Κων/νος Αθ. Οικονόμου, δάσκαλος.

ΜΟΡΦΩΣΗ – ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ. Ο πατήρ Σάββας, ο Όσιος, ο νέος, ο εν Καλύμνω, γεννήθηκε το έτος 1862 στην Ηρακλείτσα της Ανατολικης Θράκης, από φτωχούς γονείς: τον Κωνσταντινο, που ασκουσε το επάγγελμα του μικροπωλητου και τη Σμαραγδή. Ηταν μοναχοπαίδι και κατά το βάπτισμα έλαβε το όνομα Βασίλειος. Από μικρή ηλικία ηταν πιστος και ευσεβής. Αφου τελείωσε τα εγκύκλια μαθήματα και φύλαξε τον εαυτό του καθαρό από κάθε μολυσμό, δεν συνέχισε τις σπουδές του στο γυμνάσιο, είτε διότι δεν ειχε τη δύναμη ο πατέρας του, είτε διότι ο ίδιος ο Βασίλειος δεν ειχε διάθεση περαιτέρω μορφώσεως. Έτσι, οι γονεις του του άνοιξαν ένα μικρό κατάστημα. Ο Βασίλειος, 12ετής πια, διαπίστωνε καθημερινά, ότι το επάγγελμα που ασκουσε δεν ηταν στη φύση του. Έπρεπε, λοιπόν, να κόψει το δεσμό που του δημιουργουσε αυτό με τον υλικό κόσμο και να προχωρήσει στο πέλαγος της χάριτος του Θεου. Ήθελε να ζήσει για τον Χριστό και μόνο. Η μητέρα του, μόλις πληροφορήθηκε τους πόθους του τον βεβαίωσε ότι «αν το κάνεις αυτό θ΄ αποθάνω».

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ ΤΑ ΕΓΚΟΣΜΙΑ. Στην απαλή ηλικία των 12 ετων αντιμετωπίζει τον μέγα τουτο προβληματισμό. Η έλξη του Θεου είναι ισχυρότατη, όπως και η κλίση του. Το «φύγε και σώζου» κυριάρχησε και έτσι, μία ημέρα ιστορική, για τον ίδιο, έβαλε το κλειδί του καταστήματος κάτω από μία πέτρα και κατέβηκε στο λιμάνι για να πραγματοποιήσει την απόφασή του. Κατευθύνεται προς το ευωδες περιβόλι της Παναγίας, το Άγιον Όρος. Εκει, εγκαταβιώνει στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου και απολαμβάνει τους πρώτους καρπούς των ιερων πόθων του. Στη Σκήτη αυτή δέχθηκε το βάρος της μοναστικης δοκιμασίας επί 12 έτη και ασκήθηκε στο έργο της αγιογραφίας και της βυζαντινης μουσικης.

ΜΕΤΑΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ. Μετά από προσευχή παίρνει την απόφαση να πάει στα Ιεροσόλυμα. Περνάει πρώτα από την γενέτειρά του και, επισκεπτόμενος τους γονεις του, αναγνωρίζεται από κάποιο σημάδι του μετώπου του. Ο πειρασμός θερμαίνεται και πάλι. Πάλι εμπόδια από τη μητέρα του. Φεύγει εν τέλει ο ακτήμων με τη βοήθεια πλουσίου ανδρογύνου, που πηγαίνει στους Αγίους Τόπους [1887]. Αφου προσκύνησε με δέος και ευλάβεια τους Αγίους Τόπους, εισέρχεται στην ιστορική Μονή του Χοτζεβα και γίνεται αδελφός αυτης.

ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ. Μετά τριετή ενάρετο και οσιακό βίο στη Μονή αυτή εκάρη το έτος 1890 Μοναχός. Οπλισμένος με την αγιαστική χάρη και θωρακισμένος με την αήττητη πανοπλία του αγγελικου σχήματος, το 1894 αποστέλλεται από τον Καθηγούμενο της Μονης στο Άγιον Όρος για να ασκηθει στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, υπό την καθοδήγηση του αειμνήστου Αρχιμανδρίτου Ανθίμου, στην αγιογραφία, προφανως για να ειδικευθεί στην τέχνη. Επανέρχεται μετά 3ετία στην Ι. Μ. Χοτζεβα και το 1902 προχειρίζεται σε διάκονο και το επόμενο έτος σε πρεσβύτερο. Διατελει επί ένα έτος (1906) εφημέριος της Θεολογικης Σχολης του Τιμίου Σταυρου, όπου γνωρίζεται με τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου και Αρχιεπίσκοπο Αθηνων και πάσης Ελλάδος. Ο Χρυσόστομος , ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνων, αποφαινομενος περί του Αγίου Σάββα, πριν ακόμα κοιμηθει και αναγνωριστεί η αγιότητά του, έλεγε στον Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό: «Να ξέρεις, Γεράσιμε, ότι ο πατήρ Σάββας είναι άγιος άνθρωπος». Το 1907 επανέρχεται στην Ιερά Μονή Χοτζεβα και ασχολείται, παράλληλα προς την έντονη πνευματική ενάσκησή του, με το την αγιογραφία.

ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Το 1916, ύστερα από 26 χρόνια περίπου παραμονης στους Αγίους Τόπους επέστρεψε στην Ελλάδα. Έφυγε από την έρημο του Ιορδάνου – όπου ζούσε «ως υψιπέτης αετός» τρεφόμενος ως πτηνό με μια κουταλιά βρεγμένο σιτάρι την ημέρα και νερό από τον ποταμό – διότι οι Άραβες πολεμουσαν τον ευλογημένο ερημικό βίο. Ευρισκόμενος στην Ελλάδα αναζητει νέα γη ασκήσεως. Κατά το έτος της επιστροφης του, φαίνεται ότι μετέβη στην Πάτμο. Αφου παραμένει εκει επί 2 έτη, πηγαίνει στο Άγιον Όρος, απ΄όπου κατέρχεται στην Αθήνα για να αγοράσει υλικά αγιογραφίας. Κατά το διάστημα αυτό και μέχρι μεταβάσεώς του στην Αίγινα φαίνεται ότι μετέβη στο ξερονήσι Παραπόλα και στην Ύδρα. Στην Αθήνα συναντα υποτακτικό του Αγίου Νεκταρίου, ο οποιος τον πληροφορεί ότι τον αναζητεί. Απ΄αυτό συνάγεται ότι οι δύο άγιοι είχαν προηγούμενη γνωριμία. Από την Αθήνα, λοιπόν, πηγαίνει στην Αίγινα, όπου διακονει τον άγιο Νεκτάριο μέχρι την κοίμησή του. Η συγκαταβίωσή του με τον Άγιο Νεκτάριο συνέβαλε πολύ στην περαιτέρω πνευματική πρόοδο του οσίου. Γνώρισε την αυστηρά άσκηση του αγίου Νεκταρίου, τους πολέμους των μικρων ανθρώπων, αλλά και την αναμφισβήτητη αρετή του, την παροιμιώδη ταπείνωση και απλότητά του. Ειδε τη θεία κοίμησή του, τα έκδηλα σημεια του αγίου μύρου και της ευωδίας, αλλά κυρίως της θαυματουργικής χάριτος. Στην Αίγινα παραμένει μέχρι το έτος 1926. Αναχωρει για την Αθήνα, διότι στη Μονή προσέρχεται πολύς κόσμος και ο θόρυβος τον κουράζει. Στην Αθήνα συναντα τον Γεράσιμο Ζερβό, ο οποίος τον φιλοξενεί στο σπίτι του και τον πείθει τελικά να μεταβεί στην Κάλυμνο.

ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΜΝΟ. Το ίδιο έτος (1926) φθάνει στην Κάλυμνο, όπου μετά από κάποια έρευνα-περιπλάνηση εγκαταβιώνει οριστικά στην Ιερά Μονή Αγίων Πάντων. Σ΄αυτή τη Μονή, της οποίας τυγχάνει κτήτορας, ειχε ασκητεύσει και ο ενάρετος και διορατικός Ιερομόναχος π. Ιερόθεος Κουρούνης. Ο πνευματικότατος λειτουργός αυτός του Υψίστου, προ της κοιμήσεώς του, παρηγορώντας τις λυπημένες αδελφές ειπε: «μετ΄ολίγον θα έλθη εδώ ανώτερός μου». Και πράγματι επαληθευτηκαν τα λόγια του. Ο π. Σάββας, ευθύς μετά την εγκατάστασή του στην Ιερά Μονή των Αγίων Πάντων, κτίζει με τη βοήθεια του Γεράσιμου Ζερβου τα επάνω κελλιά και αρχίζει μία έντονη πνευματική ζωή. Αγιογραφει, τελεί τα θεια Μυστήρια και τις ιερές Ακολουθίες, εξομολογει, διδάσκει με το στόμα και το παράδειγμά του και βοηθα χηρες, ορφανά και φτωχούς. Ζει με ταπείνωση, άσκηση και προσφορά, ώστε το αγγελικό παράδειγμά του να ενθυμουνται με δάκρυα και συγκίνηση όσοι τον γνώρισαν. Πάντοτε δε θα επικαλούνται με πίστη τη χάρη του στις ποικίλες δοκιμασίες της ζωης τους. Πρόθυμος όταν ζουσε, προθυμότατος μετά την κοίμησή του.

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ. Ηταν επιεικής και εύσπλαγχνος στις αμαρτίες των άλλων, δεν ανεχόταν την βλασφημία και την κατάκριση. Αυτά τα δύο πολύ τον τάρασσαν. Η σκληρή άσκησή του του χάρισε την ευωδία του σώματός του, αλλά και την ασθένεια. Το πέρασμά του ηταν ευωδες. Αυτή η ευωδία θα εξέλθει και από το μνημα του κατά την εκταφή του. Όπως σ΄όλους τους ανθρώπους του Θεου, έτσι και από τον π. Σάββα δεν έλλειψε «ο σκόλοψ τη σαρκί». Υπέφερε από προστάτη και σοβαρά κοιλιακή πάθηση. Για τον προστάτη έκανε εγχείρηση και θεραπεύτηκε. Όταν του έλεγαν να πάει στην Αθήνα να θεραπευτεί και για το κοιλιακό νόσημα, απαντουσε: «Αυτό, παιδί μου, θα μας σώση, τίποτε άλλο δεν κάναμε. Αυτό είναι το καλό που θα μας πάει στον Παράδεισο. Ο Θεός είναι μεγάλος». Ο π. Σάββας αγαπουσε όλους τους ανθρώπους και κατέβαλλε προσπάθεια για τη μετάνοιά τους και επιστροφή τους στον Χριστό. Η αγάπη του ηταν ειλικρινής και πηγαία. Ηταν δε αφιλοχρήματος. Ουδέποτε κρατούσε χρήματα. Από την αγιογραφία και τα μυστήρια ό,τι λάμβανε τα έδινε στους φτωχούς, στις χηρες και τα ορφανά. Η ζωή του ήταν μία συνεχής κατάσταση αγίας υπακοης. Ο μακάριος, για κάθε πνευματικό πρόβλημα ελάμβανε άνωθεν την πληροφορία και έτσι βάδιζε επί του ασφαλους. Ειχε πολλούς πειρασμούς και χάλασε πολλές παγίδες του διαβόλου.Ηταν χαριτωμένος και ευλογημένος από τον Κύριο. Πραος, ανεξίκακος, άδολος, υπάκουος και πονετικός.

ΤΟ ΟΣΙΑΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ. Όταν πλησίαζε η μέρα της κοιμήσεώς του, βρισκόταν σε άκρα περισυλλογή και ιερά κατάνυξη. Επί τρεις ημέρες δεν εδέχθη κανένα. Βρισκόταν πια στο στάδιο της ιερας μεταστάσεώς του. Έδωκε τις τελευταιες συμβουλές και εζήτησε την εν Χριστω αγάπη και υπακοή. Όταν ο επιθανάτιος ρόγχος τον κατέλαβε και επί μακρόν συνεχίζετο, ξαφνικά λαμβάνει δυνάμεις, ενώνει τα ευλογημένα χέρια του και χειροκροτεί επανειλημμένα, σαν ένα μικρό αθώο χαρούμενο παιδάκι, ενώ από τα χείλη του εξέρχονται οι τελευταιες ιερές φράσεις: «Ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος». Ηταν η βεβαίωση της θείας πορείας του. Ηταν το κύκνειο ασμα της θεοφιλους ζωης του. Την ώρα εκείνη ολίγες μόνον μοναχές περιέβαλαν μία αγία μορφή, έναν θαυμάσιο αγωνιστή της πίστεως και της ευσεβείας, έναν οικιστή του Παραδείσου. Ο ουρανός γνώρισε τη μετάστασή του και πανηγύριζε. Έτσι, η γη χάρισε στον ουρανό τον άγιο αυτό βλαστό της και ο ουρανός αποδέχθηκε την ιερά αυτή προσφορά. Είθε και εμεις, μιμούμενοι, κατά το δυνατόν, τις αρετές του Αγίου Σάββα του νέου, του θαυματουργου, αλλά και με τις πρεσβειες του να αξιωθούμε της Ουρανίου Βασιλείας. Αμήν.