Κόντογλου Φώτης.
Μέσα στὴν βάρβαρη ἀνθρωπότητα, τὸ Βυζάντιο ἤτανε ἡ κιβωτὸς ἡ σφραγισμένη, ποὺ φύλαγε μέσα της κάθε πνευματικὸ θησαυρό, ἀποχτημένον μὲ τὸν πόνο καὶ μὲ τὴν πίστη. Σὰν χάλασε αὐτὴ ἡ κιβωτός καὶ σκορπιστήκανε οἱ θησαυροί της, ὁ κόσμος θράφηκε πνευματικὰ ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ μαζέψανε κάποιοι Ἕλληνες καὶ τὰ πήγανε στὰ δυτικὰ ἔθνη.
Ὡστόσο, μ’ ὅλο ποὺ κόπηκε τὸ μεγάλο ἐκεῖνο δέντρο τῆς Ρωμηοσύνης, ἡ φύτρα σώθηκε καὶ πέταξε καινούργιους βλαστούς, ποὺ λουλουδίσανε, κι ἂς πλάκωνε τὸν ραγιᾶ ἡ φοβέρα τοῦ θανάτου.
Μέσα στὴν βάρβαρη ἀνθρωπότητα, τὸ Βυζάντιο ἤτανε ἡ κιβωτὸς ἡ σφραγισμένη, ποὺ φύλαγε μέσα της κάθε πνευματικὸ θησαυρό, ἀποχτημένον μὲ τὸν πόνο καὶ μὲ τὴν πίστη. Σὰν χάλασε αὐτὴ ἡ κιβωτός καὶ σκορπιστήκανε οἱ θησαυροί της, ὁ κόσμος θράφηκε πνευματικὰ ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ μαζέψανε κάποιοι Ἕλληνες καὶ τὰ πήγανε στὰ δυτικὰ ἔθνη.
Ὡστόσο, μ’ ὅλο ποὺ κόπηκε τὸ μεγάλο ἐκεῖνο δέντρο τῆς Ρωμηοσύνης, ἡ φύτρα σώθηκε καὶ πέταξε καινούργιους βλαστούς, ποὺ λουλουδίσανε, κι ἂς πλάκωνε τὸν ραγιᾶ ἡ φοβέρα τοῦ θανάτου.
….Τὸ Βυζάντιο στάθηκε ἀληθινὰ «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» μέσα στὴν ἱστορία, ἕνα πρᾶγμα ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸν τύπο ποὺ ἔχουν τὰ συστήματα τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας.
Τὸ Βυζάντιο γι’ ἄλλους ἤτανε πολὺ σπουδαῖο, ὄχι μονάχα στὴν θρησκευτικὴ ζωή ἀλλὰ καὶ στὴν κοσμική, ἕνας παραμυθένιος κόσμος, ἐνῷ γι’ ἄλλους πάλι ἤτανε ἡ παραμόρφωση τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Αὐτοὶ ὅμως ποὺ τὸ θεωρήσανε σὰν παρακμὴ τῆς ἀρχαιότητας, τὸ κρίνανε μὲ κάποια μέτρα ποὺ εἶναι ἀταίριαστα μὲ αὐτὸ ποὺ κρίνανε.
Τὸ Βυζάντιο ἤτανε ἕνα φαινόμενο στὸ ἔπακρο ἰδιόρρυθμο.
Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζούσανε στὸ Βυζάντιο, μ’ ὅλο ποὺ πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς βαστούσανε ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ αἷμα κι εἴχανε τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, ἤτανε ὅμως ὁλότελα ἄλλοι, «ἄνθρωποι καινοί», «λαλοῦντες γλώσσαις καιναῖς».
Ἐνῷ ἡ ἀρχαία τέχνη ἤτανε βασισμένη ἀπάνω στὸ μέτρο καὶ στὶς ἀναλογίες, ἡ τέχνη τῶν Βυζαντινῶν δὲν γνώριζε τέτοιο μέτρο, γιατί ζητοῦσε νὰ βρεῖ ἔκφραση γιὰ πράγματα ποὺ δὲν χωροῦνε στὰ τυπικὰ μέτρα, ὅπου περιορίζεται ἡ ἀπόδοση τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ἂς εἶναι κι ἡ πιὸ παθητικὴ κι ἐνθουσιώδης.
Λοιπὸν, τὸ Βυζάντιο εἶναι ἕνα μεγάλο πρᾶγμα. Εἶναι ὁ καιρὸς καὶ ὁ τόπος ποὺ ζούσανε οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸν πόθο τοῦ ὑπερφυσικοῦ, τῆς αἰωνιότητας. Γι’ αὐτὸ ἔχει αὐτὴ τὴν παράξενη καὶ μυστηριώδη ἰδιορρυθμία, ποὺ δεν τὴν θέλουνε οἱ ἄνθρωποι ποὺ οἱ πόθοι τους δὲν βγαίνουνε ἔξω ἀπὸ τὸ μέτρο κι ἀπὸ τὸν ὀρθὸ λόγο, δηλαδὴ ποὺ εἶναι κολλημένοι στὴν κοινοτοπία τῶν ὑλικῶν συγκινήσεων.
Οἱ Βυζαντινοὶ πιστεύανε στὰ μυστήρια καὶ στὴν ἀλήθεια ποὺ ἀποκάλυψε ὁ Χριστός, ἤγουν στὸν θαυμαστὸ κόσμο ποὺ βρίσκεται πέρα ἀπὸ ὅ,τι πιάνουνε οἱ αἰσθήσεις καὶ τὸ μυαλό, ἐνῷ ὁ ἀρχαῖος σταματοῦσε ὡς ἐκεῖ. Ὁ Σωκράτης ἔκανε ἕνα πρᾶγμα τὴν λογική του μὲ τὸν Θεό καὶ δὲν πίστευε διόλου σὲ ὅ,τι δὲν παραδεχότανε τὸ μυαλό του, δηλαδὴ στὸ θαῦμα.
Ἡ ἀρχαιότητα εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ λογικοῦ, ἐνῷ τὸ Βυζάντιο ἡ βασιλεία τῆς πίστεως, τῆς πνευματικῆς μέθης καὶ τῆς ἀθανασίας.
Ὅπως ὁ Σωκράτης δὲν ἔνιωθε τὰ ἀντιλογικὰ μυστήρια ποὺ κήρυττε ὁ Παῦλος, μ’ ὅλον ὅτι ἔλεγε πὼς πιστεύει στὸν ἕνα Θεό, ἄλλο τόσο κι ὁ Πραξιτέλης κι ὁ Ἀπελλῆς δὲν θὰ ἔνοιωθαν μιὰ βυζαντινὴ εἰκόνα, γιατί δὲν εἶναι φτιαγμένη ἀπάνω στὸν ὑλικὸ κανόνα.
Ὁ χριστιανισμὸς ἐλέπτυνε τὸν «διονυσιακὸν καὶ ἀπολλώνειον» ἄνθρωπον, τὸν ἔστρεψε πρὸς τὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ του, τοῦ ἔδωσε «πνευματικὸν ὀφθαλμὸν καὶ πνευματικὸ οὕς», γιὰ νὰ ἐρευνᾶ τὶς ἀβύσσους τοῦ πνεύματος καὶ ν’ ἀκροάζεται τὰ «θεῖα ἀπήχηματα»…………Το Βυζάντιο πρωτάνοιξε τὴν «πύλην τὴν κεκλεισμένην» καὶ μπόρεσε κι εἶδε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνα τὰ θαυμάσια, ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς δὲν μπορέσανε νὰ τὰ δοῦνε οἱ σοφοὶ κι οἱ συνετοὶ τῆς ἀρχαιότητας.
Πολλοὶ ἀρχαῖοι μιλήσανε γιὰ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου ἀλλὰ κανένας δὲν τὴν πίστεψε ἀληθινά, ὥστε νὰ τὴν ἀφήσει, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Διογένη, ποὺ κι αὐτὸς καμώθηκε ψεύτικα πὼς τὴν σιχάθηκε, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ θρέψει τὴν ματαιοδοξία του. Κι ἔγινε «κύων», δηλαδὴ χειρότερος ἀπ’ ὅ,τι ἤτανε.
Γι’ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε, πὼς οἱ ἐθνικοί, οἱ εἰδωλολάτρες, ἤτανε «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα». Ἐνῷ στὸ Βυζάντιο, ὁ βασιλιᾶς κατέβαινε ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ πήγαινε στὴν ἔρημο ντυμένος παλιόρασα ἀπὸ γιδότριχα καὶ χαιρότανε, γιατί «ἠλευθερώθη ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς».
Ὅλα αὐτὰ τὰ «καινὰ καὶ ἀλλόκοτα» γινήκανε, γιατί ἡ πίστη μετατόπισε τὸν ἄνθρωπο καὶ τοὺς πόθους του ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ βρισκότανε πρὶν νὰ φανερωθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο.
Ἡ Κωνσταντινούπολη ἤτανε ἡ κιβωτὸς τῆς ὀρθοδοξίας, δηλαδὴ τῆς ἀληθινῆς πίστης τοῦ Χριστοῦ, κι οἱ στρατιῶτες ποὺ τὴν φυλάγανε ἤτανε «θεηγόροι ὁπλῖται παράταξεως Κυρίου». Πολλοὶ βασιλιᾶδες της θεολογούσανε καὶ συνθέτανε ὕμνους καὶ τροπάρια, καὶ κάμποσοι ἀπ’ αὐτοὺς καλογερέψανε καὶ πεθάνανε ἐν μετανοίᾳ στὰ μοναστήρια. Τὸ ἴδιο κάνανε καὶ πολλοὶ στρατηγοί, καὶ πλῆθος ἀμέτρητο στρατιῶτες γινόντανε καλόγεροι κι ἀσκητάδες, καὶ κρεμάζανε τὸ σπαθὶ καὶ τὸ κοντάρι τους στὸ κελλί τους, σὰν ἅρματα ἁγιασμένα ποὺ διαφεντέψανε τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ.
Τὸ παράδοξο εἶναι, πὼς οἱ Βυζαντινοὶ θεωρούσανε πιὸ ἐπικίνδυνους γιὰ τὴν θρησκεία τους τοὺς Φράγκους ποὺ ἤτανε χριστιανοί παρὰ τοὺς Τούρκους ποὺ ἤτανε ἀλλόθρησκοι………….. Ὅλοι οἱ ὑπήκοοι τοῦ πάπα ἐρχόντανε στὴν Ἀνατολὴ ντυμένοι μὲ προβατοπροβιά, ἐνῶ ἤτανε ἀπὸ μέσα λύκοι.
Ἡ Ρωμηοσύνη βγῆκε ἀπὸ τὸ Βυζάντιο ἤ, γιὰ νὰ ποῦμε καλύτερα, τὸ Βυζάντιο στὰ τελευταῖα χρόνια του στάθηκε ἡ ἴδια ἡ Ρωμηοσύνη.
Ἀκόμα ἀπὸ τὸν καιρό του Φωκὰ, φανερώνουνται καθαρὰ τὰ χαρακτηριστικά της καὶ στὰ χρόνια τῶν Παλαιολόγων, ποὺ ψυχομαχᾶ τὸ βασίλειο, ἀντρειώνεται ἡ βασανισμένη Ρωμηοσύνη, ἡ καινούργια Ἑλλάδα. Μεγάλωσε μέσα στὴν ἀγωνία ἡ χριστιανικὴ Ἑλλάδα, γιατί ὁ πόνος εἶναι ἡ καινούργια σφραγῖδα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ρωμηοσύνη εἶναι ἡ πονεμένη Ἑλλάδα. Ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα μπορεῖ νά ‘τανε δοξασμένη κι ἀντρειωμένη ἀλλὰ ἡ καινούργια, ἡ χριστιανική, εἶναι πιὸ βαθειά, ἐπειδὴς ὁ πόνος εἶναι ἕνα πρᾶγμα πιὸ βαθὺ κι ἀπὸ τὴν δόξα κι ἀπὸ τὴν χαρὰ κι ἀπὸ κάθε τί. Οἱ λαοὶ ποὺ ζοῦνε μὲ πόνο καὶ μὲ πίστη, τυπώνουνε πιὸ βαθιὰ τὸν χαραχτήρα τους στὸν σκληρὸ βράχο τῆς ζωῆς καὶ σφραγίζουνται μὲ μιὰ σφραγῖδα, ποὺ δὲν σβήνει ἀπὸ τὶς συμφορὲς κι ἀπὸ τὶς ἀβάσταχτες καταδρομές ἀλλὰ γίνεται πιὸ ἄσβηστη. Μὲ μιὰ τέτοια σφραγῖδα εἶναι σφραγισμένη ἡ Ρωμηοσύνη.
Τὰ ἔθνη ποὺ ξαγοράζουνε κάθε ὥρα τῆς ζωῆς τους μὲ αἷμα καὶ μ’ ἀγωνία, πλουτίζονται μὲ πνευματικὲς χάρες ποὺ δὲν τὶς γνωρίζουνε οἱ καλοπερασμένοι λαοί. Αὐτοὶ ἀπομένουνε φτωχοὶ ἀπὸ πνευματικοὺς θησαυροὺς κι ἀπὸ ἀνθρωπιά, γιατί ἡ καλοπέραση κάνει χοντροειδῆ τὸν μέσα ἄνθρωπο. Ἐνῶ ὁ πόνος κατεργάζεται τοὺς λαοὺς καὶ τοὺς καθαρίζει, ὅπως καθαρίζεται τὸ χρυσάφι μὲ φωτιὰ μέσα στὸ χωνευτήρι. Γιὰ τοῦτο, ἡ δυστυχισμένη Ρωμηοσύνη στολίστηκε μὲ κάποια ἀμάραντα ἄνθη, ποὺ δὲν τ’ ἀξιωθήκανε οἱ μεγάλοι κι οἱ τρανοὶ λαοί τῆς γῆς.
Ὁ ποιητὴς Βασίλης Μιχαηλίδης ἀπὸ τὴν Κύπρο, στὸ ἐξαίσιο ποίημα ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸ μαρτύριο τοῦ ἐθνάρχου Κυπριανοῦ κατὰ τὴν ἐπαναστάση τοῦ Εἰκοσιένα, βάζει στὸ στόμα τοῦ Κυπριανοῦ τοῦτα τὰ λόγια, ποὺ λέγει στὸν Τοῦρκο πασᾶ ποὺ τὸν δίκασε:
Ἡ Ρωμηοσύνη εἶν’ φυλὴ συνόκαιρη τοῦ κόσμου.
Κανένας δὲν εὑρέθηκε γιὰ νὰ τὴν ἐξαλείψει,
κανένας, γιατί σκέπει την ‘πὸ τάψη ὁ Θεός μου.
Ἡ Ρωμηοσύνη θὰ χαθῇ ὄντας ὁ κόσμος λείψει.
Ποιός μέγας ποιητὴς ἀπὸ τὰ εὐτυχισμένα καὶ καλοπερασμένα ἔθνη ποὺ ἐξουσιάζουνε τὸν κόσμο μίλησε μὲ τέτοια λόγια γιὰ τὴν φυλή του, ὅπως τοῦτος ὁ φτωχὸς κι ἀσήμαντος Ρωμιός;
Μέσα στὴν βάρβαρη ἀνθρωπότητα, τὸ Βυζάντιο ἤτανε ἡ κιβωτὸς ἡ σφραγισμένη, ποὺ φύλαγε μέσα της κάθε πνευματικὸ θησαυρό, ἀποχτημένον μὲ τὸν πόνο καὶ μὲ τὴν πίστη. Σὰν χάλασε αὐτὴ ἡ κιβωτός καὶ σκορπιστήκανε οἱ θησαυροί της, ὁ κόσμος θράφηκε πνευματικὰ ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ μαζέψανε κάποιοι Ἕλληνες καὶ τὰ πήγανε στὰ δυτικὰ ἔθνη.
Ὡστόσο, μ’ ὅλο ποὺ κόπηκε τὸ μεγάλο ἐκεῖνο δέντρο τῆς Ρωμηοσύνης, ἡ φύτρα σώθηκε καὶ πέταξε καινούργιους βλαστούς, ποὺ λουλουδίσανε, κι ἂς πλάκωνε τὸν ραγιᾶ ἡ φοβέρα τοῦ θανάτου.
(Ὁ Κόντογλου γιὰ τὴν Ρωμηοσύνη, Ἀποσπάσματα)
Ἐπιλογὴ ὑλικοῦ:
Αἰκατερίνη Διαμαντοπούλου, Ὑπεύθυνη ὑλικοῦ τῶν Ἱστοχώρων τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων