Διονύσιος Ψαριανός, Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+)
Σήμερα ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Θωμᾶ. Πρέπει νὰ προλάβωμε νὰ ποῦμε, πὼς ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Θωμᾶ εἶναι σήμερα κι ὄχι τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὸ ἅγιο Πάσχα. Τότε δὲν εἶναι ἡ μνήμη τοῦ Ἀποστόλου ἀλλὰ ἡ ψηλάφηση τοῦ ἀναστάντος Κυρίου ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο, γιὰ τὴν ὁποία θὰ ποῦμε παρακάτω. Ὁ Θωμᾶς ἢ Δίδυμος ἦταν Ἑβραῖος ἀπὸ τὴν Γαλιλαία, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους, τοὺς ὁποίους κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Στὸν κατάλογο τῶν δώδεκα Ἀποστόλων, ἕβδομος ἢ ὄγδοος στὴν σειρὰ εἶναι ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ βρῆκε μαρτυρικὴ τελείωση στὶς Ἰνδίες. Στὸ Μαλαμπὰρ τῶν Ἰνδιῶν ὑπάρχουν σήμερα οἱ λεγόμενοι χριστιανοὶ τοῦ ἁγίου Θωμᾶ.
Ἀξίζει νὰ θυμηθοῦμε καὶ νὰ ἐπαναλάβουμε τὴν διήγηση τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου γιὰ τὴν ἐκλογὴ καὶ καθιέρωση τῶν δώδεκα Ἀποστόλων, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι ὁ Θωμᾶς. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς γράφει: «Ἐκεῖνες τὶς ἥμερες ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στὸ βουνὸ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Ὅλη τὴ νύχτα προσευχότανε στὸ Θεὸ κι ὅταν ξημέρωσε, φώναξε κοντά του τοὺς μαθητές του κι ἀπ’ αὐτοὺς διάλεξε δώδεκα, τοὺς ὁποίους ὀνόμασε ἀποστόλους…». Ἡ ὁλονύκτια ἐκείνη προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅταν πρόκειται νὰ ξεχωρίσει μεταξὺ τῶν μαθητῶν του τους δώδεκα καὶ νὰ τοὺς δώσει τὸ ὄνομα τοῦ ἀποστόλου, δείχνει πόσο σπουδαῖο ἦταν τὸ ἔργο ποὺ τοὺς ἀνέθετε καὶ πόση ἦταν ἡ φροντίδα του γι’ αὐτοὺς, στοὺς ὁποίους θὰ τὸ ἀνέθετε.
Τρεῖς φορὲς στὸ Εὐαγγέλιό του, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης κάνει λόγο γιὰ τὸν ἀπόστολο Θωμᾶ καὶ βλέπουμε στὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελιστῆ, ὅτι ὁ Θωμᾶς ἦταν ἀφοσιωμένος στὸν θεῖο Διδάσκαλο. Τὴν πρώτη φορὰ ἦταν, ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πληροφορήθηκε πὼς ὁ Λάζαρος ἦταν ἄρρωστος καὶ ξεκίνησε μὲ τοὺς Ἀποστόλους γιὰ τὴν Βηθανία. Στὸ δρόμο ξαφνικὰ τοὺς εἶπε «Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται». Κι ὕστερα πιὸ καθαρὰ τοὺς εἶπε πάλι «Λάζαρος ἀπέθανεν… ἀλλὰ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν». Τότε ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς εἶπε στοὺς συμμαθητὲς «Ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς, ἵνα ἄποθάνωμέν μετ’ αὐτοῦ», πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ πεθάνουμε μαζί του. Ἄλλοι τὰ ἐξηγοῦν αὐτὰ ὡς λόγια ἀπαισιοδοξίας ἀλλὰ εἶναι λόγια ἀφοσίωσης πρὸς τὸ θεῖο Διδάσκαλο.
Δεύτερη φορά, ποὺ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁμιλεῖ γιὰ τὸν ἀπόστολο Θωμᾶ, εἶναι μετὰ τὸ μυστικὸ δεῖπνο. Ἐκεῖ, στὴ μεγάλη του ὁμιλία πρὸς τοὺς Ἀποστόλους, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει: «Νὰ ἔχετε ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ σ’ ἐμένα. Στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου ὑπάρχουν πολλοὶ τόποι, ἂν δὲν ὑπῆρχαν, θὰ σᾶς ἔλεγα πὼς πηγαίνω γιὰ νὰ σᾶς ἑτοιμάσω τόπο. Ἀλλὰ κι ἂν πάω νὰ σᾶς ἑτοιμάσω τόπο, πάλι θά ‘ρθω καὶ θὰ σᾶς πάρω κοντά μου, ὥστε ὅπου εἴμ’ ἐγὼ νὰ εἶστε καὶ σεῖς. Ξέρετε βέβαια τὸν δρόμο, ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ ποὺ ἐγὼ πηγαίνω». Τότε ὁ Θωμᾶς τοῦ εἶπε: «Κύριε, δὲν ξέρομε ποὺ πηγαίνεις καὶ πὼς μποροῦμε νὰ ξέρουμε τὸ δρόμο;». Κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε στὸν Θωμᾶ: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ δρόμος κι ἡ ἀλήθεια κι ἡ ζωή, κανένας δὲν πηγαίνει στὸν Πατέρα, ἂν δὲν περάσει ἀπὸ μένα».
Λυπούμαστε ποὺ μόλις προφταίνομε νὰ ἀναφέρουμε αὐτὰ τὰ λόγια, ἐξηγημένα μόνο στὴν γλῶσσα μας, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ μποροῦμε νὰ τὰ ἀναπτύξουμε. Βιαζόμαστε νὰ ἔλθουμε στὸ τρίτο σημεῖο, ὅπου ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁμιλεῖ γιὰ τὸν ἀπόστολο Θωμᾶ· εἶναι οἱ δύο ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος Κυρίου, ἡ μία τὸ βράδυ τῆς πρώτης ἡμέρας καὶ ἡ ἄλλη «μεθ’ ἡμέρας ὀκτώ». Τότε ὁ Θωμᾶς, ὄχι ἀπὸ ἀπιστία ἂλλ’ ἀπὸ πολλὴ ἀγάπη πρὸς τὸν θεῖο Διδάσκαλο, ἔγινε ὁ πρῶτος κήρυκας τῆς Ἀνάστασης. Ἡ Ἐκκλησία ψάλλει, ὅτι ἡ νομιζόμενη ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ «πίστιν βεβαίαν ἐγέννησε». Ἡ ἀξίωση τοῦ μαθητῆ νὰ δεῖ καὶ νὰ ψηλάφησει τὸν ἀναστάντα Διδάσκαλο εἶναι ἡ πρώτη βεβαίωση καὶ ἀπόδειξη τῆς Ἀνάστασης.
Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς, πρῶτος μετὰ τὴν Ἀνάσταση, κήρυξε τὴν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἂν καὶ πέθανε ὡς ἄνθρωπος ἀναστήθηκε ὡς Θεός. Ὁ Θωμᾶς, ὅταν εἶδε κι αὐτὸς, ὅπως οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, καὶ ἄκουσε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, οὔτε ποὺ τόλμησε νὰ ἀγγίσει καὶ νὰ ψηλαφήσει τὴν ἄχραντη πλευρά, ἂλλ’ ἀμέσως φώναξε καὶ ὁμολόγησε «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!». Ἡ περίπτωση τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ εἶναι ἡ πιὸ δραματικὴ, ὄχι μόνο στὴν εὐαγγελικὴ ἱστορία ἀλλὰ καὶ στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου· πολλοὶ τίμιοι καὶ εἰλικρινεῖς ἄνθρωποι, «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες», ὅπως εἶπε ὁ ἀναστὰς Κύριος, ἔπειτ’ ἀπὸ δραματικὴ πάλη μέσα τους, εἶδαν το φῶς τῆς ἀλήθειας καὶ ὁμολόγησαν, ὅπως ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς -«Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!». Ἀμήν.