Η πιό συχνή δικαιολογία που ακούμε, όταν κάποιος καλείται να εξηγήσει γιατί μένει μακριά από την Εκκλησία, μας παραπέμπει στην –πραγματική ή όχι– φαυλότητα πολλών ανθρώπων της Εκκλησίας.

Άνθρωποι που κατά τα λοιπά μοιάζουν να μη γνωρίζουν τίποτα γιά την Εκκλησία, τον Χριστό και τη διδασκαλία του, έχουν εν τούτοις πάντα πρόχειρο ένα πλούσιο απόθεμα παραδειγμάτων φαυλότητας κληρικών ή άλλων ανθρώπων της Εκκλησίας, από το οποίο αντλούν γλαφυρά παραδείγματα, γιά να πουν στο τέλος: “Να γιατί μένω μακριά από την Εκκλησία!”.

Μα, θα διαμαρτυρηθούμε εμείς, στην Εκκλησία θα βρούμε ίσως κάποιους ανθρώπους ανάξιους (και κατά το κοινώς λεγόμενον, “το κρίμα στον λαιμό τους”), αλλά θα βρούμε και φωτισμένους κληρικούς, εμπνευσμένους ανθρώπους, γνήσιους πνευματικούς οδηγούς – το μυαλο σχεδόν όλων μας πηγαίνει εύκολα σε τέτοιες αγιασμένες μορφές, που σημάδεψαν τη ζωή μας. Πώς συμβαίνει να βλέπουν κάποιοι τους πρώτους, ενώ την ίδια στιγμή κλείνουν επιδεικτικά τα μάτια τους μπροστά στους δεύτερους;

Μεταξύ μας, η απάντηση είναι απλή: Οι πρώτοι, οι φαύλοι δηλαδή και οι σκάρτοι, είναι προσφιλείς “προφάσεις εν αμαρτίαις”. Οι άνθρωποι που έχουν επιλέξει να μένουν μακριά από την Εκκλησία και τον Χριστό, γιατί ίσως προτιμούν την “πλατείαν πύλην και την ευρύχωρον οδόν την απάγουσαν εις την απώλειαν” από την “στενήν πύλην και την τεθλιμμένην οδόν την απάγουσαν εις την ζωήν”, είναι φυσικό να ψάχνουν “με το μικροσκόπιο” να βρούν τέτοιες “προφάσεις εν αμαρτίαις”, ενώ την ίδια στιγμή κλείνουν επιδεικτικά τα μάτια τους μπροστά στα άφθονα αντιπαραδείγματα, αφού είναι μύγες και όχι μέλισσες.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που πρέπει να πούμε εδώ. Κάτι βαθύτερο και ουσιαστικώτερο. Και σε αυτό θα εστιάσουμε το παρόν κείμενο.

Αν το καλοσκεφθούμε, όλη η συζήτηση γύρω από φωτισμένους και φαύλους κληρικούς και ιεράρχες μπορεί να είναι στην πραγματικότητα κακώς τεθειμένη. Η ατέρμονη ενασχόληση με την ποιότητα των κληρικών πολλές φορές συμβαίνει απλώς να λειτουργεί ως υπεκφυγή από τη δική μας ευθύνη.

Γιά να γίνει πλήρως κατανοητό αυτό που εννοούμε εδώ, αξίζει να θυμηθούμε αυτό που γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος μας προειδοποιεί να μην “πολυψειρίζουμε” την αξιοπιστία του κηρύσσοντος ή του βαπτίζοντος, αρκεί βέβαίως να μην πρόκειται γιά πρόσωπο έξω από την Εκκλησία.

Το πόσο δίκιο έχει φαίνεται στο ευστοχώτατο παράδειγμα που χρησιμοποιεί: Ας υποθέσουμε, γράφει, ότι έχουμε δύο δακτυλίδια, το ένα χρυσό και το άλλο σιδερένιο, με την ίδια, βασιλική σφραγίδα σε κερί δεν θα μπορέσουμε να διακρίνουμε τη διαφορά του υλικού των δύο δακτυλιδιών. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην Εκκλησία, όπου ο καθένας μας θα έπρεπε να ενδιαφέρεται γιά το αποτύπωμα του λόγου του Θεού στη δική του ψυχή. Άλλος είναι ο κριτής της ψυχής του άλλου. Ακόμη κι αν ο ένας ιερέας που τελεί το μυστήριο του βαπτίσματος, γράφει ο άγιος Γρηγόριος, υπερέχει κατά την αρετή από τον άλλο, όμως η δύναμη του βαπτίσματος είναι και στις δύο περιπτώσεις η ίδια.

Ο άγιος Γρηγόριος έχει απόλυτο δίκιο. Όποιος πει, γιά παράδειγμα, ότι δεν προσέρχεται στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, επειδή δεν τον εμπνέει ο ιερέας, πολύ απλά δεν έχει καταλάβει απολύτως τίποτα από τη δύναμη του μυστηρίου. Ομοίως, κατά προέκτασιν, όποιος λέει ότι μένει μακριά από την Εκκλησία, επειδή ο τάδε ή ο δείνα από τους ανθρώπους της Εκκλησίας είναι σκάρτοι, δεν έχει καταλάβει τί εστί Εκκλησία.

Έπειτα, το να λέμε ότι αυτός που θα εμπιστευθούμε ως πνευματικό μας οδηγό πρέπει να έχει φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη αγιότητας είναι μιά πολύ βολική πρόφαση, γιά να μην εμπιστευόμαστε απολύτως κανέναν: Ψάχνουμε, λέμε, αλλά δεν έχουμε βρει τον κατάλληλο. Αλλά φοβούμαι ότι έτσι χάνουμε την ουσία.

Επιτρέψτε μου ένα παράδειγμα:

Οι μορφές του αγίου Παϊσίου, του αγίου Πορφυρίου και άλλων αγίων γνωστών γερόντων είναι γνωστές σε όλους. Τί λοιπόν; Ποιός είναι τόσο αφελής, ώστε να πιστεύει ότι όλοι αυτοί υπήρξαν πάντοτε “γέροντες”, όπως τους έχουμε στο μυαλό μας; Ασφαλώς, και σε πνευματικό υπάκουσαν –και χωρίς να δυσφορούν ότι δεν έβρισκαν κάποιον αντάξιο του δικού τους αναστήματος– και διακόνησαν και έκαναν ακόμη και έργα θεωρούμενα ως ευτελή, τα οποία μάλιστα όχι απλώς δεν απαξίωσαν, αλλά το έκαναν έχοντας κατά νουν αυτό που είναι φυσικό να νιώθει ένας συνεπής χριστιανός, αυτό που διαβάζουμε στον Μέγα Βασίλειο:

Ότι δηλαδή, αν πρέπει να κάνουμε κάποιο από τα ευτελέστερα έργα, πρέπει να γνωρίζουμε ότι και ο Σωτήρας διακόνησε τους μαθητές και δεν απαξίωσε να κάνει τα ευτελή από τα έργα, και είναι μεγάλο πράγμα γιά τον άνθρωπο να γίνει μιμητής του Θεού […] Γιατί ποιός θα μπορούσε να λέει στο εξής ταπεινό και ευτελές αυτό που έκανε ο Θεός;

Έτσι λοιπόν συνέβη στην περίπτωση ενός αγίου Παϊσίου, ενός αγίου Πορφυρίου: Και διακόνησαν, και σε πνευματικό υπάκουσαν. Και αν έτσι συνέβη στην περίπτωση ενός αγίου Παϊσίου και ενός αγίου Πορφυρίου, αξίζει να διερωτηθούμε μήπως τελικά κάτι δεν πάει καλά, όταν εμείς δυσφορούμε και παραπονούμαστε ότι δεν βρίσκουμε τον ποιμένα που θα μπορούσε να μας εμπνεύσει;

Οι σκέψεις αυτές μας κάνουν να υποψιασθούμε ότι,περισσότερο και από την απουσία ποιμένα,θα έπρεπε να μας φοβίζει κάτι άλλο:

Και αυτό είναι η απαξίωση του ποιμένα.

Το αίσθημα, που σαφώς καλλιεργεί η εποχή μας, ότι δεν έχουμε ανάγκη κανέναν, ότι όλοι οι άνθρωποι της Εκκλησίας – άλλος πολύ και άλλος λίγο – είναι σκάρτοι, ότι μπορούμε να κτίσουμε τη δική μας σχέση με τον Θεό, “εαυτούς ποιμένοντες”, όπως διαβάζουμε στην επιστολή του Ιούδα, ακόμη και έξω από την Εκκλησία.

Ακόμα και η θρησκευτικότητά μας είναι συχνά ακοινώνητη.

Θυμάμαι πόσο μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει, όταν προ μερικών ετών είχα επισκεφθεί μιά περιοχή και είχα καταλάβει κάτι που κανονικά θα έμοιαζε αδιανόητο: Πολλοί από τους κατοίκους της είχαν ουσιαστικά διαρρήξει τους δεσμούς τους με την Εκκλησία: δεν πήγαιναν στην εκκλησία, δεν μετείχαν στη Θεία Λειτουργία, δεν ενδιαφέρονταν ποσώς γιά τον συνάνθρωπό τους, τους έφταιγαν οι πάντες και τα πάντα, έμεναν οχυρωμένοι στο αυτάρεσκο εγώ τους.

Αυτοί οι ίδιοι, όμως, συνηθέστατα, είχαν στους αγρούς τους ένα ιδιωτικό εκκλησάκι, άναβαν τακτικά το καντηλάκι του, προσκυνούσαν εκεί μιά εικόνα, έκαναν τον σταυρό τους. Το ερώτημα είναι βεβαίως εύλογο: Τί κοινό έχει μιά τέτοια ακοινώνητη θρησκευτικότητα με τη συμμετοχή στην Εκκλησία του Χριστού;

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι σε αυτή την ακοινωνησία δεν μας οδηγεί ούτε η αριστοτελική αναζήτηση της αυτάρκειας ούτε τίποτε άλλο, αλλά η εγωπαθής και ακοινώνητη εποχή μας. Σε μιά τέτοια εποχή, είναι εντελώς “ντεμοντέ” να αναζητούμε τον ποιμένα. Μαθαίνουμε να νιώθουμε ότι δεν έχουμε ανάγκη κανέναν, όχι γιά τη σωτηρία μας, αλλά ούτε κάν γιά την εν τω κόσμω ευεξία μας. Το τελευταίο που θα νιώθαμε ανάγκη να κάνουμε είναι να αναζητήσουμε έναν πνευματικό οδηγό. Σε κάθε λόγο έχουμε πρόχειρη την αντιλογία, κι ας προειδοποιεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ότι από το να πιστεύει κανείς ανεξέταστα τα πάντα είναι χειρότερο το να διαφωνεί εξ ίσου με όλα. Γιατί το πρώτο, γράφει, το να πιστεύει δηλαδή κανείς ανεξέταστα τα πάντα, είναι ελαφρότητα, ενώ το δεύτερο θρασύτητα. Σε μας όλοι φαίνονται σκάρτοι, και σε τελική ανάλυση περιττοί.

Το θέμα δεν είναι ότι γυρεύουμε την αυτάρκεια, αλλά ότι παγιδευόμαστε στην αυταρέσκεια. Το πρόβλημα δεν είναι ότι λείπει ο ποιμένας. Αυτό ίσως, αν συνέβαινε, θα ήταν το λιγώτερο. Το πραγματικό πρόβλημα σήμερα είναι ότι δεν νιώθουμε την ανάγκη του ποιμένα, ότι δεν ψάχνουμε να τον βρούμε, ότι και να υπάρχει, εμείς τον περιφρονούμε και τον απαξιώνουμε.

Αν το καλοσκεφθούμε, ο ποιμένας και ο πνευματικός οδηγός δεν μας βοηθούν στη σωτηρία τόσο ούτε με τον όποιο εμπνευσμένο λόγο ούτε με το όποιο φωτεινό τους παράδειγμα, όσο με αυτό τούτο το γεγονός ότι μας τείνουν το χέρι να βγούμε από τα δεσμά της αυταρέσκειας και της εγωπάθειάς μας.

Αυτός που έχει καλλιεργήσει μέσα του το αίσθημα ότι δεν έχει ανάγκη κανέναν απολύτως γιά τη σωτηρία του κατ’ ουσίαν έχει οδηγηθεί στο να νιώθει ότι δεν έχει κάν ανάγκη τον Θεό.

Γι’ αυτό και ο Μέγας Βασίλειος μας προειδοποιεί ότι είναι δεινή αλαζονεία το να πιστεύεις ότι δεν έχεις ανάγκη κανέναν, αλλά να είσαι επικεντρωμένος μόνο στον εαυτό σου, με το σκεπτικό ότι είσαι σε θέση να λάβεις τις ορθότερες αποφάσεις.

Και ακόμη πιό απερίφραστα, ο αββάς Δωρόθεος γράφει:

 “Μερικοί λένε, “ο άνθρωπος οδηγείται στην πτώση γι’ αυτόν ή γιά εκείνον τον λόγο”. Εγώ όμως δεν ξέρω να γίνεται πτώση παρά από αυτό: Είδες ότι κάποιος οδηγήθηκε στην πτώση; Μάθε ότι εαυτώ εστοίχησεν”. Δεν υπάρχει τίποτα πιό βαρύ, τίποτα πιό ολέθριο από αυτό”.

Όλα τα παραπάνω καθιστούν, νομίζουμε, σαφές αυτό που θέλουμε να πούμε εδώ: Δεν θα έπρεπε να μας φοβίζει, αν νιώθουμε ή είμαστε λίγοι. Ας θυμόμαστε τον λόγο του Κυρίου: “Μη φοβού, το μικρόν ποίμνιον”. Αν όμως δεν είμαστε ποίμνιον, τα πράγματα αλλάζουν. Και αν διαπιστώσουμε ότι όχι απλώς μας λείπει ο ποιμένας, αλλά ότι δεν νιώθουμε κάν ότι τον έχουμε ανάγκη, ότι δεν ψάχνουμε να τον βρούμε, ότι, και να υπάρχει, εμείς τον περιφρονούμε και τον απαξιώνουμε, τότε αυτό θα έπρεπε πραγματικά να μας φοβίζει…

ΓΙΑΝΝΗΣ Κ.ΤΣΕΝΤΟΣ

(Περιοδικό “Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΔΟΣ”, Ιούλιος – Αύγουστος 2018)

pmeletios.com/αντιγραφή