Μία νοσοκόμα, σὲ μεγάλο Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν, ἡ Α., διηγήθηκε στὸν π. Συμεών τὸν Ἁγιορείτη, ποὺ ἐγκαταβιώνει στὴν Καλλιάγρα:
«Εἶχα σκλήρυνση κατὰ πλάκας καὶ ἤμουν στὰ πρόθυρα τῆς παραλύσεως. Οἱ γιατροί μοῦ ἔδωσαν ἕναν μῆνα ἄδεια. Ἐνῶ ἤμουν ξαπλωμένη στὸ κρεββάτι ἀλλὰ ξύπνια, βλέπω τὴν Παναγία νὰ μοῦ λέγη: “Α., σήκω ἐπάνω, εἶσαι καλὰ πλέον”.
Σηκώθηκα, καὶ τὴν ἄλλη μέρα πῆγα στὴν δουλειά μου στὸ Νοσοκομεῖο. Οἱ γιατροὶ, ὅταν μὲ εἶδαν, τὰ ἔχασαν. Μὲ ἐξέτασαν καὶ μὲ βρῆκαν ὑγιῆ».
Ὁ π. Συμεῶν ρώτησε τὴν Α. σὲ ποιό τμῆμα ἐργάζεται.
«Εἶμαι στὸ νεκροτομεῖο», ἀπάντησε. «Φέρνουν τοὺς πεθαμένους καὶ τοὺς πετᾶν χωρὶς σεβασμό. Τοὺς παίρνω, τοὺς πλένω, τοὺς ντύνω καὶ τοὺς περιποιοῦμαι μὲ πολλὴ ἀγάπη σὰν δικούς μου ἀνθρώπους».
«Γι’ αὐτὸ ἡ Παναγία σὲ ἔκανε καλά», τῆς εἶπε. «Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὁ Τωβὶτ, ὅταν εὕρισκε νεκρό, τὸν ἔντυνε καὶ τὸν ἔθαβε. Γι’ αὐτό τοῦ εἶπε ὁ Ἀρχάγγελος Ραφαὴλ “σὲ προστατεύω”».
«Καὶ ἐγώ», εἶπε κλαίουσα ἡ Α., «νιώθω μία προστασία ἐπάνω μου».