Ἀθανάσιος, Μητροπολίτης Λεμεσοῦ.
Εἴτε τὸ θέλει ὁ ἄνθρωπος εἴτε ὄχι, ὅσο περνᾷ ὁ καιρὸς καὶ μεγαλώνει σὲ ἡλικία, βλέπει ὅτι ὁ χρόνος κυλᾷ καὶ τὰ χρόνια προστίθενται ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, δηλαδὴ αὐξάνεται τὸ παρελθὸν καὶ μειώνεται τὸ μέλλον.
Καὶ μόνη της αὐτὴ ἡ γνώση, μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ καταλάβουμε πολλὰ πράγματα καὶ νὰ τὰ κρίνουμε σωστά.
Νὰ ἀξιοποιήσουμε πνευματικὰ τὸν χρόνο μας. Ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ κριθοῦμε θὰ εἶναι τὸ γεγονὸς τοῦ χρόνου. Αὐτὸ τὸ ζεῖ κανεὶς στοὺς ἁγίους ἀνθρώπους. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχουν μιὰ τεράστια εὐαισθησία στὸ θέμα τοῦ χρόνου, στὸ νὰ μὴν χαθεῖ καθόλου χρόνος. Οἱ μεγάλοι ἅγιοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ μπόρεσαν νὰ ἀξιοποιήσουν καὶ τὸ τελευταῖο δευτερόλεπτο τοῦ χρόνου τους.
Πολὺ συχνὰ οἱ ἄνθρωποι λένε «νὰ μοῦ δώσει ὁ Θεὸς χρόνια νὰ μεγαλώσω τὰ παιδιά μου, νὰ τὰ παντρέψω, νὰ τελειώσω τὶς δουλειές μου, νὰ κάμω καλὰ ἔργα, ἔχω ἔργα ἀτέλειωτα»… ὅμως διερωτᾶται κανεὶς ἂν αὐτὸ τὸ αἴτημα εἶναι δικαιολογημένο, γιατί φαίνεται ὅτι καὶ χίλια χρόνια νὰ ζήσουμε, πάντοτε θὰ ἔχουμε δουλειὲς ἀτέλειωτες. Ἀνοίγουμε συνέχεια θέματα καὶ δὲν τὰ τελειώνουμε, ἀγχωνόμαστε καὶ δὲν ξεκουραζόμαστε.
Τί ἐννοοῦμε ὅμως ὅταν λέμε ξεκούραση; Πότε ξεκουράζεται ἀληθινὰ ὁ ἄνθρωπος; Πραγματικὴ ξεκούραση εἶναι το νὰ ἀφιερώνει ὁ ἄνθρωπος ἔστω καὶ λίγο χρόνο ἀπὸ τὴ ζωή του γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Μετὰ ἀπὸ μιὰ πιεστικὴ μέρα, ἂν λίγος χρόνος ἀφιερωθεῖ καὶ ἂν ὁ ἄνθρωπος ἀφήσει τὸν ἑαυτό του νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ ὑπάρχει πλούσιο, ἄφθονο, στὴν Ἐκκλησία, πραγματικὰ λαμβάνει πολλὴ ξεκούραση διότι ξεκούραση δὲν εἶναι μόνο νὰ κοιμόμαστε πολλὲς ὧρες ἢ νὰ κάνουμε πολλὰ ταξίδια.
Εἶναι καὶ αὐτὸ βέβαια ἕνα εἶδος σωματικῆς ξεκούρασης, ἀλλὰ ἡ ψυχικὴ ξεκούραση, ἡ πνευματικὴ ξεκούραση εἶναι πολὺ πιὸ σημαντικὴ καὶ σπουδαία καὶ ὁ ἄνθρωπος ξεκουράζεται πραγματικὰ ὅταν μάθει νὰ ἔχει μιὰ ζωντανὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Βλέπει κανεὶς πόσο ἀναπαύεται τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως εἶναι ὁ παρακλητικὸς κανόνας τῆς Παναγίας μας τὴν περίοδο τοῦ Δεκαπενταυγούστου καὶ πόσο αὐτὰ τὰ ἱερὰ τροπάρια βοηθοῦν ὥστε τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀνεβεῖ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ κοινωνήσει μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τὸ ὁποῖο δίδεται ἀπὸ τὸ Θεὸ σὲ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι θέλουν καὶ τὸ ἐπιζητοῦν.
Τὰ τροπάρια αὐτὰ γράφτηκαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καρδιά τους καὶ ἐξέφρασαν ἀκριβῶς αὐτὴ τὴν ἐμπειρία μέσα ἀπὸ τὴ μουσικὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς ὕμνους.
Ἔτσι ἔχουμε τὴ σωστὴ αἴσθηση τῆς ξεκούρασης, τὴ σωστὴ αἴσθηση τῆς ψυχαγωγίας, τῆς διασκέδασης, διότι πιστεύω ὅτι ὅσο κανεὶς ξεκουράζεται μὲ μιὰ προσευχή, μιὰ ἀκολουθία, μιὰ μυσταγωγία μὲ τὴ σημασία τοῦ ὅρου στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, δὲν ξεκουράζεται οὔτε στὰ καλύτερα ξενοδοχεῖα ἢ κέντρα ψυχαγωγίας ὅπου ἐκεῖ πᾶνε οἱ ἄνθρωποι καὶ φεύγουν πολλὲς φορὲς πιὸ κουρασμένοι ἢ πιὸ ἀγχωμένοι ἀπ’ ὅτι πῆγαν. Εἶναι παράδοξο τὸ γεγονὸς ὅτι σήμερα ποὺ νυχτοξημερωνόμαστε μέσα στὰ κέντρα ψυχαγωγίας, ποὺ γεμίζουμε τὰ ξενοδοχεῖα καὶ τὶς καφετέριες, ἀντὶ νὰ εἶναι ὅλοι ἤρεμοι, χαρούμενοι καὶ χαμογελαστοὶ κάθε μέρα, τελικὰ εἶναι ὅλοι γεμᾶτοι νεῦρα. Ἀπὸ τὸ πρωὶ ποὺ θὰ ξυπνήσουν, φωνάζουν, βρίζουν, ἕτοιμοι νὰ κάνουν καβγᾶ.
Στὴν Ἐκκλησία δὲν συμβαίνει αὐτό. Λέγει ἕναν ὡραῖο λόγο ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Θέλεις νὰ δεῖς τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ποιό εἶναι τὸ θαῦμα τῆς Ἐκκλησίας; Εἶναι πολὺ ἁπλό. Μπὲς μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ θὰ δεῖς ὅτι εἶναι ἕνας τόπος ὅπου μπαίνεις λύκος καὶ βγαίνεις πρόβατο, μπαίνεις ληστὴς καὶ βγαίνεις ὅσιος, μπαίνεις θυμώδης καὶ βγαίνεις πρᾶος, μπαίνεις ἄνθρωπος καὶ βγαίνεις ἄγγελος». Καὶ συνεχίζει ὁ ἅγιος, «Τί λέω ἄγγελος; Μπαίνεις ἄνθρωπος καὶ βγαίνεις Θεὸς κατὰ χάριν».
Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει κανείς, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, στὴν ἀτμόσφαιρα τῶν ὕμνων, τῶν προσευχῶν, βρίσκει πολλὴ ἠρεμία καὶ γι’ αὐτὸ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει πολλὲς ἀκολουθίες. Εἶναι μιὰ Ἐκκλησία κατ’ ἐξοχὴν λειτουργικὴ καὶ ὅλη ἡ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ ποὺ ἀσκεῖ στὸν ἄνθρωπο καὶ στὴ ψυχή του εἶναι ἀγωγὴ λειτουργική.
Εἶναι εὐλογία λοιπὸν νὰ ἀξιοποιεῖ σωστὰ ὁ ἄνθρωπος τὸ χρόνο του, νὰ βρίσκει λίγο χρόνο νὰ ξεκουράζεται πραγματικὰ ἀλλὰ κυρίως, νὰ ἀφιερώνει λίγη ὥρα στὸ Θεὸ καὶ νὰ μάθει νὰ προσεύχεται. Μέσα στὴν καθημερινή μας ζωὴ συναντοῦμε πολλὲς δυσκολίες κι ἀπογοητεύσεις, πολλὰ νέα παιδιὰ βρίσκονται σὲ ἀδιέξοδο, πολλὰ ἐρωτηματικὰ καὶ προβλήματα ὑπάρχουν στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ πολὺ ἄγχος. Ἀκόμα καὶ αὐτὸ τὸ σκότος ποὺ μπαίνει στὴ νεανικὴ ψυχὴ καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ξέρει ποιός εἶναι ὁ ἴδιος, τί κάνει καὶ ποῦ πηγαίνει, δὲν ξέρει τί θέλει. Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα θεραπεύονται ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀρχίσει νὰ ἀξιοποιεῖ σωστὰ τὸ χρόνο του, νὰ προσεύχεται γιατί λαμβάνει δύναμη ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ φῶς, γιατί ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι φῶς καὶ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει σιγά-σιγά νὰ διαλύει τὰ πνευματικὰ σκοτάδια.