Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν, Δρος Θεολογίας.

   Ὅλα τὰ γεγονότα ποὺ ἁπαρτίζουν τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας δὲν θὰ εἶχαν καμμία ἀξία ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἠ Ἀνάσταση. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι αὐτὴ ποὺ τὰ καταξιώνει ὅλα, ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου. Καὶ τοῦτο διότι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σήμανε καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο ὅπου εἶχε εἰσέλθη μετὰ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων.

   «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας…». Ἐπάτησε καὶ θανάτωσε τὸν θάνατο ὁ Θεάνθρωπος Κύριος. Πῶς, ὅμως, πάτησε τὸν θάνατο καὶ γιατὶ οἱ ἄνθρωποι συνεχίζουν νὰ πεθαίνουν;

 Ἔλαβε πάνω στὸν Σταυρὸ τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων καὶ τὶς θανάτωσε. Καὶ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἔχει πλέον τὴν δύναμη καὶ τὴν δυνατότητα νὰ μὴν εἰσέρχεται στὸν αἰώνιο θάνατο ποὺ ἐπιφέρει ἡ ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ μετέχῃ στὴν Ἀνάσταση. Αὐτὸ εἶναι τὸ βαθὺ νόημα τοῦ «θανάτῳ θάνατον πατήσας», ὅτι πάτησε καὶ νίκησε τὸν θάνατο ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὄχι τὸν βιολογικὸ θάνατο.

   Ἡ ἁμαρτία γεννᾶ τὸν θάνατο, διότι ὡς παρακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀποκόπτει ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς ποὺ εἶναι Αὐτὸς ὁ Θεός «ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 11, 25). Ἀνάσταση εἶναι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐπανένωση μὲ τὸν Θεάνθρωπο. Ὅταν ἀπομακρύνεται καὶ βγαίνει ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος, ἀνασταίνεται, ἵσταται, πλέον, ἔξω ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ θανάτου.

   «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. 11, 25).

   Γι᾽ αὐτὸ πανηγυρίζουμε καὶ χαιρόμαστε γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Διότι ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀνίστατο ἡ ἁμαρτία θὰ μᾶς ὁδηγοῦσε, ὁπωσδήποτε, στὸν αἰώνιο θάνατο καὶ δὲν θὰ μᾶς βοηθοῦσε οὔτε ἡ Γέννηση οὔτε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐπίγειο παρουσία τοῦ Θεανθρώπου.

   Αὐτό, ὅμως, δὲν τὸ κατανοοῦμε καὶ πολλὲς φορὲς γλυκαινόμαστε καὶ ἐπιθυμοῦμε τὸν θάνατο. Ἀκούγεται λίγο παράξενο, ἀλλά, κάθε φορὰ ποὺ ὑποκύπτουμε στὴν ἁμαρτία καὶ δὲν ὑπακούομε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, δείχνουμε ὅτι ἀγαποῦμε καὶ ἐπιλέγουμε τὸν θάνατο. Προτιμοῦμε τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν αἰώνια Ἀνάσταση καὶ τὴν εἰσδοχή μας στὴν αἰώνια δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

   Δὲν εἶναι, λοιπόν, ἁπλὸ πρᾶγμα ἡ ἁμαρτία. Οὔτε εἶναι ἀστοχία, ὅπως διατείνονται πολλοί. Δὲν χάνει ὁ ἄνθρωπος ἁπλῶς τὸν στόχο του, ὁπότε μπορεῖ νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ μὲ κάποιον ἄλλο, ὅπως κήρυσσε ἡ Ἀρχαία Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ποὺ ἐκλάμβανε τὴν ἁμαρτία ὡς ἀστοχία. Ἡ ἁμαρτία εἶναι παρακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ γεννάει τὸν θάνατο, ὅποια κι ἂν εἶναι αὐτή. Μόνον ὁ Θεάνθρωπος μὲ τὴν Ἀνάστασή Του μᾶς ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ ὑπερβοῦμε αὐτὸν τὸν θάνατο. Κατὰ τὸν Ἅγιο Συμεὼν τὸν νέο Θεολόγο, ὅμως, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου πρέπει νὰ γίνῃ καὶ δική μας προσωπική, ἐσωτερικὴ Ἀνάσταση. «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι». Δὲν τὴν ἀκοῦμε δηλαδὴ ἁπλῶς ἢ πιστεύουμε ὅτι ἔγινε ἡ Ἀνάσταση, ἀλλὰ τὴν θεώμεθα, τὴν βλέπουμε. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τελεῖται ἡ Ἀνάσταση ἐντός μας. Θανατώνεται ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος μὲ τὰ πάθη, τὶς ἀδυναμίες καὶ ὅλες τὶς ἁμαρτίες του καὶ ἀνασταίνεται ὁ καινός, ὁ νέος ἄνθρωπος.

   Γιὰ νὰ συμβῇ αὐτὸ χρειάζεται νὰ συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: ἡ ὀρθὴ πίστη καὶ ἡ καθημερινὴ βίωσή της μὲ τὴν Μυστηριακὴ ζωή, τὴν προσευχή, τὴν μετάνοια καὶ τὸν ἐν γένει Ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ ἀσκητικὸ ἀγώνα. Ἔτσι θὰ συντελεσθῆ καὶ σὲ μᾶς ἡ θανάτωση τοῦ θανάτου τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ προσωπική μας ἀνάσταση.

   Αὐτὴ εἶναι ἡ βαθειὰ αἰτία τῆς χαρᾶς μας γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ χαρά, ὅμως, αὐτὴ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συνεχῶς στὴν ζωή μας. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ κάθε Κυριακή. Ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε Θεία Λειτουργία ἐπαναλαμβάνεται ἡ Ἀνάσταση, ὥστε νὰ μὴν τὴν λησμονοῦμε, θεωρώντας ὅτι συνέβη μόνον μία φορὰ καὶ ἔτσι νὰ τὴν ἑορτάζουμε ὡς ἁπλὸ ἱστορικὸ γεγονός.

   Τὸ πιστὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας πρέπει συνεχῶς νὰ βρίσκεται μέσα στὸν χῶρο τῆς ἀναστασίμου χαρᾶς, διότι ἔτσι θὰ μπορέση νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν παρακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἁμαρτία καὶ ἄρα ἀπὸ τὸν αἰώνιο πνευματικὸ θάνατο.