Ἅγιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος.

Ὁ πέμπτος ἀγῶνας μας ἑστιάζεται στὴν ἀντίσταση ποὺ πρέπει νὰ προβάλλουμε ἐναντίον τοῦ πάθους τῆς λύπης. Γιατί, ἂν ἀφήσουμε τὴ λύπη νὰ κυριεύει λίγο-λίγο τὴν ψυχή μας, αὐτὴ ἀμέσως, μόλις θὰ δίδεται κάποια ἀφορμή, θὰ μᾶς ἀποσπᾷ ἀπὸ τὴ Θεία Θεωρία καὶ θὰ καταθλίβει τὸ πνεῦμα μας. Ὅταν ἡ λύπη καταλάβει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ προσεύχεται μὲ τὴν ἴδια χαρά, οὔτε νὰ καταφεύγει στὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὥστε νὰ βρεῖ σ’ αὐτὴ φάρμακο καὶ νὰ θεραπευθεῖ.

Ἡ λύπη μᾶς ἐμποδίζει ἐπίσης ἀπὸ τὸ νὰ εἴμαστε εἰρηνικοὶ καὶ πρᾶοι πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας. Μᾶς κάνει ἀνυπόμονους καὶ σκληρούς, μᾶς δυσκολεύει καὶ δρᾷ ἀνασταλτικὰ στὴν προσπάθειά μας γιὰ τὴν ἐκτέλεση τῶν πνευματικῶν καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων μας.

Ἂν ἀφήσει ὁ μοναχὸς τὴν ψυχή του νὰ παραδοθεί στὴ λύπη, αὐτὴ τὸν κάνει σιγά-σιγά ἀνίκανο νὰ ἀντιδρᾷ πνευματικὰ καὶ νὰ ἀντιστέκεται στὶς ἐπιθέσεις της. Γιατί αὐτὸς θὰ ἔχει πλέον στερηθεῖ τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς του καὶ θὰ καταντήσει σὰν τὸν τρελλὸ ἢ σὰν τὸν μεθυσμένο. Καὶ τελικά, αὐτὴ θὰ τὸν συνθλίψει καὶ θὰ τὸν ρίξει σὲ ὀδυνηρὴ ἀπελπισία.

Πῶς θὰ θεραπεύσουμε τὴν ἀρρώστια τῆς λύπης καὶ τῆς ἀθυμίας

Γι’ αὐτό, ἂν θέλουμε νὰ διεξάγουμε τὸν πνευματικό ἀγῶνα, ὅπως μᾶς ὑποδεικνύει ὁ Ἀπόστολος, δηλαδὴ «σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες της ἀθλῆσεως» (Β’ Τίμ. 2, 5), πρέπει νὰ φροντίσουμε νὰ θεραπεύσουμε αὐτὴ τὴν ἀρρώστια μὲ τὴν ἴδια προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια ποὺ καταβάλλουμε γιὰ νὰ νικήσουμε καὶ τὰ ἄλλα πάθη. Πράγματι, «ὥσπερ σὴς ἐν ἱματίῳ καὶ σκώληξ ξύλῳ, οὕτως λύπη ἀνδρὸς βλάπτει κάρδίαν, σὰν τὸ σκόρο ποὺ τρυπάει τὸ ροῦχο καὶ τὸ σαράκι ποὺ κατατρώει τὸ ξύλο, ἔτσι καὶ ἡ λύπη βλάπτει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου» (Παροιμ. 25, 20α). Μ’ αὐτὸν τὸ λόγο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκφράζει, ξεκάθαρα καὶ μὲ πολλὴ ἀκρίβεια, τὴ βιαιότητα αὐτοῦ τοῦ τόσο ἐπικίνδυνου πάθους.

Μὲ τί μποροῦμε νὰ συγκρίνουμε τὴν ψυχὴ ποὺ εἶναι θῦμα τῶν ἐπιθέσεων τῆς λύπης

Ἕνα ροῦχο ποὺ ἔχει φαγωθεῖ ἀπὸ τὸ σκόρο, ἔχει χάσει τὴν ἀξία του καὶ δὲν χρησιμεύει πιὰ γιὰ νὰ ντυθοῦμε μὲ εὐπρέπεια. Ἕνα ξύλο ἐπίσης ποὺ ἔχει φαγωθεῖ ἀπὸ σαράκι, δὲν εἶναι κατάλληλο γιὰ νὰ διακοσμήσει ἕνα ἁπλὸ ἔστω κτίριο, οὔτε ἀξίζει πλέον γιὰ ἄλλη χρήση, παρὰ μόνο γιὰ νὰ γίνει καυσόξυλο. Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ ἔχει καταφαγωθεῖ ἀπὸ τὸ σαράκι τῆς λύπης. Θὰ εἶναι πιὰ τελείως ἄχρηστη γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ τὸ ἀρχιερατικὸ ἔνδυμα, τὸ ὁποῖο, ὅπως λέει ὁ Προφήτης, δέχεται τὸ μύρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ χῦνεται πρῶτα στὸ πηγούνι του Ἀαρῶν καὶ κατόπιν φθάνει μέχρι τὸ κρόσσι τοῦ ἐνδύματος του: «ὡς μύρον ἐπὶ κεφαλῆς τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώγωνα, τὸν πώγωνα τοῦ Ἀαρών, τὸ καταβαῖνον ἐπὶ τὴν ᾤαν τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ· Σὰν τὸ μύρο», λέει, «ποὺ χύθηκε στὴν κεφαλὴ τοῦ Ἀαρῶν καὶ κατεβαίνει στὸν πώγωνα τοῦ καὶ ἀκόμη πιὸ κάτω, μέχρι τὰ κρόσσια τοῦ ἀρχιερατικοῦ του σάκκου» (Ψάλμ. 132, 2).

Αὐτὴ ἡ ψυχὴ δὲν θὰ μπορέσει νὰ λάβει μέρος στὴν οἰκοδόμηση καὶ τὸ στολισμὸ αὐτοῦ τοῦ πνευματικοῦ ναοῦ, τὰ θεμέλια τοῦ ὁποίου ἔθεσε, σὰν ἕνας σοφὸς ἀρχιτέκτονας, ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «ναὸς Θεοῦ ἔστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν, εἶσθε ναὸς τοῦ Θεοῦ», λέει, «καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατοικεῖ μέσα σας» (Α’ Κόρ. 3, 16).

Στὸ Ἆσμα Ἀσμάτων ἐπίσης «ἡ Νύμφη» περιγράφει ποιά εἶναι τὰ ξύλα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔχει οἰκοδομηθεῖ αὐτὸς ὁ ναός: «Δοκοὶ οἴκων ἡμῶν κέδροι, φὰτνώματα ἡμῶν κύπάρισσοι. Τὰ δοκάρια τοῦ σπιτιοῦ μας», λέει, «εἶναι ἀπὸ ξύλα κέδρου καὶ τὰ κουφώματά του ἀπὸ κυπαρίσσι» (Ἆσμα Ασμ. 1, 16). Ἑπομένως, γιὰ τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ ἐπιλέγουμε εἴδη ξύλων ποὺ νὰ εἶναι εὐωδιαστὰ καὶ πολὺ ἀνθεκτικά, αὐτὰ νὰ μὴ φθείρονται μὲ τὸ χρόνο, οὔτε νὰ κινδυνεύουν νὰ φαγωθοῦν ἀπὸ τὸ σαράκι.

Ποῦ ὀφείλεται ἡ λύπη καὶ πῶς ἐμφανίζεται στὴν ψυχή μας

Ἡ λύπη πολλὲς φορὲς προέρχεται ἀπὸ τὴν ὀργὴ ποὺ αἰσθάνεται κανείς, ἐξ αἰτίας τῆς ἀπώλειας κάποιας ἀπόλαυσης ἢ κάποιας ἐλπίδας ἀπολαβῆς. Μερικὲς φορὲς ὅμως δὲν ὑπάρχει κανένας ἐμφανὴς λόγος, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ δικαιολογήσει αὐτὴ τὴν πτώση.

Σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις εὐθύνεται ἀποκλειστικά ἡ κακία τοῦ ἐχθροῦ, ἡ ὁποία ξαφνικὰ μᾶς φορτώνει μὲ ἕνα τέτοιο βάρος. Πολλὲς φορὲς μάλιστα, φθάνουμε στὸ σημεῖο, ὥστε δὲν μποροῦμε νὰ συναναστραφοῦμε, μὲ τὴ συνηθισμένη μας προσήνεια, οὔτε τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα ἢ τοὺς φίλους καὶ συνεργάτες μας. Τότε, ὅσο εὐχάριστη καὶ φυσιολογική κι ἂν εἶναι ἡ συζήτηση μαζί τους, ἐμεῖς τὴ θεωροῦμε φορτικὴ καὶ περιττὴ καὶ ἀνταποκρινόμαστε σ’ αὐτὴ μὲ ἀπρέπεια ἢ μὲ ἀχαριστία. Κι αὐτό, γιατί τὸ βάρος τῆς λύπης ἔχει κατακλύσει κάθε πτυχὴ τῆς καρδιᾶς μας.

Ἡ λύπη μας δὲν ὀφείλεται στὰ σφάλματα τῶν ἄλλων, ἀλλὰ στὰ δικά μας πάθη

Αὐτὸ ἀποδεικνύει ξεκάθαρα ὅτι τὰ πάθη μας δὲν διεγείρονται πάντα ὡς ἀντίδραση στὰ σφάλματα τῶν ἄλλων, ἀλλὰ πιὸ συχνὰ ὀφείλονται σὲ δικό μας φταίξιμο. Γιατί μέσα μας κρύβουμε τὴν αἰτία καὶ τὰ σπέρματα τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα, μόλις μᾶς κτυπήσει ἡ καταιγίδα τῶν πειρασμῶν, ἀμέσως φυτρώνουν καὶ βγάζουν τοὺς καρπούς τους. Στὴ λύπη δὲν φθάνουμε μετὰ ἀπὸ μιὰ ξαφνικὴ πτώση, ἀλλὰ ἡ καταστροφή μας προκαλεῖται ἀπὸ σφάλματα πού, ἀπὸ ἀπροσεξία μας, ἔχουν χρονίσει μέσα μας.

Ποτὲ λοιπὸν δὲν εἶναι κανεὶς ἀναγκασμένος νὰ ἁμαρτήσει, ὅταν τὸν προκαλεῖ τὸ σφάλμα τοῦ συνανθρώπου του, ἂν δὲν ἔχει ὁ ἴδιος μέσα στὴν καρδιά του τὴ ρίζα τῆς ἁμαρτίας. Δὲν θὰ πρέπει συνεπῶς νὰ πιστεύουμε ὅτι κάποιος πλανήθηκε ξαφνικὰ καὶ ἔπεσε στὸ βάραθρο τῆς αἰσχρῆς ἐπιθυμίας, ἐξ αἰτίας τῆς θέας ἑνὸς ἐξαίσιου προσώπου, τοῦ ἄλλου φύλου. Θὰ πρέπει μᾶλλον νὰ γνωρίζουμε ὅτι αὐτὴ ἡ θέα ἦταν ἡ εὐκαιρία, γιὰ νὰ βγεῖ στὴν ἐπιφάνεια μιὰ ἀρρώστια ποὺ ἐπωαζόταν γιὰ καιρὸ μυστικὰ μέσα του.

Δὲν πρέπει νὰ διακόπτουμε τὴ συναναστροφὴ μὲ τοὺς ἀδελφούς μας, νομίζοντας ὅτι ἔτσι θὰ γίνουμε τέλειοι, ἀλλὰ μᾶλλον πρέπει νὰ καλλιεργοῦμε τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς.

Γι’ αὐτὸ ὁ Θεός, ὁ Δημιουργὸς τῶν πάντων, γνωρίζοντας καλύτερα ἀπὸ τὸν καθένα πῶς νὰ γιατρέψει τὸ πλάσμα Του καὶ ὅτι οἱ αἰτίες καὶ οἱ ρίζες τῶν παθῶν μας δὲν βρίσκονται στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ μέσα στὸν ἴδιο τόν ἑαυτό μας, δὲν μᾶς εἶπε νὰ μὴ συναναστρεφόμαστε τοὺς ἀδελφούς μας, οὔτε μᾶς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀποφεύγουμε ἐκείνους ποὺ νομίζουμε ὅτι μᾶς προκαλοῦν ἢ ὅτι ἐμεῖς γινόμαστε αἰτία τῆς πτώσης τους. Ἀλλὰ θέλει νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ ὑπερβαίνουμε κάθε δυσκολία.

Πρέπει νὰ γνωρίζουμε καλὰ ὅτι ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς δὲν ἀποκτᾶται τόσο μὲ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὅσο μὲ τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς. Ὅπως ἀκριβῶς, ὅταν ἔχουμε ὑπομονὴ μποροῦμε νὰ παραμείνουμε εἰρηνικοί, ἀκόμα καὶ μ’ αὐτοὺς ποὺ μισοῦν τὴν εἰρήνη, ἔτσι καὶ ὅταν μᾶς λείπει ἡ ὑπομονή, βρισκόμαστε σὲ συνεχῆ ἀσυμφωνία καὶ διαμάχη, ἀκόμα καὶ μ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι φθασμένοι στὴν ἀρετὴ καὶ πολὺ καλύτεροι ἀπὸ ἐμᾶς. Γιατί οἱ εὐκαιρίες γιὰ ταραχὲς καὶ οἱ ἀφορμὲς ποὺ μᾶς ὠθοῦν, γιὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους συναναστρεφόμαστε, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ λείψουν ἀπὸ τὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀλλάζοντας τόπο, δὲν ξεφεύγουμε συγχρόνως καὶ ἀπὸ τὶς αἰτίες τῆς λύπης, ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ στὸ χωρισμὸ ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας.

Ἐὰν βελτιώσουμε τὸ χαρακτῆρα μας, μποροῦμε νὰ συναναστρεφόμαστε μὲ ὅλους, χωρὶς δυσκολία.

Ἂς φροντίσουμε λοιπὸν νὰ ἐξαλείψουμε τὰ πάθη μας καὶ νὰ διορθώσουμε τὸ λογισμό μας. Καὶ ἂν τὸ πετύχουμε αὐτό, τότε θὰ ζήσουμε εὐκολότερα, ὄχι μόνο μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλά, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή, καὶ μὲ τὰ ἄγρια θηρία: «Θῆρες γὰρ ἄγριοι εἰρηνεύσουσί σοι. Θὰ ἔχεις εἰρήνη», λέει, «ἀκόμα καὶ μὲ τὰ ἄγρια θηρία» (Ἰὼβ 5, 23). Πράγματι, «εἰρήνη πὸλλὴ τοῖς ἀγαπῶσι τὸν νόμον σου, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς σκάνδαλον. εἰρήνη πολλὴ κυριαρχεῖ στὴν ψυχὴ αὐτῶν ποὺ σὲ ἀγαποῦν. Κύριε, καὶ δὲν σκοντάφτουν σὲ παγίδα» (Ψάλμ. 118, 165).

Γιὰ ἕνα ἄλλο εἶδος λύπης ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀπελπισία γιὰ τὴ σωτηρία μας

Ὑπάρχει ἐπίσης ἕνα ἄλλο, πιὸ ἀποτρόπαιο εἶδος λύπης. Αὐτὸ δὲν σπρώχνει τὸν ἔνοχο νὰ ἀλλάξει τρόπο σκέψης καὶ ζωῆς ἢ νὰ διορθώσει τὰ λάθη του, ἀλλὰ τὸν σπρώχνει πρὸς μιὰ θανάσιμη ἀπελπισία. Αὐτὴ ἡ ἀπελπισία ἐμπόδισε τὸν Κάιν, μετὰ τὸ φόνο τοῦ ἀδελφοῦ του, νὰ μετανοήσει (Γέν. 4, 9-16). Αὐτὴ ἐπίσης παρέσυρε τὸν Ἰούδα, μετὰ τὴν προδοσία, ἀντὶ νὰ ἐπανορθώσει τὸ λάθος του μὲ τὴ μετάνοια, νὰ δώσει τέλος στὴ ζωή του (Μάτθ. 27, 5).

Ἡ λύπη μας ὠφελεῖ σὲ μιὰ μόνο περίπτωση

Δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴ λύπη ἐπιτρεπτὴ καὶ χρήσιμη, παρὰ μόνο σὲ μία περίπτωση: Ὅταν δηλαδὴ λυπούμαστε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ἐπειδὴ αὐτὲς ἀναστέλλουν τὴν πρόοδό μας πρὸς τὴν πνευματικὴ τελείωση καὶ τὴ μέλλουσα μακαριότητα. Γι’ αὐτὴν ὁ Ἀπόστολος λέει: «ἡ γὰρ κατὰ Θὲὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται· ἡ δὲ τοῦ κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται. Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα τὴ μετάνοια ποὺ καταλήγει στὴ σωτηρία, γιὰ τὴν ὁποία κανεὶς δὲν θὰ μεταμεληθεῖ. Ἐνῷ ἡ κατὰ κόσμον λύπη ὁδηγεῖ στὸ θάνατο» (Β’ Κόρ. 7, 10).

Πῶς θὰ ξεχωρίσουμε τὴν «κατὰ Θεὸν» λύπη ἀπὸ τὴ λύπη ποὺ προκαλεῖ ὁ διάβολος καὶ ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ στὸ θάνατο;

Ἡ «κατὰ Θεὸν» λύπη κάνει τὸν ἄνθρωπο ὑπάκουο, εὐγενῆ, ταπεινό, πρᾶο, γεμᾶτο γλυκύτητα καὶ ὑπομονή. Γιατί αὐτὴ ἡ λύπη γεννιέται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἐκφράζεται ἀβίαστα -ἐξ αἰτίας τοῦ πόθου ποὺ τρέφει ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν πνευματική του ὁλοκλήρωση- μὲ τὴν ὅλη σωματικὴ ἄσκηση καὶ τὴ συντριβὴ τοῦ πνεύματος. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ τρέφει αὐτὴ τὴ λύπη εἶναι ἱλαρὸς καὶ εὐπροσήγορος. Καὶ ἐπειδὴ ἐλπίζει στὴν πνευματική του τελείωση καὶ στὴν ἀπολαβὴ τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν, διατηρεῖ πάντοτε τὴν εὐγένεια του καὶ τὴ μακροθυμία του, μετέχοντας ἔτσι σὲ ὅλους τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως τοὺς ἀπαριθμεῖ ὁ Ἀπόστολος ποὺ λέει: «ὁ δὲ κὰρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστίν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια· Ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ μακροθυμία, ἡ καλοσύνη, ἡ ἀγαθότητα τῆς καρδιᾶς, ἡ πίστη, ἡ πραότητα καὶ ἡ ἐγκράτεια» (Γάλ. 5. 22-23).

Ἀντίθετα, αὐτὸς ποὺ ἔχει κυριευθεῖ ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὴν «κατὰ κόσμον» λύπη εἶναι εὐερέθιστος, ἀνυπόμονος, ἀμετάπειστος, γεμᾶτος μνησικακία, ἄκαρπο πένθος καὶ ὀδυνηρὴ ἀπελπισία. Ἡ λύπη παραλύει τὴν ἐνεργητικότητα ἐκείνου τὸν ὁποῖο καταλαμβάνει καὶ τὸν ἐκτρέπει ἀπὸ τὴ σωτήρια ὀδύνη ποὺ γεννᾷ ἡ μετάνοια. Γιατί αὐτὴ ἡ λύπη κάνει τὸν ἄνθρωπο παράλογο. Αὐτὴ καταστρέφει, ὄχι μόνο τοὺς καρποὺς τῆς προσευχῆς, ἀλλὰ ἀποστερεῖ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ ὅλους τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοὺς ὁποίους χαρίζει πλούσια ἡ «κατὰ Θεὸν» λύπη.

Πρέπει νὰ διώχνουμε ἀπὸ μέσα μας, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὠφέλιμη, κάθε ἄλλη ἐπιζήμια λύπη. Ἡ ἐπιζήμια λύπη ἔχει τρεῖς αἰτίες

Γι’ αὐτό, ἂν ἐξαιρέσουμε αὐτὴ τὴ λύπη, ἡ ὁποία γεννιέται ἀπὸ τὴ σωτήρια μετάνοια καὶ ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τῆς τελειότητας ἢ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῆς ἀπόκτησης τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν, κάθε ἄλλου εἴδους λύπη πρέπει νὰ θεωρεῖται ἐπιζήμια καὶ νὰ καταπολεμεῖται. Γιατί αὐτὴ εἶναι λύπη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὶς ὑποθέσεις τῆς ἐφήμερης αὐτῆς ζωῆς καὶ γεννᾷ τὸ θάνατο. Συνεπῶς, ὀφείλουμε νὰ τὴ διώχνουμε ἀπὸ τὴν καρδιά μας, καὶ μάλιστα μὲ τόση ἐπιμέλεια καὶ προσοχή, ὅση καταβάλλουμε προκειμένου νὰ ἀντισταθοῦμε καὶ νὰ θανατώσουμε τὸ πνεῦμα τῆς πορνείας, τῆς φιλαργυρίας ἢ τῆς ὀργῆς.

Πῶς θὰ ξεριζώσουμε τὴ λύπη ἀπὸ τὴν καρδιά μας

Θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὀλέθριο πάθος, μὲ τὴ συνεχῆ πνευματικὴ μελέτη, μὲ τὸ νὰ ἀνυψώνουμε καὶ νὰ διατηροῦμε τὸ νοῦ μας προσηλωμένο στὴν ἐλπίδα καὶ στὴν προσδοκία τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν καὶ στὴ θεωρία τῆς μακαριότητας, ἡ ὁποία μᾶς περιμένει. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ μπορέσουμε ἀσφαλῶς νὰ νικήσουμε ὅλα τὰ εἴδη τῆς λύπης, εἴτε αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ θυμό, εἴτε ἀπὸ τὴν ἀπώλεια κάποιου κέρδους, εἴτε ἀπὸ κάποια ζημιὰ ἢ ἀπὸ μιὰ προσβολὴ ποὺ δεχθήκαμε.

Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ ὑπερβαίνουμε τὴν ἐμπαθῆ αὐτὴ κατάσταση, ὅταν νιώθουμε πὼς μᾶς φορτώνει μὲ ἀναιτιολόγητα ἐνοχικὰ συναισθήματα ἢ ὅταν αὐτή μᾶς παρασύρει σὲ θανάσιμη ἀπελπισία. Ἡ ἐλπίδα τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν θὰ μᾶς κρατᾷ διαρκῶς μέσα στὴ χαρὰ καὶ θὰ παραμένουμε σταθεροὶ στὰ βιώματά μας, χωρὶς νὰ ἀπελπιζόμαστε ἀπὸ τὶς συμφορὲς ποὺ μᾶς βρίσκουν, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ ἐπαναπαυόμαστε στὴν εὐημερία. Θὰ πρέπει νὰ θεωροῦμε καὶ τὴν εὐημερία καὶ τὶς θλίψεις ὡς καταστάσεις μάταιες καὶ προσωρινές, οἱ ὁποῖες σύντομα θὰ παρέλθουν.