ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.

        Η Εκκλησία μας έχει να επιδείξει «νέφος μαρτύρων», ανδρών και γυναικών, νέων και γερόντων, ευγενών και ασήμων, πλουσίων και φτωχών, ελευθέρων και δούλων. Είναι οι καλλίμαχοι Μάρτυρες, οι οποίοι κλήθηκαν από τις περιστάσεις, να δώσουν τη μαρτυρία τους για τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα Χριστό, ως τον μοναδικό Λυτρωτή του ανθρωπίνου γένους. Τη μαρτυρία τους αυτή επισφράγισαν με απίστευτες ταλαιπωρίες, το αίμα τους, και εν τέλει με την ίδια του τη ζωή. Ένα τέτοιο εύοσμο άνθος της αρχαίας Εκκλησίας είναι η μεγαλομάρτυς και παρθενομάρτυς αγία Παρασκευή.

     Γεννήθηκε στη Ρώμη το 2ο μ. Χ. αιώνα, όταν οι σκληροί και απάνθρωποι διωγμοί κατά τον Χριστιανών ήταν σε πλήρη εφαρμογή. Οι ευσεβείς χριστιανοί γονείς της Αγαθόνικος και Πολιτεία, προφανώς ελληνικής καταγωγής, οικονομικά εύποροι και κοινωνικά καταξιωμένοι, μετέδωσαν στην μονάκριβη κόρη τους την ευσέβειά τους και την πίστη στο Σωτήρα Χριστό.

Την ονόμασαν Παρασκευή, διότι γεννήθηκε την ημέρα της Παρασκευής, κατά την οποία προπαρασκευαζόμαστε για να εορτάσουμε την εβδομαδιαία εορτή της Αναστάσεως του Κυρίου μας, την Κυριακή.

      Η ευσεβής κόρη από παιδί άρχισε να μελετά το λόγο του Ευαγγελίου και να προσαρμόζει τη ζωή της στη ζωή του Χριστού, τον Οποίο αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Ξεχώριζε δε από τα άλλα κορίτσια της Ρώμης για τον ενάρετο βίο της και την αγνότητά της.

      Σε ηλικία είκοσι ετών έχασε τους γονείς της. Το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή να αλλάξει η πορεία της ζωή της. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να μοιράσει την μεγάλη περιουσία της στους φτωχούς και κατόπιν αφιέρωσε τον εαυτό της στη διακονία της Εκκλησίας, ήτοι: στη φιλανθρωπία και την ιεραποστολή. Η ρωμαϊκή εκκλησία της ανέθεσε την κατήχηση στις γυναίκες της Ρώμης. Έμπαινε στις πλούσιες επαύλεις ή τα σπίτια των φτωχών και κήρυττε το Ευαγγέλιο και τις αρχές της χριστιανικής πίστεως με ιδιαίτερο ζήλο και θέρμη. Μετέβαινε συχνά και στα  απομακρυσμένα μέρη, για να μεταστρέψει όσο το δυνατόν περισσότερους στην εν Χριστώ σωτηρία. Η φήμη της έφτασε γρήγορα στις ρωμαϊκές αρχές, οι οποίες είχαν κηρύξει απηνή διωγμό εναντίον των Χριστιανών, από τα χρόνια του θηριώδους Νέρωνα (67 μ. Χ.).

     Βρισκόμαστε στα χρόνια του Αντωνίνου Πίου (138-161 μ. Χ.). Οι δραστηριότητες της ευγενούς χριστιανής κόρης έφτασαν ως το ανάκτορο του αυτοκράτορα, ο οποίος έδωσε διαταγή να τη συλλάβουν και να την οδηγήσουν μπροστά του. Η σεμνή και όμορφη αρχοντοπούλα στάθηκε μπροστά στον φανατικό ειδωλολάτρη ηγεμόνα με πρωτοφανές θάρρος. Ο Αντωνίνος εντυπωσιάστηκε από το κάλλος και το θάρρος της Παρασκευής και γι’ αυτό δεν ήθελε να εφαρμόσει το νόμο, που προέβλεπε φρικτά βασανιστήρια σε όσους από τους χριστιανούς δεν ήθελαν να θυσιάσουν στους παγανιστικούς «θεούς» και να κάψουν λιβανωτό στο «θεό» αυτοκράτορα.

      Άνοιξε διάλογο μαζί της, ελπίζοντας ότι θα την μετέπειθε και θα αρνιόταν τη χριστιανική πίστη και θα θυσίαζε στα είδωλα και στο δικό του άγαλμα. Προσπάθησε με φτηνές κολακείες και υποσχέσεις να την πείσει. Επίσης επιχείρησε να της εξηγήσει ότι ως ρωμαίοι, έπρεπε να θυσιάζουν στους «θεούς», δείχνοντας έτσι την ευαρέσκειά τους σ’ αυτούς που τους προστάτευαν. Αλλά η Παρασκευή έμεινε αμετακίνητη στην πίστη της, αντικρούοντας με περισσό θάρρος, διαύγεια πνεύματος και λογικά επιχειρήματα τα λόγια του Αντωνίνου, τονίζοντάς του ότι ο μόνος αληθινός Θεός είναι ο Τριαδικός, τον οποίο μας αποκάλυψε ο σαρκωμένος Υιός Του.

      Η στάση της και τα λόγια της εξόργισε τον αυτοκράτορα, ο οποίος, βλέποντάς την αμετάπειστη, έδωσε εντολή να τη βασανίσουν, ελπίζοντας ότι δε θα άντεχε τα μαρτύρια και θα αρνιόταν την πίστη της. Φοβεροί δήμιοι ειδωλολάτρες εφάρμοζαν φρικτά μέσα βασανισμών κατά των χριστιανών. Στην αρχή της έβαλαν πυρακτωμένη περικεφαλαία στο κεφάλι. Η αγία δε λύγισε και υπόμεινε καρτερικά τους αφόρητους πόνους του εγκαύματος. Μετά την έκλεισαν σε σκοτεινή φυλακή, απομονώνοντάς την από τις άλλες χριστιανές γυναίκες. Το δεσμωτήριό της το μετέβαλλε σε τόπο προσευχής και δοξολογίας του Θεού. Άγγελος Κυρίου κατέβηκε τη νύχτα και την ελευθέρωσε. Αλλά δεν άργησε να συλληφθεί και πάλι και να οδηγηθεί ενώπιον του αυτοκράτορα, όπου αντέκρουσε ξανά με περισσότερο θάρρος και ψυχική δύναμη τις κολακείες και τις απειλές του. Τότε διέταξε να την ρίξουν σε λέβητα με καυτό λάδι. Ο Θεός όμως την προστάτεψε και δεν κάηκε μέσα στο λάδι που κόχλαζε! Ο αυτοκράτορας νόμισε πως δεν έκαιγε το λάδι, πλησίασε στον λέβητα να δει και τυφλώθηκε από τις πύρινες αναθυμιάσεις. Η αγία τον θεράπευσε θαυματουργικά και γι’ αυτό θεωρείται προστάτιδα των ματιών. Ο Αντωνίνος την άφησε ελεύθερη και σταμάτησε τους διωγμούς!

      Ύστερα από λίγο καιρό πέθανε ο Αντωνίνος και τον διαδέχτηκε ο Μάρκος Αυρήλιος (161-180 μ. Χ.). Αν και στωικός φιλόσοφος, συνέχισε με την ίδια μανία και αυτός τους διωγμούς εναντίον των χριστιανών. Από τους πρώτους χριστιανούς που συνέλαβαν ήταν η Παρασκευή. Έδωσε εντολή σε δύο έπαρχους, τον Ασκληπιό και τον Ταράσιο να τη βασανίσουν  με αγριότητα. Ύστερα από φρικτά βασανιστήρια την αποκεφάλισαν. Οι χριστιανοί της Ρώμης με μύριους κινδύνους κατόρθωσαν και πήραν το τίμιο λείψανο της αγίας και το έθαψαν σε κάποια κατακόμβη με τιμές, όπως αρμόζει σε μια ηρωική Μάρτυρα του Χριστού. Η μνήμη της τιμάται στις 26 Ιουλίου.

     Αυτοί είναι οι καλλίμαχοι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας. Τα εύοσμα άνθη της πίστης και της αγνότητας. Στις θυσίες και στα αίματά τους θεμελιώθηκε και ανδρώθηκε η Εκκλησία του Χριστού! 

Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ μέσα ἀπὸ τὸ Ἀπολυτίκιό της

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος.

Γνωστὸς ὁ βίος τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ θαυμαστὴ ἡ πολιτεία της. Ἐνήθλησε στερρῶς καὶ κέρδισε ἐπαξίως τὸν στέφανο τῆς θείας δόξης, αὐτὸν ποὺ ἀποδίδει ὁ Κύριος σ’ ὅλους ὅσους ἀγωνίστηκαν «τὸν ἀγῶνα τὸν καλόν» καὶ ὁλοκλήρωσαν μὲ ἐπιτυχία τὴν πορεία των (Τιμ. Β’, δ’ 5-8).

Ἔτσι, λοιπόν, ὁ ὑμνογράφος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν γνωρίζομε, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς Ἁγίας, συνέθεσε τὸ Ἀπολυτίκιό της, πλούσιο σὲ ἔκφραση καὶ βαθὺ σὲ θεολογικὸ περιεχόμενο. Ἀξίζει, θεωροῦμε, νὰ τὸ προσεγγίσωμε καὶ νὰ προσπαθήσωμε νὰ τὸ κατανοήσωμε, δεδομένου ὅτι πρόκειται, κατὰ κοινὴ ὁμολογία, γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ δυσκολώτερα Ἀπολυτίκια. Ὅσο περισσότερο, ὅμως, ἐμβαθύνει κανεὶς στὴν ὑπέροχη γλῶσσα του καὶ διεισδύει στὰ πυκνά του νοήματα, τόσο μεγαλύτερη ὠφέλεια ἀποκομίζει καὶ ὁ ἴδιος καὶ ἔτσι ὁδηγεῖται καλύτερα στὴν μίμηση τῆς Ἁγίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ, ἐξ ἄλλου, καὶ τὸν στόχο κάθε Χριστιανοῦ: «μνήμη Ἁγίου, μίμησις Ἁγίου».

Παραθέτομε, στὴν συνέχεια, τὸ Ἀπολυτίκιο, τοποθετώντας τὰ κόμματα ὄχι μὲ βάση τὶς παύσεις, κατὰ τὸ ψάλσιμο, ἀλλὰ μὲ βάση τὸ νόημα. Νὰ διευκρινίσωμε, ἐπίσης, ὅτι ἡ ἀπόπειρά μας στοχεύει ὄχι στὴν πιστὴ ἀπόδοση, ἀλλὰ στὴν ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση τοῦ Ἀπολυτικίου, γιὰ τὴν ὁποία λάβαμε φυσικὰ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἀντίστοιχες ἑρμηνευτικὲς προσπάθειες.

«Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον ἐργασαμένη, φερώνυμε,

τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ ἀθληφόρε·

ὅθεν προχέεις ἰάματα καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.»

Γίνεται φανερό, μετὰ ἀπὸ μιὰ πρώτη προσέγγιση, ὅτι ὁ ὑμνογράφος δὲν χειρίζεται μόνον μὲ εὐελιξία τὴν γλῶσσα ἀλλὰ θεολογεῖ κιόλας. Κατορθώνει, μάλιστα, νὰ ἀποδώσῃ μὲ συντομία ἀλλὰ καὶ εὐστοχία τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν Ἁγία, θεμελιώνοντας, παράλληλα, τὸν λόγο του πάνω στὶς θεῖες γραφές.

Ὁ βασικός του στόχος εἶναι νὰ δείξῃ ὅτι ἡ Παρασκευή, ποὺ τὸ ὄνομά της σημαίνει προετοιμασία, δὲν ἔκανε τίποτε ἄλλο στὴν ἐπίγεια ζωή της ἀπὸ τὸ νὰ προετοιμάζῃ τὸν ἑαυτό της γιὰ τὴν οὐράνια Βασιλεία. Γιὰ νὰ πετύχῃ τὸν στόχο του ὁ ὑμνογράφος, ἀξιοποιεῖ ἄριστα τὶς δυνατότητες ποὺ τοῦ προσφέρει τόσο ὁ ἐκφραστικὸς πλοῦτος ὅσο καὶ ἡ δομὴ τῆς γλώσσας μας.

Λέει, λοιπόν, ὅτι ἡ Ἁγία ἐργάστηκε μὲ τέτοιο ζῆλο («σπουδή»), ποὺ ἀποδείχθηκε ἀντάξιος τοῦ ὀνόματός της («τῇ κλήσει κατάλληλον»). Ἔτσι ἡ «κλῆσις», ἐδῶ, δηλώνει τὸ ὄνομα, ἡ δὲ κλητικὴ προσφώνηση «φερώνυμε» – ἐσὺ ποὺ φέρεις τὸ ὄνομα- χρησιμοποιεῖται ἀντὶ τοῦ ὀνόματός της! Ἡ «σπουδὴ» συντάσσεται μὲ τὸ ἐπίθετο «κατάλληλος» (προληπτικό κατηγορούμενο, ποὺ δηλώνει ἐξέλιξη), γιὰ νὰ δειχθῆ ὅτι ὁ ζῆλος τῆς Ἁγίας εἶχε αἴσιο ἀποτέλεσμα, ἀντίστοιχο τῆς προσπαθείας της, τῆς προπαρασκευῆς της, ὅπως δηλώνει καὶ τὸ ὄνομά της.

Ὁ δεύτερος, συμφώνως μὲ τὸ νόημα καὶ ὄχι μὲ τὸ ψάλσιμο, στίχος εἶναι καὶ ὁ πλέον δύσκολος. Κατὰ λέξη, ἔχεις κληρονομήσει ὡς αἰώνια κατοικία τὴν ὁμώνυμή σου πίστη («τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι»). Τί σημαίνει, ὅμως, «ὁμώνυμος πίστις»; Σημαίνει ὅτι ἡ Ἁγία σὲ ὅ τι ἐπίστευσε, γιὰ τοῦτο καὶ ἀγωνίστηκε, καὶ αὐτό, τελικά, τὴν πίστη της, ἔλαβε ὡς οὐράνια κατοικία της! Γι’ αὐτὸ τὴν ὀνομάζει «ὁμώνυμη», διότι ἡ δική της σταθερὴ καὶ ἀκράδαντη πίστη στὸν Θεὸ τὴν ὡδήγησε στὴν ἀπόκτηση τῆς οὐράνιας Βασιλείας. Ὁ λόγος τοῦ ὑμνογράφου, στὸ σημεῖο αὐτό, εἶναι ἀπολύτως εὐθυγραμμισμένος μὲ τὸν θεῖο λόγο ὅτι εἶναι ἡ «πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ., ια’ 1) καὶ ὅτι οἱ προσπάθειες τοῦ Χριστιανοῦ στοχεύουν στὴν ἀπόκτηση τῆς οὐρανίου βασιλείας, ποὺ εἶναι ἡ «μέλλουσα πόλη» (Ἑβρ., ιγ’ 14).

Ἑπομένως, οἱ λέξεις συνδυάζονται μὲ τέτοιο τρόπο (π.χ. Παρασκευή-προετοιμασία, προετοιμασία-πίστις, πίστις-κατοικία), ὥστε νὰ δηλώνουν ὄχι μόνον ἐννοιολογικὴ σχέση ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποστηρίζουν τὸν κεντρικὸ συλλογισμὸ τοῦ ὑμνογράφου ὅτι ἡ Παρασκευὴ ἔκανε μὲ τὸν ἐπίγειο βίο της μιὰ συνεχῆ προπαρασκευὴ γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς πολυπόθητης οὐρανίου κατοικίας, στὴν ὁποία πίστευε μὲ ὅλες της τὶς δυνάμεις καὶ τὴν ὁποία τελικὰ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς δῶρο γιὰ τὴν ἀκλόνητη πίστη της.

Γίνεται, ἔτσι, κατανοητὸ πόσο ὄμορφα διακονεῖ ὁ Ἕλλην λόγος τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, στὴν ὑπηρεσία τοῦ ὁποίου τέθηκε, ἐξ ἄλλου, ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἀπὸ τοὺς ἐπίσης θεοφώτιστους ὑμνογράφους μας!

Στὴν συνέχεια, ἡ Παρασκευὴ καλεῖται «ἀθλοφόρος ἤ ἀθληφόρος». Ὅπως ὁ ἀθλητὴς ἀγωνίζεται καὶ κερδίζει τὸ ἐπίγειο βραβεῖο («ἆθλον»), ἔτσι καὶ οἱ ἀγωνιστὲς Ἅγιοι ἐλάμβαναν μὲ τὴν ἄθληση, καὶ μάλιστα μὲ τὸ μαρτύριό των, τὸ οὐράνιο βραβεῖο.

Τέλος, τὸ «ὅθεν» δηλώνει συμπέρασμα: Κατὰ συνέπεια, χαρίζεις πλουσιοπάροχα σὲ ἐμᾶς («προχέεις») τὶς ἰάσεις σου καὶ πρεσβεύεις γιὰ λογαριασμὸ τῶν ψυχῶν μας. Ἀξίζει νὰ παρατηρήσωμε, στὸ σημεῖο αὐτό, τόσο τὴν χρήση τῆς ὁριστικῆς ἐγκλίσεως, ποὺ δηλώνει βεβαιότητα, ὅσο καὶ τὴν χρήση τοῦ ἐνεστωτικοῦ χρόνου, ποὺ δηλώνει διάρκεια στὸ παρόν – μέλλον, γεγονὸς ποὺ φανερώνει τὴν σταθερὴ πεποίθηση τοῦ ὑμνογράφου ὅτι ἡ Ἁγία θὰ προσφέρῃ «νῦν καὶ ἀεί» τὶς θαυματουργικές της θεραπεῖες καὶ θὰ ἀναπέμπῃ τὶς σωτήριες πρεσβεῖες της ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Καθίσταται, ἑπομένως, φανερό, μέσα ἀπὸ τὴν μελέτη καὶ τὴν ἀπόπειρα ἑρμηνείας τοῦ τροπαρίου αὐτοῦ, ὅτι ἀξίζει νὰ μελετᾶμε τοὺς πνευματικούς μας θησαυροὺς καὶ νὰ ἐμβαθύνωμε στὰ νοήματά των, μὲ ὄχημα τὴν ὑπέροχη ἑλληνική μας γλῶσσα ποὺ εἴθε νὰ τὴν καλλιεργοῦμε ἐπαξίως πρὸς δόξα Θεοῦ καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ πάντων ἡμῶν. Γένοιτο!