἕνα μικρὸ παιδί. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔχομε πολλοὺς γέρους, πολλὲς γιαγιάδες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτή την χάρη τὴ μεγάλη, ποὺ ἔχουν οἱ Ἁγιορεῖτες οἱ ταπεινοί, οἱ ὁποῖοι κάλεσαν ἐμᾶς στὸ Ἅγιον Ὅρος, μόνο μὲ τὸ νὰ ὑπάρχουν. Οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους, οἱ ὁποῖοι σὲ ἀγαποῦν πρὶν σὲ γνωρίσουν, σὲ σέβονται περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι ἀξίζεις. Κι ἔτσι μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο σὲ δεσμεύουν, σὲ ρίχνουν στὸ φιλότιμο καὶ σὲ ἔχουν δέσει χειροπόδαρα, μὲ τὸ νὰ σὲ ἀφήνουν ἐλεύθερο.
Πρὸ ἡμερῶν ἤμουν σὲ ἕνα σπίτι καὶ κουβέντιαζα μὲ τὸν πατέρα γιὰ μιὰ δουλειά, ποὺ θὰ ἐξυπηρετοῦσε τὸ Μοναστήρι, ἐνῷ δίπλα ἦταν ἡ γυναῖκα του, σὲ ἕνα ἄλλο δωμάτιο, καὶ κάτι συλλάβιζε. Σκέφτηκα ὅτι θὰ μαθαίνει κάποιο ἐγγονάκι της νὰ διαβάζει, ἀλλ’ ὅταν ρώτησα: “Τί κάνει;”, μοῦ εἶπαν ὅτι κάνει τὴν προσευχή της. Ὅταν τελειώσαμε τὴν δουλειὰ καὶ φεύγαμε, αὐτὴ ἦταν μέσα στὴν κουζίνα, εἶχε ἀνάψει τὸ καντήλι καὶ διάβαζε συλλαβιστὰ τὴν Παράκληση… Αὐτὴ ἡ ἄσχημη γριά, μὲ τὰ γυαλιά, ἦταν σὰν ἄγγελος. Καὶ λέω: “Κοίταξε, αὐτοὶ κρατοῦν τὸν κόσμο…”. Κι αὐτὴ μέσα της εἶχε τὴν χαρά, ποὺ νικᾷ τὸν θάνατο. Γιατί δὲν εἶχε καμία ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό της, πὼς ἦταν κάτι σπουδαῖο∙ καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο εἶχε μέσα της αὐτὴ τὴν ἀνάπαυση.
Εἶναι, λοιπόν, καλὸ νὰ πετύχει κανείς, νὰ βγεῖ πρῶτος στὰ μαθήματα, καὶ νὰ τὰ πετύχει ὅλα. Ἂλλ’ ἐν τέλει, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀνεπαρκῆ. Δὲν λέω νὰ μὴν ζητήσει κανεὶς νὰ ἔχει κάτι. Ἀλλὰ νὰ ἔχει ὅ,τι χρειάζεται γιὰ νὰ ἐπαρκεῖ, καὶ μετὰ νὰ ζητήσει πάσῃ θυσίᾳ αὐτὸ τὸ ἕνα, τὸ ἐλάχιστο, τὸ ὁποῖο καταργεῖ τὸν θάνατο καὶ φωτίζει ἔσωθεν ὅλα τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ διαβατικά, καὶ τοὺς δίνει ἕνα φῶς καὶ μία αἴγλη αἰωνιότητος.
Αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω, πιστεύω ὅτι τὰ καταλαβαίνετε. Κι ἂν νομίζετε ὅτι δὲν τὰ καταλαβαίνετε, τὰ καταλαβαίνετε. Κι ἂν δὲν τὰ νοιώθετε τώρα, θὰ τὰ νιώσετε λίγο ἀργότερα. Ἂν τὰ ἔλεγα κάπου ἀλλοῦ, σὲ μία ἄλλη χώρα, δὲν θὰ καταλάβαιναν τίποτε. Ἂλλ’ ἐσεῖς τὰ καταλαβαίνετε, γιατί ὑπάρχει στὴν γενιά σας ἡ γιαγιά, ἡ ὁποία συλλαβίζει τὴν προσευχή, ἡ ὁποία ἀνάβει τὸ καντήλι. Ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος, ποὺ σοῦ λέει μιὰ κουβέντα καὶ νοιώθεις ὅτι σὲ ἀνέπαυσε ἐσωτερικά.
Ὅπως ὁ Κύριος, μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὅταν εἶδε τοὺς μαθητές Του στὸν αἰγιαλὸ καὶ τοὺς εἶπε νὰ βάλουν στὰ δεξιὰ τὰ δίχτυα, κτλ, κι ἐκεῖνοι κατάλαβαν ὅτι Αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος τοὺς εἶπε αὐτὰ τὰ ἁπλᾶ πράγματα.
Πολλοὶ “Θεοφόροι” ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ “Χριστοφόροι” κυκλοφοροῦν μεταξύ μας: εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν πληγώνουν κανέναν καὶ δὲν ἔχουν καμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν μικρὸς καὶ δὲν ὑπῆρχαν πλυντήρια, μιὰ γριὰ ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἡ ὁποία ἔπλενε τὰ ροῦχα μας. Αὐτὴ στὸ τέλος δὲν μποροῦσε νὰ πλένει, ἀλλ’ ἐρχόταν κι ἔπαιρνε μία βοήθεια. Καὶ ὅταν ἤμασταν μικρὰ παιδιά – γιατί ἕνα μικρὸ παιδὶ ἀγαπάει τὸν ἀδύναμο, ὅπως ἀγαπάει κι ἕνα τραυματισμένο πουλάκι – πηγαίναμε καὶ τῆς φιλούσαμε τὸ χέρι. Κάποτε, σὲ μιὰ συζήτηση, εἶπε ἡ κυρα-Ζαχαρένια: “Ἄνθρωπο μ’ εἶπαν κι ἐμένα”. Κι αὐτό μοῦ ἔχει μείνει μέσα μου.
Δὲν εἶχε δόξα, δὲν εἶχε τιμές, δὲν εἶχε παιδιά, δὲν εἶχε σπίτι, δὲν εἶχε τίποτε∙ εἶχε μόνο ἕνα πρᾶγμα: τὸ ὅτι ἦταν ἄνθρωπος. “Ἄνθρωπο μ’ εἶπαν κι ἐμένα”.
Θὰ θυμᾶστε καὶ σεῖς ὅτι, κάποτε μικροί, θὰ θέλετε νὰ γίνετε κάτι, ὅτι εἴχατε κάποιους ἥρωες, ὅταν ἤσασταν στὸ δημοτικό, ἢ στὸ γυμνάσιο, ἢ στὸ λύκειο∙ πιθανὸν καὶ τώρα νὰ ἔχετε κάποιους. Κι ἐγὼ ἔχω κάποιους ἥρωες καὶ κάποια ἰδανικά. Ἂλλ’ ἐν τέλει, ὁ ἥρωας ὁ μεγάλος, ὁ δικός μου, εἶναι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ποὺ σοῦ μεταδίδει μία χάρη καὶ μιὰ εὐλογία, ἡ ὁποία εἶναι εὐλογία γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, γιὰ πιστοὺς καὶ ἀπίστους.
Μπορεῖτε νὰ μᾶς πεῖτε περισσότερα γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἑαυτός μας; Κι ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ κάνετε μιὰ διάκριση μεταξὺ τῆς καρδιακῆς προσευχῆς καὶ τοῦ διαλογισμοῦ…
Λέει κάπου ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: “Γιὰ νὰ σᾶς πῶ τί εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα θὰ σᾶς φέρω μιὰ εἰκόνα: ὁ ἥλιος εἶναι ὁ Θεὸς Πατέρας∙ καὶ οἱ ἀκτῖνες, ποὺ ἔρχονται σὰν κλωστές, εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι το φῶς, τὸ ὁποῖο ἁπλώνεται γύρω. Ἂλλ’ ἂν θέλετε νὰ καταλάβετε καλύτερα τί εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα, νὰ πᾶτε νὰ ἐξομολογηθεῖτε παστρικὰ σ’ ἕνα πνευματικό, νὰ ζήσετε ὅπως θέλει ὁ Θεὸς καὶ τότε θὰ καταλάβετε τί εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα”.
Δηλαδή, ὅταν κανεὶς εἶναι διαβασμένος κι ἐγωιστής, τότε ζεῖ ἐκτὸς ἑαυτοῦ καὶ δὲν ξέρει τίποτε∙ οὔτε τί εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα, οὔτε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν, ὅμως, ἔχει τη χάρη τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ἢ τῆς κυρα-Ζαχαρένιας, ὅταν δὲν θέλει νὰ πληγώνει κανέναν καὶ ταυτόχρονα ὅτι ἔχει τὰ δίδει στοὺς ἄλλους, τότε δὲν γνωρίζει μὲν τί εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ ζεῖ “ἐν τῷ Θεῷ”. Γιατί ζῶντας μέσα στὴν Ἐκκλησία, μὲ τὴν λογικὴ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, κάποια στιγμή σοῦ ἀποκαλύπτονται ὅλα, καὶ κάποια στιγμὴ νοιώθεις κάτι τὸ ὁποῖο, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεῶν, δὲν μπορεῖς οὔτε νὰ τὸ διδάξεις, οὔτε νὰ διδαχθεῖς, ἀλλὰ σοῦ δίδεται, σοῦ ἀποκαλύπτεται.
Γιὰ τὸ θέμα τῆς εὐχῆς καὶ τοῦ διαλογισμοῦ θὰ ἔλεγα τὸ ἑξῆς: Ὅταν λέει κανεὶς τὴν εὐχή, “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό”, αὐτὸ ποὺ λέει εἶναι ἡ ἀλήθεια. Εἴτε πιστεύει, εἴτε δὲν πιστεύει∙ εἴτε πιστεύει πολύ, εἴτε πιστεύει λίγο. Γι’ αὐτό σᾶς λέω: Πεῖτε τὴν εὐχή, γιατί εἶναι πλήρης οὐσίας. Ὄχι βέβαια σὰν νὰ κάνετε διαλογισμό, γιὰ νὰ ἠρεμήσετε, ὅταν ἔχετε ἀϋπνία, καὶ νὰ σᾶς πάρει ὁ ὕπνος, κτλ, σὰν μιὰ κουβέντα μαγική, ὅπως θὰ μετρούσατε ἀπὸ τὸ ἕνα μέχρι τὸ χίλια…
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὴν λογική – καὶ Λογική – λατρεία, καὶ μὲ τὴν εὐχὴ λέμε: Εἶσαι ὁ Κύριος, ὁ Ἰησοῦς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ὁ δυνατός, ὁ ὁποῖος εἶσαι γνωστὸς σὲ ἐμᾶς καὶ ταυτόχρονα ἄγνωστος. Ἐλέησέ μας τοὺς ἁμαρτωλούς. Νιώθομε ὅτι ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ κάποιο ἔλεος, ἀπὸ κάποια βοήθεια, ὅπως νοιώθομε ὅτι ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ ὀξυγόνο γιὰ νὰ ἀναπνεύσομε, ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ τὸν ἥλιο γιὰ νὰ ζεσταθοῦμε καὶ νὰ ζήσομε.
Ὁπότε, λέγοντας τὴν εὐχή, κατ’ ἀρχὴν ψιθυριστὰ γιὰ νὰ ἀκούει καὶ τὸ αὐτί μας, κάνοντας καὶ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἢ μερικὲς μικρὲς καὶ μεγάλες μετάνοιες, τότε συμμετέχει ὅλος ὁ ἑαυτός μας. Κι ἂν τυχὸν ὁ νοῦς μας πάει δεξιὰ καὶ ἀριστερά, μποροῦμε νὰ λέμε τὸ ἑξῆς: “Θεέ μου, κοίταξε∙ δὲν μπορῶ νὰ συγκεντρώσω τὸ νοῦ μου αὐτὴ τὴν στιγμή, γιὰ νὰ πῶ τὴν εὐχή. Δέξου αὐτὸ∙ τὸ ὅτι κάνω τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ γονατίζω μπροστὰ στὴν εἰκόνα Σου, σὰν μιὰ αἴτηση τοῦ ἐλέους Σου”. Ὅπως ὅταν κάποιος πνίγεται καὶ θέλει νὰ ζητήσει βοήθεια καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσει, ἀλλὰ κουνάει τὸ χέρι, καὶ ἡ κίνηση τοῦ χεριοῦ εἶναι ἕνα κάλεσμα βοηθείας, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ εὐχὴ αὐτή.
Καὶ νομίζω ὅτι, ἐὰν τυχὸν κανεὶς μπορεῖ νὰ τὴν λέει συχνά, θὰ δεῖ στὸ τέλος ὅτι, ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόπο τῆς καλλιεργείας τῆς ψυχῆς του βλαστάνει ἕνας καρπός, ποὺ τὸν τρέφει. Καὶ στὸ τέλος γίνεται ἀκόπως ἡ εὐχή, ἢ ὅπως λέει ἡ Φιλοκαλία: “ἀναπνέει” κανεὶς τὴν εὐχὴ “ἄνευ τῆς ἐννοίας” (:χωρὶς καμιὰ ἔγνοια). Κι ἔτσι χωρὶς νὰ κάνει τίποτε, γίνονται ὅλα μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
-Τὸν τελευταῖο καιρὸ βλέπομε στὶς τηλεοράσεις ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἕναν ἀπεριόριστο πλοῦτο, οἱ δεσποτᾶδες ζοῦν μέσα στὸ χρυσάφι… Κι ἔπειτα μᾶς λέτε νὰ εἴμαστε ἁπλοῖ. Πῶς γίνεται αὐτό, ὅταν ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία ἔπρεπε…
Κατ’ ἀρχήν, ψεύτικα εἶναι τὰ χρυσάφια, σᾶς κοροϊδεύουν… Ἐν συνεχείᾳ πρέπει νὰ σεβόμεθα τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ εἴμεθα τόσο μεγάλοι, ὥστε νὰ ἔχομε γίνει χαζοὶ καὶ νὰ τὰ συγχωροῦμε ὅλα. Γιατί ἡ μεγαλοσύνη μας δὲν θὰ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τιποτένια πράγματα, ἀλλὰ μὲ τὸ πῶς θὰ ἔχομε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα μας.
Λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος: “Ἀληθῶς καθαρὸς τὴ καρδία”, ἀληθινὰ καθαρὸς στὴν καρδιά, “εἶναι αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ὅλοι καθαροὶ καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς βέβηλος∙ εἶναι ὅλοι ἅγιοι καὶ πανάγιοι καὶ δὲν διακρίνει τὸν δίκαιο ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό”. Ὁπότε, ἂν φθάσομε στὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερίᾳ, δηλαδὴ ἂν τυχὸν εἴμαστε “χαζοὶ” καὶ “τυφλοί”, τότε θὰ εἴμαστε ἔξυπνοι καὶ ὀξυδερκεῖς, τότε θὰ εἴμαστε ἤρεμοι, ἥσυχοι, ἀδύναμοι καὶ παντοκράτορες, κατὰ χάριν Θεοῦ.
Γι’ αὐτὸ μὴ μοῦ λέτε τί κάνουν οἱ δεσποτᾶδες, οἱ παπᾶδες, οἱ καλόγεροι, κτλ, γιατί ὅλοι θὰ δώσουμε λόγο στὸ Θεό. Πολλὲς φορὲς αὐτὴ ἡ ἐρώτηση κι αὐτὴ ἡ ἀπασχόληση εἶναι ἐκ τοῦ πειρασμοῦ, γιὰ νὰ μᾶς κρατᾷ μὲ τιποτένια πράγματα ἀπασχολημένους. Γιατί ποιός μᾶς λέει ὅτι, ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἕνας μὴ μεγάλος, ἕνας μὴ ἐμφανίσιμος, ἕνας μὴ γνωστός, δὲν εἶναι πολὺ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς τρανοὺς καὶ τοὺς μεγάλους, κι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν τοῦ ἔχει δώσει πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ξέρει μόνο αὐτός; Κι αὐτὸς μπορεῖ νὰ τὰ ἀξιοποιήσει, ἀλλ’ αὐτὸς ἐπίσης θὰ δώσει λόγο στὸν Θεόν, ἂν δὲν τὰ ἀξιοποιήσει. Νὰ σεβαστοῦμε, λοιπὸν τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ μὴν ὑποτιμᾶμε κανένα. Μπορεῖ ἐγὼ νὰ εἶμαι καλόγερος, ἢ ἡγούμενος, καὶ νὰ μοῦ λένε μεγάλα λόγια, καὶ μπορεῖ ἡ κυρα-Ζαχαρένια νὰ μὴν ἦταν τίποτε, παρὰ μόνον ἄνθρωπος, ἀλλ’ αὐτὴ βοηθᾷ ὅλο τὸν κόσμο.
Θυμᾶστε αὐτὸ ποὺ λέμε στοὺς Χαιρετισμούς: “Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβῶν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδὴ ἐπέστη, ὁ Ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμῳ…”. Θέλω νὰ μείνω στὸ “Προσταχθὲν μυστικῶς”. Κάποια στιγμὴ μυστικὰ σοῦ προστάζει ὁ Θεὸς κάτι, καὶ πρέπει αὐτὸ νὰ τὸ ἀκούσεις καὶ νὰ ἀσχοληθεὶς μαζί του. Καὶ γιὰ τὰ ὑπόλοιπα τί κάνεις; Συγχώρησέ τους ὅλους. Ἂν θέλεις βέβαια νὰ πεῖς μιὰ γνώμη, νὰ γράψεις κάτι, κτλ, ἂς τὸ κάνεις. Ἂλλ’ ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ μείνω σ’ αὐτὸν τὸν “κοινωνικὸ ἀγῶνα”. Ὑπάρχει ἕνας ἄλλος ἀγῶνας, ὁ ὁποῖος γίνεται μυστικῶς καὶ ὁ ὁποῖος κυβερνᾷ οὐσιαστικὰ ὃλ’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα γίνονται στὴν ἐπιφάνεια τῆς ἱστορίας. “Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβῶν ἐν γνώσει”. Ἀκοῦστε μυστικὰ αὐτό, ποὺ μυστικὰ σᾶς προστάζεται…
Καὶ πολλὲς φορὲς αὐτὸ δὲν εἶναι μιὰ παράκληση, ἀλλ’ εἶναι μιὰ προσταγή. Κι ὅταν δεχθεῖ κανεὶς αὐτὴ τὴν προσταγή, δὲν ἔχει καιρὸ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τιποτένια πράγματα. Γιατί ὅταν εἶναι χορτᾶτος ἀπὸ τὸ πιὸ πλούσιο φαγητό, δὲν ζητᾷ νὰ βρεῖ τροφὴ στὰ σκουπίδια, ὅπως γινόταν στὴν γερμανικὰ κατοχή. Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἀπαντήσει ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος πηγαίνοντας στὴ Δαμασκὸ τὸν τύφλωσε ὁ Χριστὸς καὶ τὸν κέρδισε, καὶ εἶπε: “Οὐκ ἀπειθὴς ἐγενόμην τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ”, δὲν ἔγινα ἀπειθής, ἀλλ’ ὑπάκουσα εἰς τὴν οὐράνια ὀπτασία.
Νομίζω ὅτι, ὁ καθένας μας ἔχει κάποιες στιγμὲς χάριτος, κάποιες στιγμὲς νηφάλιες, κάποιες στιγμὲς ποὺ ὑπάρχει ἡ ἀστραπὴ τῆς Θεότητος καὶ κάτι νοιώθει. Ἂν μπορεῖ νὰ πεῖ: “Ὄυκ ἀπειθὴς ἐγενόμην τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ”, κι ἂν τυχὸν εἶναι συνεπὴς σ’ αὐτό, ποὺ ὁ Θεός τοῦ εἶπε, τότε ἐν συνεχείᾳ θὰ προχωρεῖ φυσιολογικὰ ἀπὸ “δόξης εἰς δόξαν” καὶ θὰ φθάσει σ’ αὐτὴν τὴν ἀνάπαυση, ποὺ θὰ ἵσταται καὶ θὰ κινεῖται. Δὲν θὰ κάνει τίποτε κι ὅλα θὰ γίνονται μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί αὐτὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προσεύχεται “ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις”, μέσα στὴν καρδιὰ κάθε ταπεινοῦ ἀνθρώπου…
Οἱ ἐρωτήσεις ἔγιναν ἀπὸ πιστοὺς πρὸς τὸν καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὅρους π. Βασιλείου, ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν ὁμιλία του μὲ τὸν τίτλο: «Ἡ ὀρθόδοξη θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό», εἰς τὴν Πάτρα τὴν 14η Μαΐου τοῦ 1998.