1.
Ἀντώνιος Ρωμαῖος, Ἀρχιμανδρίτης.
Ἡ παραβολή αὐτή εἶναι ἡ διατύπωση τῆς πιό μεγάλης καί τῆς πιό ὁλοκληρωμένης καμπύλης πού διαγράφει ἡ ἀνθρώπινη ἀσωτεία.
Μέσα σ\’ αὐτήν τήν παραβολή ὁ Κύριος μᾶς δίνει νά κατανοήσουμε ὅλες τίς συντεταγμένες τῆς ἀνθρώπινης ἀσωτείας. Καί ὁ πρῶτος υἱός ὁ νεώτερος, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι τό σύμβολο τῆς ὁρατῆς, τῆς ἐμφανοῦς ἀσωτείας, ἐνῶ ὁ πρεσβύτερος υἱός εἶναι τό σύμβολο τῆς ἀφανοῦς ἀσωτείας.
Τό 15ον κεφάλαιον τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, περιλαμβάνει καί ἄλλες παραβολές, ὅπως τοῦ «ἀπολωλότος προβάτου», «τῆς ἀπωλεσθείσης δραχμῆς», τήν ὁποία ἀκολουθεῖ αὐτή τοῦ \’Ασώτου υἱοῦ. Μέ αὐτήν τήν παραβολή ὁ Κύριος ἀπαντοῦσε στούς ἐπικριτές Του, γιατί ἦταν «φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν».
Ἄς πάρουμε τά πράγματα μέ τή σειρά:
Ὁ Πατέρας ἔχει δυό παιδιά. Εἶναι χαρακτηριστικό σύμβολο ὅτι τή θέση τοῦ Πατέρα παίρνει ὁ Θεός. Τά δυό παιδιά εἶναι οἱ δύο βασικές κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων: Αὐτοί πού θέλουν νά ζοῦν χωρίς τό Θεό καί αὐτοί πού θέλουν νά ζοῦν «ἐν Θεῷ». Στήν παραβολή βέβαια ἔχουμε τό προβάδισμα τοῦ νεώτερου Υἱοῦ, ὁ ὁποῖος ζητάει ἀπό τόν Πατέρα τήν περιουσίαν πού τοῦ ἀνήκει. Ὁ Κύριος λέει ὅτι ὁ Πατέρας «διεῖλεν αὐτοῖς τόν βίον». Δέν λέει ὅτι ἔδωσε στό μικρό Υἱό αὐτό πού τοῦ ἀνῆκε, ἀλλά λέει ὅτι ἔδωσε καί στά δυό παιδιά, αὐτό πού τούς ἀνῆκε.
Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔχουμε τή θεολογική τοποθέτηση ὅτι, ὁ Πανάγαθος Πατέρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων προικίζει μέ τά ἴδια προσόντα ὅλους τούς ἀνθρώπους. Δίνει σέ ὅλους τό αὐτεξούσιο, τήν ἐλευθερία, δίνει τά ψυχικά, τά σωματικά καί τά πνευματικά χαρίσματα, δίνει τίς δυνατότητες -πάντοτε μέσα σέ κάποιο περιβαλλοντικό πλαίσιο, σέ κάποια χωροχρονική συντεταγμένη- δίνει τίς προϋποθέσεις στόν ἄνθρωπο νά ὑπάρξει καί νά λειτουργήσει τήν ὕπαρξή του, τήν προσωπικότητά του, μέ αὐτεξουσιότητα καί ἐλευθερία.
Ὁ ἕνας λοιπόν Υἱός παίρνει τήν περιουσία του καί φεύγει μακριά καί ἐκεῖ τήν διασκορπίζει μέ ζωή ἄσωτη, σπάταλη, ἁμαρτωλή.
Δέν μᾶς λέει ἡ παραβολή τί ἔκανε ὁ Πρεσβύτερος, ἀλλά ἀπό τήν ἐξέληξι τῆς διη γήσεως εἶναι σαφές ὅτι, ἐφόσον τοῦ ἐδόθη ἡ περιουσία τήν πῆρε, ἀλλά δέν θέλησε νά ἀποχωριστεῖ ἀπό τόν Πατέρα. Κράτησε ὁ δεύ τερος Υἱός τήν θέση πού εἶχε στήν οἰκογένεια καί νομιμόφρων, ὑποτατεταγμέ νος, ἐργατι κός καί ἐπιμελής συνέχισε νά ζεῖ μέ τόν Πατέρα στό ἴδιο σπιτικό.
\’Ενῶ ὅμως φαίνεται ἀπό τήν παραβολή ὅτι ὁ νεώτερος Υἱός φεύγει καί χωρίζεται ἀπό τόν Πατέρα, ὁ Πρεσβύτερος Υἱός δημιουργεῖ ἕναν ἄλλο χωρισμό πού δέν φαίνεται.
Ὁ Πατέρας παράλληλα δείχνει πώς ζεῖ τόν πόνο τοῦ χωρισμοῦ τοῦ νεώτερου Υἱοῦ, πώς πονάει, ἐνδιαφέρεται καί προσδοκᾶ τήν ἐπιστροφή του.
Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός, ὅπως διαφαίνεται στή συμπεριφορά του στό τέλος τῆς παραβολῆς, ἀπορρίπτει τόν νεώτερο Υἱό. Ἀπορρίπτει τόν ἀδελφό του, τόν ξεχνάει. Ἀρχίζει νά διαφοροποιεῖ τήν συμπεριφορά του ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ του. Δέν συμβαδίζει μέ τόν Πατέρα στά αἰσθήματα, στό σεβασμό τῆς προσωπικότητας, στήν ἀγάπη. Κι αὐτός ὁ χωρισμός δέν φαίνεται. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη μορφή τῆς κρυφῆς ἀσωτείας.
Εἶναι ἀσωτεία τό ὅτι ὁ πρεσβύτερος Υἱός δέν τρέφει τά αἰσθήματα, τή σκέψη, τά φρονήματα, τή λαχτάρα, τήν ἀγωνία, τήν ἀγάπη γιά τόν ἀδελφό του. Ὅλα αὐτά δηλαδή πού τρέφει ὁ Πατέρας γιά τό νεώτερο παιδί Του.
Ὁ ἄνθρωπος χωρίς τό Θεό ἀρχίζει νά ζεῖ τή ζωή του, νά ὑπάρχει γιά τήν ἡδονή, νά τρυγᾶ τόν καρπό της μέχρι τό τέλος καί νά ἐξαντλεῖ τίς ψυχοσωματικές του δυνάμεις σ\’ αὐτό τό κυνηγητό τῆς ἡδονῆς. \’Εξαχρειώνεται καί βάζει τόν ἑαυτό του στήν κατάσταση τοῦ ὑποβαθμισμένου ὄντος, ἀκόμα πιό κάτω καί ἀπό τά ζῶα. Δέν ἔχει τή δυνατότητα νά φάει οὔτε τήν τροφή τῶν ζώων πού βόσκει.
Ὅλα αὐτά εἶναι συμβολικά καί φανερώνουν ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού κυνηγάει τήν ἡδονή εὐτελίζεται, μειώνεται διαρκῶς μέχρι πού ἄν δέν μετανοήσει καταστρέφεται.
«Δαπανήσαντος δέ αὐτοῦ τά πάντα… οὐδείς ἐδίδου αὐτῷ…». Μέχρι ἐδῶ διαγράφεται σ\’ αὐτούς τούς στίχους ὅλη ἡ ἐξαχρείωση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας, ἡ ὁποία θέλει νά ζήσει μακριά ἀπό τό Θεό, μέ τήν σπατάλη τῶν χαρισμάτων, σέ μιά «φιλία» μέ τούς ἀνθρώπους. Φιλία πού δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά παράχρηση ἤ κατάκριση τοῦ ἑνός ἀπό τόν ἄλλο. Αὐτή ἡ φιλία δέν εἶναι βοηθητική, εὐφρόσυνη. Προκαλεῖ εὐχαρίστηση στά αἰσθητήρια, ἀλλά δέν εὐφραίνει πνευματικά, δέν παραμένει μετά ἀπό αὐτές τίς παραχρήσεις καί καταχρήσεις, δέν ἀφήνει τίποτα πού νά γεμίζει τόν ἄνθρωπο.
Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός φαίνεται -ἀπό τήν εἰκόνα πού μᾶς δίδεται στό τέλος- ὅτι εἶναι ἄνθρωπος τοῦ μόχθου, τῆς νομιμότητας, τῆς ὑποταγῆς στό Θεό. Διατηρεῖ ἐπίσης μέσα του τήν ἐπιθυμία τῆς ἀπολαύσεως, τὴς εὐφροσύνης, ἀλλά δέν τήν φανερώνει. Δέν τήν ἀνακοινώνει. Δέν τήν διεκδικεῖ. Δέν ζητάει τίποτα ἀπό τόν Πατέρα. Τήν στερεῖται φαινομενικά ἑκουσίως· ἀλλά μέσα του τήν κρατάει ὁλοζώντανη. Εἶναι κάτι πού τό ζῆ ἔξω ἀπό τή σχέση Του μέ τόν Πατέρα. Ἐδῶ διαφαίνεται μιά ἄλλη πλευρά τῆς ἀσωτείας.
Εἶναι «ἀσωτεία» τό νά κρατᾶμε ἐπιθυμίες, θελήματα, δικαιώματα, σκέψεις, πού δέν τολμᾶμε νά ἀνακοινώσουμε στό Θεό Πατέρα, πού δέν μποροῦμε νά τά κάνουμε προσευχή.
Κι αὐτή ἡ ἀσωτεία εἶναι πολύ βαθιά μέσα μας, πού μᾶς ἐξαχρειώνει χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε. Ἐνῶ ἡ ἄλλη πλευρά τοῦ νεώτερου Υἱοῦ εἶναι τόσο φανερή καί κραυγαλέα.
Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός ζῆ ἔντονα αὐτή τήν κατάσταση, «τοσαῦτα χρόνια δουλεύω σοι…» κι αὐτό φανερώνεται μέ τό λόγο του. Ὄχι μόνον λοιπόν ἔχει ζωντανή αὐτή τήν ἐπιθυμία, ἀλλά μέσα στήν ἀπομόνωσή του, μέσα στήν αὐτονόμησή του τήν κρυφή, κάνει αὐτή τήν ἐπιθυμία κριτήριο γιά νά ἀναπτύξει τήν ἐπιθετικότητα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὅταν ἀργότερα \’Εκεῖνος θά δείξει τή στοργή Του στόν νεώτερο Ἄσωτο Υἱό πού ἐπιστρέφει.
2.
Ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
Ἰωὴλ Φραγκᾶκος. Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας.
‹‹Ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν››
Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου, ποὺ διαβάζεται σήμερα στὶς Ἐκκλησίες, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ὡς ἕνα μαργαριτάρι ἀνάμεσα στὶς παραβολὲς ἢ ὡς Εὐαγγέλιο ἀνάμεσα στὸ Εὐαγγέλιο. Μερικοὶ τὴν ὀνομάζουν παραβολὴ τοῦ πρεσβύτερου (μεγαλύτερου) υἱοῦ. Πράγματι, χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ στάση τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ, ὅταν ἦλθε στὸ σπίτι καὶ πληροφορήθηκε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νεότερου ἀδελφοῦ του.Δὲν ἤθελε νὰ μπεῖ καὶ κατηγοροῦσε τὸν πατέρα του ὅτι τάχα τὸν ἀδικεῖ. Ἡ κατηγορία ἑστιαζόταν στὸ ὅτι αὐτὸς δούλευε νύχτα καὶ ἡμέρα καὶ δὲν ἀμειβόταν ἐπαρκῶς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἄσωτο υἱὸ ποὺ ἔφαγε τὸ βίο του μετὰ πορνῶν, καὶ στὸ τέλος, ὅταν γύρισε, ἔτυχε καὶ καλῆς ὑποδοχῆς. Ἂς δοῦμε τὸν πρεσβύτερο υἱὸ τῆς παραβολῆς.
Ποιὸς εἶναι ὁ πρεσβύτερος υἱός;
Οἱ περισσότεροι ἑρμηνευτὲς λέγουν πὼς ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἦσαν οἱ Φαρισαῖοι.Ἐπειδὴ οἱ τελῶνες κι οἱ ἁμαρτωλοὶ πλησίαζαν τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ἄκουγαν, καὶ προφανῶς μερικοὶ μετανοοῦσαν, αὐτὸ δὲν ἄρεσε στοὺς Φαρισαίους. ‹‹Διεγόγγυζον οἳ τε Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς λέγοντας ὅτι οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς›› (Λουκ.15,2). Ἡ κατηγορία αὐτὴ ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ ἦταν μόνιμη καὶ διαρκῆς, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τέτοιου εἴδους παραβολές, ὅπως τοῦ χαμένου προβάτου καὶ τῆς χαμένης δραχμῆς, προσπάθησε νὰ τοὺς ἀλλάξει τὴν ἀντίληψη. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει πὼς ‹‹πάντα ἐστὶν φορητὰ διὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀδελφού››, δηλ. ὅλα εἶναι ἐπιτρεπτὰ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ μας. Τόσο περισπούδαστη εἶναι ἡ ψυχὴ κάθε ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸ Θεό, ὥστε νὰ θυσιάσει καὶ τὸν Υἱό Του, τὸ μόσχο τὸ σιτευτό, γιὰ τὴ σωτηρία μας.
Μία ἄλλη ἑρμηνεία τοῦ πρεσβύτερου εἶναι καὶ ἡ ἀκόλουθη. Ὁ υἱὸς αὐτὸς συμβολίζει τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ Ἅγιοι αὐτοί, ποὺ βάσταξαν τὸ βάρος καὶ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ ποὺ δούλεψαν στὸν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου ἀπ’ τὴν πρώτη ὥρα, αὐτοὶ ποὺ ὑπάκουσαν στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀπαιτοῦν νὰ ἐφαρμοσθεῖ δικαιοσύνη. Νὰ ἀμείψει ὁ Θεὸς τοὺς εὐσεβεῖς ἢ νὰ καταδικάσει τοὺς ἀσεβεῖς. Οἱ Ἅγιοι μένουν κατάπληκτοι μπρὸς στὴ μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ ἀμέσως αὐτοὺς ποὺ ἐπιστρέφουν μετανοώντας σ’Αὐτόν. Μάλιστα τοὺς δίνει τὰ ἴδια δῶρα ποὺ χαρίζει καὶ στοὺς Ἁγίους. Σὰν νὰ διαμαρτύρονται οἱ Ἅγιοι (παραβολικὰ βέβαια ὅλα αὐτὰ κι ὄχι πραγματικά), ποὺ ὁ Θεὸς δείχνει μία ‹‹σκανδαλιστική›› συμπεριφορὰ ἐλέους καὶ εὐσπλαχνίας στοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀποδεικνύεται ἔτσι πὼς ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.
Μία παρανόηση τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων
Πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐργάζονται πνευματικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, αἰσθάνονται μία ὑπεροχὴ ἀπέναντι στοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ δὲν μποροῦν νὰ παραδεχθοῦν πῶς μπορεῖ κι οἱ ἁμαρτωλοὶ νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἀλλάξουν ζωὴ καὶ στὸ τέλος νὰ σωθοῦν. Νομίζουν πὼς ἔχουν περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπέναντι στὸ Θεό. Ἔχουν, λένε, κάνει καλὰ ἔργα καὶ δὲν πρόδωσαν ποτὲ τὴν ἐμπιστοσύνη τους στὸ Θεό. Ὅμως ἔρχεται ὁ Κύριος καὶ τονίζει πὼς ἡ μετάνοια εἶναι πιὸ σπουδαία ἐργασία ἀπὸ τὰ νομιζόμενα καλά μας ἔργα. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα πολλῶν ἢ λίγων καλῶν πράξεων.
Ἄλλα τὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ κρίνει καὶ καταδικάζει σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ βλέπει, καὶ ἄλλα τὰ μέτρα τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια ὁ ληστὴς ἢ ἡ πόρνη ἢ ὁ τελώνης ἢ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ σωθοῦν. Ὁ Θεὸς ὅμως μὲ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη Του καὶ μὲ τὸ μέτρο τῆς δικαιοσύνης Του τοὺς σώζει. Ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ἔλεγε: ‹‹Μπορεῖ ὁ θεὸς νὰ ὀνομάζεται δίκαιος, ἀλλὰ περισσότερο εἶναι χρηστὸς καὶ ἀγαθός››. Ἀπὸ μᾶς ζητάει νὰ Τοῦ δώσουμε τὸν ἑαυτό μας. Νὰ Τοῦ δώσουμε ὅλην τὴν πνευματικὴ ἰκμάδα καὶ ζωντάνια μας. Ἕνας ἀναστεναγμὸς ἔχει μεγαλύτερη βαρύτητα, ὅταν προέρχεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μας, παρὰ ἕνα δοχεῖο συναισθηματικὰ δάκρυα, ἔλεγε ὁ Γέροντας Παίσιος. Ἂς πλησιάσουμε τὸν Θεὸ μὲ ταπείνωση καὶ μὲ διάθεση συντριβῆς τοῦ ἐγωισμοῦ μας, γιὰ νὰ σωθοῦμε.
3.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Οὐράνιου Πατέρα.
Γέρων Ἐφραίμ Αριζονίτης, Προηγούμενος Ἱ. Μ. Φιλοθέου.
Ὁ Θεός μας εἶναι ἀγάπη καὶ «ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ». Ὅποιος Χριστιανὸς δὲν ἔχει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καρδιά του, δὲν ἔχει ζωὴ Χριστοῦ στὴν ψυχή του. Αὐτὸ τὸ μεγάλο ἔργο τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ κατέβει ὁ Θεός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ νὰ γίνει ἄνθρωπος, νὰ λάβει σάρκα, νὰ κατοικήσει ἀνάμεσά μας, νὰ μᾶς πλησιάσει, δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ ἀπέραντη φιλανθρωπία τῆς θείας ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς προστατεύει καὶ μᾶς φροντίζει γιὰ ὅλα. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἁμαρτάνουμε καὶ λυποῦμε τὸν Θεό. Ἀσεβοῦμε πολλάκις, ἀλλὰ ἡ φιλανθρωπία Του εἶναι ἀπέραντη καὶ ὅλα τὰ συγχωρεῖ. Ὅλοι μας, καὶ πρῶτος ἐγώ, ἔχουμε λυπήσει αὐτὴ τὴν μεγάλη καρδιὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ λέγεται ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ προσέξουμε στὴν ζωή μας, στὸν βίο μας, καὶ στὴ συνέχεια νὰ μὴν Τοῦ δώσουμε ξανὰ τὴν πίκρα τῆς ἁμαρτίας.
Ἡ παραβολὴ τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, εἶναι μία ὅσο γίνεται ἀκριβέστερη ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ Πατέρα πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο. Ἐκεῖ βλέπουμε ὅτι ὁ ἄσωτος υἱός, ποὺ ἀπεικονίζει κάθε ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο πάνω στὴ γῆ, ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα του νὰ τοῦ δώσει τὸ μέρος ποὺ τοῦ ἀνήκει ἀπὸ τὴν πατρικὴ περιουσία ὡς υἱός. Βέβαια πάρα πολὺ ἄφρονα, ἄμυαλα ζήτησε νὰ πάρει τὸ μερίδιό του καὶ ν’ ἀποσπαστεῖ ἀπὸ τὴν πατρικὴ στέγη, ἀπὸ τὴν πατρικὴ ἀγάπη, ἀπὸ τὴν πατρικὴ φροντίδα. Καὶ νομίζοντας ὅτι εἶναι ἱκανὸς μόνος του νὰ φροντίσει περὶ τῆς ζωῆς του, ἔφυγε καὶ ἡ ἀμυαλοσύνη πληρώθηκε πάρα πολὺ ἀκριβά. Ὅπως διαλαμβάνει τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιό μας, ὁ ἄσωτος αὐτὸς υἱὸς κατασπατάλησε ὅλη αὐτὴ τὴν περιουσία ζῶντας μία ἁμαρτωλὴ ζωή.
Ἡ ἁμαρτωλὴ ζωὴ γεννᾷ θάνατο. Ὁ μισθὸς τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ ψυχικὸς θάνατος καὶ πολλάκις γίνεται αἰτία νὰ πεθάνει κανεὶς καὶ σωματικά. Ὁ ἄσωτος υἱὸς ἀφοῦ σπατάλησε ὅ,τι εἶχε πάρει σὰν περιουσία, κατήντησε νὰ βόσκει χοίρους καὶ νὰ ζεῖ μὲ τὰ ξυλοκέρατα τῶν χοίρων. Δηλαδὴ ὅταν ὁ ἄνθρωπος πάρει τὴν περιουσία τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἀξιωθεῖ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, μετά, ὅταν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴ Χάρη, διότι διέκοψε αὐτὴ τὴν ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, καταντᾷ νὰ γίνει σκεῦος τοῦ διαβόλου, σκεῦος τῆς ἁμαρτίας, «ζῶν ἀσώτως» μακρὰν τοῦ Θεοῦ, κυλιόμενος συνεχῶς ἀπὸ ἁμαρτία σὲ ἁμαρτία.
Βλέπουμε πάλι στὴν παραβολή, ὅτι ὁ ἄσωτος κάποια στιγμὴ ἦρθε στὸν ἑαυτό του, κατάλαβε τὸ λάθος του. Ὅταν ἔπραττε τὴν ἁμαρτία φαίνεται ὅτι ἦταν ἐκτὸς ἑαυτοῦ, ἐκτὸς λογικῆς, ἐκτὸς συνέσεως καὶ σωφροσύνης. Ἦρθε στὸν ἑαυτό του -λέει ὁ Χριστός μας- καὶ εἶπε, σκέφθηκε, συλλογίστηκε: «πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων; Ἐγὼ ἐδῶ στὰ ξένα χάνομαι καὶ ἀπόλλυμαι. Καλύτερα νὰ γυρίσω πίσω καὶ δὲν θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν πατέρα μου νὰ μὲ ἀποκαλεῖ παιδί του, διότι δὲν εἶμαι ἄξιος, ἀλλὰ θὰ τοῦ πῶ νὰ μὲ λογίσει ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες του. Αὐτοὶ περνοῦν τόσο καλὰ ἐκεῖ, νὰ γίνω καὶ ἐγὼ ἕνας τέτοιος, μοῦ ἀρκεῖ αὐτό. Δὲν ἔχω πρόσωπο νὰ τοῦ ζητήσω υἱοθεσία διότι ἀπώλεσα τὴν ἀξιοπρέπεια τῆς υἱοθεσίας. Διότι σπατάλησα ὅ,τι εἶχα ἀπὸ τὸν πατέρα μου, μοῦ ἀρκεῖ νὰ ἐπιστρέψω».
Αὐτὰ καὶ τόσα ἄλλα σκέφθηκε καὶ ἔβαλε ἀπόφαση νὰ ξεκινήσει. Πρὶν ἀκόμα ξεκινήσει, ὁ πατέρας του τὸν περίμενε ἔξω μὲ ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκάλη του. Τόσο πολὺ εἶναι ἕτοιμος ὁ Θεὸς νὰ δεχτεῖ ἕναν ἁμαρτωλό. Πῆρε ὁ ἄσωτος τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, τῆς σωτηρίας, πῆρε τὸν δρόμο τὸν ἴσιο καὶ ἔφτασε στὸ πατρικὸ σπίτι του. Ὁ πατέρας ἀμέσως τὸν ἀγκάλιασε, τὸν φίλησε, ἔκλαψε ἐπάνω του, ἔκλαψε καὶ ὁ ἄσωτος, καὶ ἄρχισε νὰ τοῦ λέει: «Ἥμαρτον, πάτερ, εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, δὲν εἶμαι ἄξιος κληθῆναι υἱός σου, ἀλλὰ ποίησόν μὲ ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».
Τί ἀπαντᾷ ὁ Πατέρας;
«Ξέχασέ τα ὅλα ὅ,τι ἔκανες. Μοῦ ἀρκεῖ ἡ ἐπιστροφή σου, μοῦ φτάνει ὅτι γύρισες στὸ σπίτι. Ἤσουν πεθαμένος καὶ ἀνέζησες, χαμένος καὶ εὑρέθῃς. Αὐτὸ φτάνει. Τὰ κρίματα ὅλα, τὰ σφάλματα, τὴ σπατάλη τῆς περιουσίας, ὅλα ξέχασέ τα».
Ἀμέσως διατάζει λουτρό. Ἀφοῦ ἔκανε λουτρό, τὸν ἔντυσε τῆς υἱοθεσίας τὴν παλιὰ στολή, διέταξε νὰ τοῦ βάλουν δαχτυλίδι στὸ χέρι του. Τὰ πάντα ἄλλαξαν, καὶ ἐκεῖ ποὺ ἦταν βρώμικος, βοσκὸς χοίρων, σὲ μιὰ στιγμή, μὲ τὴν ἐπιστροφή, ἔγινε παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Ἔγινε παιδὶ Βασιλέως. Ὁλόλαμπρος, στολισμένος. Δὲν τὸ περίμενε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ὁ πατέρας τόση στοργή; Τόση ἀγάπη; Τόση ἀλλαγή; Τί ματαιοφροσύνη καὶ τί πλάνη, σκέφθηκε ὁ ἄσωτος, ποὺ εἶχα, ὅταν ἤμουν μακριά του! Τελικὰ διέταξε νὰ σφαγεῖ ὁ μόσχος ὁ σιτευτὸς καὶ ν’ ἀρχίσει ἡ συναυλία τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Καὶ ἄρχισε ἡ πανήγυρις. Τὰ πάντα ἔλαμπαν μέσα στὸ παλάτι τοῦ πατέρα καὶ αὐτὸς εἶχε βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς σωτηρίας του. Ὁ δὲ πατέρας ἐκαλλωπίζετο στὴν ἀνάζηση τοῦ παιδιοῦ του, καὶ ἦταν ὅλος χαρὰ καὶ εὐφροσύνη.
Αὐτὸ εἶναι μία εἰκόνα ἐλάχιστη ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο. Ὁ Πατέρας ὁ Οὐράνιος εἶναι πανέτοιμος ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέψει καὶ ζητήσει τὴν συγνώμη καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὸν σώφρονα βίον, εἶναι ἕτοιμος, πανέτοιμος, νὰ συγχωρήσει καὶ νὰ ξεχάσει τὰ πάντα. Ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔρθει στὸν ἑαυτό του, νὰ καταλάβει τὰ σφάλματά του, νὰ ταπεινώσει τὸ φρόνημα, ν’ ἀναγνωρίσει ὅτι ἔσφαλε, καὶ ὁ Θεὸς θὰ τοῦ πεῖ: Ξέχασέ τα ὅλα, παιδί μου, φτάνει ποὺ γύρισες. Ὅλα τὰ συγχωρῶ, ἀρκεῖ ποὺ γύρισες κοντά μου.
Ἔρχεται καὶ ὁ ἄλλος, ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Διάβολος μὲ τὴ μεγάλη του πανουργία, μὲ τὴν τέχνη του, μὲ τὴ μαστοριά του, καὶ σφυρίζει στὸ αὐτὶ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ τοῦ λέει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν σὲ συγχωρεῖ, εἶσαι πολὺ ἁμαρτωλός. Ἔκαμες ἐγκλήματα. Τώρα σὲ περιμένει μεγάλη τιμωρία καὶ κόλαση, μὴν πλησιάζεις τὸν Θεὸ καθόλου, δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ σηκώσεις τὰ μάτια σου, νὰ προσευχηθεῖς καὶ νὰ ζητήσεις συγνώμη. Ὁ Θεὸς εἶναι ὀργισμένος, καὶ τόσα ἄλλα.
Ὁ ἁμαρτωλὸς δὲν πρέπει νὰ πιστέψει σ’ ὅλα αὐτά. Διότι ἕνας πατέρας, μία μητέρα, ὅταν ἐπιστρέψει τὸ παιδί της ἀπὸ μία ἁμαρτία, ἀπὸ μία ἄσωτη ζωή, ποὺ νὰ τὴν εἶχε προηγουμένως ὑβρίσει, νὰ τὴν εἶχε δείρει, νὰ τὴν εἶχε σπρώξει, νὰ τὴν εἶχε μουτζώσει, χτυπήσει, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπιστρέψει, ἡ μητέρα ἀμέσως θὰ τὸ ἀγκαλιάσει τὸ παιδί, θὰ τοῦ δώσει συγνώμη, δὲν θὰ λογιστεῖ τίποτα κακό, ἀρκεῖ ποὺ τὸ παιδί της γύρισε στὸ σπίτι μετανοιωμένο. Ἐὰν μία μητέρα μ’ ἕνα μόριο ἀγάπης, δίνει τόση συγνώμη καὶ τόσο ἔλεος στὸ παραστρατημένο καὶ μετανοιωμένο παιδί της, πόσο μᾶλλον ὁ Θεός, ὁ ἄπειρος στὴν ἀγάπη, θὰ δώσει συγνώμη καὶ ἔλεος καὶ φιλανθρωπία; Δὲν πρέπει νὰ δώσουμε ἀκρόαση στοὺς ψιθυρισμοὺς τοῦ ἀποστάτη διαβόλου. Αὐτὸς δὲν ἔμαθε τὴν ταπείνωση, δὲν γνωρίζει τί θὰ πεῖ ταπείνωση, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ σκηνώσει στὸν λογισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ταπείνωση, ἀμέσως γεννᾷται ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἄρα ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἐκεῖνα τὰ κακὰ ποὺ μᾶς κρατᾶνε μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Τὴν εἰκόνα τοῦ ἀσώτου υἱοῦ νὰ τὴ ζήσουμε μέσα στὴ σκέψη καὶ τὴν καρδιά μας καὶ θὰ ἀντλήσουμε, ἢ μᾶλλον θὰ ἀντλοῦμε συνεχῶς μετάνοια καὶ ἐπιστροφή. Ὄχι μόνο μετάνοια καὶ ἐπιστροφή, ἀλλὰ θὰ πλουτίζουμε τὴν καρδιά μας μὲ ἀγάπη Θεοῦ. Θὰ νοιώθουμε τὸν Θεὸ Πατέρα μας στοργικὸ μὲ μία ἀγάπη ποὺ δὲν ἔχει μέτρο. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀγάπη εἶναι ἀδύνατο ν’ ἀστοχήσουμε. Ὅσα καὶ ἂν μᾶς ψιθυρίσει ὁ ἐχθρός, ὅτι δὲν μᾶς συγχωρεῖ ὁ Θεός, διότι ἐγκληματήσαμε στὴ ζωή, ὅταν δοῦμε στὸν καθρέφτη τοῦ ἀσώτου υἱοῦ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρός μας, ἀμέσως ὅλοι οἱ λογισμοὶ τοῦ διαβόλου θὰ διασκορπιστοῦν.
[τ. 6, ἄρθρο «Περὶ ἀγάπης καὶ εὐσπλαχνίας Θεοῦ», σελ. 137 (ἀπόσπασμα)]
4.
Μετάνοια: ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν ἐξορία τοῦ κόσμου.
Καραγιάννης Νικάνωρ, Ἀρχιμανδρίτης.
Ἡ εὐαγγελικὴ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου μέσα ἀπὸ τὸν παραστατικὸ λόγο της ἀπεικονίζει τὸ μυστήριο τῆς ἀνομίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀποδοχῆς καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μὲ τρόπο ἀξεπέραστο παρουσιάζει τὴν πτώση καὶ τὴ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀποστασία του καὶ τὴν ἐπιστροφή του.
Ἡ περιπλάνησή μας στὸν κόσμο
Ὁ νεώτερος γιὸς «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ὁ ἄσωτος γιός, μᾶς λέει τὸ ἱερὸ κείμενο, ἔφυγε καὶ ἐγκατέλειψε τὸ σπίτι του πηγαίνοντας σὲ μακρινὴ καὶ ξένη χώρα. Τὸ συμβολικὸ βάθος αὐτῆς τῆς εἰκόνας εἶναι σπουδαῖο. Ὅσο καὶ ἂν μᾶς φαίνεται παράξενο, ἡ ζωὴ μας σ\’ αὐτὸ τὸν κόσμο εἶναι ἀποδημία, εἶναι ἐξορία σὲ ξένη χώρα. Καὶ αὐτὸ γιατί ἡ περιπλάνησή μας στὸν κόσμο ἀναποδογυρίζει τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Συσκοτίζει τὴ σκέψη μας καὶ διαβρώνει τὶς πνευματικές μας εὐαισθησίες. Ἀνατρέπει τὰ σταθερὰ μέτρα καὶ κριτήρια μὲ τὰ ὁποῖα ζυγίζουμε τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ ἀξιολογοῦμε τὶς προτεραιότητες τῆς ζωῆς.
Ζοῦμε σ\’ ἕναν κόσμο ποὺ εἶναι ἀνίκανος νὰ ἀναγνωρίσει καὶ νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸν Θεὸ ὡς δημιουργὸ καὶ σωτήρα του, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. «Ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι\’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω», δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἦρθε καὶ ἦταν μέσα στὸν κόσμο καὶ ἐξαιτίας του δημιουργήθηκε ὁ κόσμος, ὅμως «ὁ κόσμος» δὲν τὸν ἀναγνώρισε. Ἡ διαδρομὴ τῆς ζωῆς μας γίνεται ἐξορία ὅταν διαπιστώνουμε ὅτι αὐτὸς ὁ κόσμος, δημιουργημένος ἀπὸ τὸν Θεό, παραδίδεται καὶ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸν «ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου». Τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου διαστέλλεται καὶ διαχωρίζεται ἀπὸ τὸ φρόνημα τοῦ Θεοῦ μὲ μία κάθετη διαχωριστικὴ γραμμή, καθὼς «ὅστις φίλος εἶναι τοῦ κόσμου ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται».
Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ζεῖ σὲ μία ἐξορία καὶ ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεὸ καθὼς σπαταλᾶ τὰ ποικίλα χαρίσματά του ἀσώτως, χωρὶς ὅρους καὶ ὅρια. Ζεῖ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει Θεός, σὰν νὰ μὴν ἦρθε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ καὶ τότε ἡ τραγωδία τῆς ἐξορίας του γίνεται πιὸ πικρή. Στὴν προσπάθειά του νὰ γευθεῖ καὶ νὰ ἀπολαύσει τὸν πλοῦτο τῆς ζωῆς, νὰ κατακτήσει καὶ νὰ ἀποκτήσει πολλά, συνήθως τὸ πληρώνει ἀκριβά.
Ἡ ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ Πατέρα
Τὸ πατρικὸ σπίτι γίνεται ὁ τύπος καὶ ἡ εἰκόνα τῆς ἀληθινῆς ζωῆς καὶ κοινωvίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ στὴ βασιλεία Του. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν Ἁγίων μᾶς βεβαιώνουν γιὰ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα. Μᾶς προτρέπουν γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο τῆς ἐξορίας τοῦ ἀσώτου. Ἡ εὐαγγελικὴ παραβολὴ καὶ ἡ ὑμνολογία τῆς κατανυκτικῆς περιόδου ποὺ διανύουμε μᾶς βοηθοῦν νὰ ξαναδοῦμε τὴν πνευματική μας κατάσταση μέσα σ\’ αὐτὴ τὴν προοπτική: «Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθών» (Λκ. 15,17).
Ὅταν βρίσκουμε τὸν ἀληθινό μας ἑαυτό, ξαναβρίσκουμε τὸ δρόμο τοῦ γυρισμοῦ καὶ τῆς ἐπανασύνδεσής μας μὲ τὸν Θεό. Τότε ἡ μετάνοια γίνεται ἕνα βαθὺ βίωμα, μία πνευματικὴ ἐμπειρία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς θεραπεύει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας. Τότε ὁ ἀγώνας μας ἀποκτᾶ ἄλλο νόημα καὶ δυναμική. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἔστω καὶ ἂν οἱ πτώσεις καὶ οἱ ἀδυναμίες μας εἶναι πολλές, δὲν μᾶς βυθίζουν πλέον στὴν ἀπόγνωση. Ἔστω καὶ ἂν τὰ πάθη καὶ τὰ λάθη μας, εἶναι μεγάλα καὶ μᾶς ταλαιπωροῦν δὲν μᾶς τρομάζουν πιά. Οἱ ἐνοχές μας, ὅσο βαριὲς καὶ ἂν εἶναι, δὲν μᾶς ἀρρωσταίνουν ψυχικά. Ἄλλο ἔμμονες ἐνοχές, κατάθλιψη, φόβος, ἄγχος, πληγωμένος ἐγωισμός, γιὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ λάθη ποὺ κάναμε, καὶ ἄλλο ἐσωτερικὴ συντριβή, ταπείνωση, ἀλλὰ καὶ ψυχικὴ γαλήνη ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ἀποδέχεται καὶ μᾶς περιμένει ὑπερνικώντας τὴν ἁμαρτωλότητά μας.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἂν αἰσθανόμαστε «εὐτυχισμένοι ὑπαρξιακά», ἄνετοι καὶ βολεμένοι στὸν παρόντα κόσμο, τότε γιατί θὰ πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε καὶ νὰ βροῦμε μία εὐτυχία ποὺ δὲν καταλαβαίνουμε ὅτι χάσαμε ἤ τουλάχιστον δὲν νιώθουμε ὅτι μᾶς λείπει; Ἂν δὲν νιώθουμε ἐξόριστοι καὶ ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν κοινωνία τοῦ Θεοῦ, τότε γιατί θὰ πρέπει νὰ ἀγωνισθοῦμε καὶ ποῦ πρέπει ἄραγε νὰ ἐπιστρέψουμε; Ἴσως θὰ πρέπει νὰ νοσταλγήσουμε τὴ χαμένη χαρὰ στὴν ἀντίπερα ὄχθη τῆς ὄντως ζωῆς, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ζοῦμε καὶ νὰ ὁμολογοῦμε αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ἕνας ὀρθόδοξος μοναχός: «Πιστεύω Κύριε σὲ Ἐσένα γιατί ἔξω ἀπὸ Ἐσένα δὲν ὑπάρχει τίποτε γιὰ ἐμένα». Ἀμήν.
5.
Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου
Anthony Bloom
Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)
Print Friendly, PDF & Email
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ξανὰ καὶ ξανὰ ἔχω τὴν εὐκαιρία νὰ μιλῶ γιὰ τὴν Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ, τὴν ἱστορία τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, καὶ κάθε φορὰ παρατηρῶ πόσο εὔκολο εἶναι αὐτὸ γιὰ μένα –ὄχι πραγματικά, ἀλλὰ φανταστικὰ – νὰ ταυτιστῶ μὲ τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ βρῆκε τὸν δρόμο του γιὰ τὸν Θεό, τὸν τελώνη ποὺ στάθηκε συντετριμμένος στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ, ἀνίκανος ἀκόμα καὶ νὰ βαδίσει πρὸς τὸν ἱερὸ τόπο τοῦ Θεοῦ, ἢ μὲ τὸν Ἄσωτο Υἱό, ποὺ παρὰ τὴν βαριὰ ἁμαρτία του, τὴν ἀπίστευτη ἀναισθησία, τὴν σκληρότητά του, βρῆκε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρικὴ ἑστία.
Ἀλλὰ πόσο σπάνια μὲ συγκίνησε, ἔστω βιαστικά, ἡ μοίρα τοῦ Φαρισαίου, ἀπὸ τὴν μοίρα τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ – ὅμως ὁ Θεὸς δὲν καταδίκασε κανέναν ἀπὸ τοὺς δύο. Εἶπε γιὰ τὸν τελώνη: Καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πῆγε στὸ σπίτι του περισσότερο συγχωρεμένος, περισσότερο ἐλεημένος ἀπὸ τὸν ἄλλο. Δὲν εἶπε ὅτι ὁ Φαρισαῖος πῆγε χωρὶς νὰ τὸν συνοδεύει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς ξέχασε τὴν πίστη του, τὴν αἴσθηση τῆς ὑπακοῆς πρὸς τὸ καθῆκον.
Καὶ πάλι σήμερα βρισκόμαστε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό. Ὅλη τὴ ζωὴ του εἶχε ζήσει στὸ πλευρὸ τοῦ πατέρα, ὅλη τὴ ζωὴ του μεριμνοῦσε γιὰ τὶς ὑποθέσεις τοῦ πατέρα του –εἶχε δουλέψει σκληρά, μὲ πίστη, ξεχνώντας τὸν ἑαυτό του, χωρὶς νὰ δίνει σημασία στὴν κούραση, χωρὶς νὰ ζητᾶ καμιὰ ἀνταμοιβή, γιατί αἰσθανόταν ὅτι ἔκανε τὸ σωστό. Στὴν πραγματικότητα ὑστεροῦσε σὲ κάτι: τοῦ ἔλειπε ἡ ζεστασιά, ἡ τρυφερότητα, ἡ χαρὰ γιὰ τὸν πατέρα. Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι ποὺ ἐντυπωσιάζει τόσο σ΄ αὐτὸν – ἡ πίστη του· παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ καρδιά του δὲν ἦταν φλογερή, παρέμεινε πιστός. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔλαβε καμιὰ φανερὴ ἀνταμοιβὴ ἢ ἀναγνώριση παρέμεινε πιστὸς κι ἐργαζόταν σκληρά.
Πόσο σκληροὶ εἴμαστε ὅταν σκεφτόμαστε ὅτι τοῦ ἀξίζει λίγη ἀπ’ τὴν συμπάθειά μας· ἀλλὰ πόσο λίγοι ἀπὸ ἐμᾶς μποροῦν νὰ εἶναι τόσο πιστοί, τόσο τέλεια καὶ σταθερὰ ὑπάκουοι στὸ κάλεσμα τοῦ καθήκοντος ὅπως αὐτὸς ὅταν δὲν βρίσκουμε ἀνταπόδοση, ὅταν δὲν ἀκοῦμε ἕναν ἐνθαρρυντικὸ λόγο, ὅταν δὲν παίρνουμε τὴν παραμικρὴ ἀμοιβὴ ὅπως ἔκανε ὁ πατέρας ὅσον ἀφορᾶ τὸν μεγαλύτερο υἱό, ἐπειδὴ οἱ γύρω μας, αὐτοὶ τοὺς ὁποίους ἐξυπηρετοῦμε, ποὺ δουλεύουμε σκληρά, ποὺ τὸ συμφέρον τους βρίσκεται ἀκριβῶς στὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας, τὸ θεωροῦν δεδομένο. Δὲν εἶναι φυσικό; Δὲν εἶναι γιός μου; Δὲν εἶναι πατέρας μου; Δὲν εἶναι ἀδελφός μου; Σύζυγός μου; Φίλος μου; Δὲν σημαίνουν ὅλα αὐτὰ μία συνολικὴ δίχως ὅρια ἀφοσίωση ποὺ εἶναι ἡ δική του ἀνταμοιβή;
Πόσο σκληροὶ γινόμαστε συχνὰ στοὺς γύρω μας ποὺ τοὺς βάζουμε στὴν θέση τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ- ποὺ ποτὲ δὲν ἀναγνωρίζουμε καὶ ποὺ πάντοτε περιμένουμε νὰ κάνουν τὸ σωστό, ἀδιαμαρτύρητα καὶ τέλεια.
Στὴν πραγματικότητα ὁ ἄσωτος υἱὸς εἶχε ζεστὴ καρδιά, εἶχε ἐπιστρέψει μὲ ραγισμένη καρδιά, ἕτοιμος νὰ ἀλλάξει, ἐνῶ ὁ ἄλλος μποροῦσε μοναχὰ νὰ συνεχίσει, νὰ περπατήσει τὴν πικρὴ πορεία του μὲ τὴν ἀμφιταλαντευόμενη πίστη του· ἐκτὸς ἂν ἀντιμετωπίζοντας τὴν συμπόνια τοῦ πατέρα, ἐκτὸς ἂν καταλάβαινε τί σήμαινε ὅτι ὁ μικρότερος ἀδελφός του ἦταν στὴν πραγματικότητα νεκρὸς καὶ ξανάζησε, ὅτι εἶχε ἀληθινὰ χαθεῖ καὶ βρέθηκε.
Ἂς σκεφθοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Ἔχουμε ὅλοι κάποιον γύρω μας ποὺ τοῦ φερόμαστε μὲ τὴν ἴδια ψυχρότητα, ποὺ θεωροῦμε ὅτι εἶχε ὁ μεγαλύτερος υἱός, ἀλλὰ ὅλοι μας ἔχουμε κάποιον πρὸς τὸν ὁποῖο φερόμαστε ἐξίσου περιφρονητικὰ καὶ σκληρὰ ὅπως φερόταν ὁ μεγαλύτερος υἱὸς στὸν μικρότερο ἀδελφὸ ποὺ εἶχε ξεγράψει, ποὺ δὲν ἦταν ἀδελφὸς γιὰ κεῖνον· ποὺ εἶχε φανεῖ ἀγνώμων πρὸς τὸν πατέρα, ποὺ ἦταν ἀσυγχώρητος. Κι ὅμως, ἐκεῖ βρισκόταν ὁ πατέρας, τὸ θύμα τῆς ἀπόρριψης τοῦ υἱοῦ του, τὸ θύμα τῆς ἐλαφρόμυαλης συμπεριφορᾶς του, τῆς σκληρότητάς του, ποὺ τὸν συγχώρησε τρυφερὰ καὶ ὁλόψυχα.
Ἂς βροῦμε τὴ θέση μας σὲ αὐτὴν τὴν τραγικὴ καὶ ὄμορφη παραβολὴ γιατί τότε ἴσως βροῦμε τὸν δρόμο μας, εἴτε παρότι ὁ καθένας πέρα ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος γιός, μολονότι λιγότερο τοῦ καθήκοντος, πολὺ λιγότερο τίμιος, πολὺ λιγότερο ἀφοσιωμένος στὶς μέριμνες τοῦ πατέρα, στοὺς φίλους, στοὺς συγγενεῖς· ἢ ἴσως μποροῦμε ν΄ ἀνακαλύψουμε στὴν καρδιὰ μας μιὰ δημιουργικὴ συμπάθεια γιὰ τὸν μικρότερο γιὸ καὶ νὰ μάθουμε πρῶτα ἀπ’ αὐτὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάσταση ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς φέρει μιὰ εἰλικρινῆ μετάνοια, μιὰ μεταστροφὴ καὶ ὅτι ὑπάρχει ἕνας τουλάχιστον – ὁ Θεὸς- καὶ προφανῶς ἕνα πρόσωπο ἢ πολλά, ποὺ εἶναι ἕτοιμα νὰ μᾶς δεχθοῦν, νὰ μᾶς ἀπολυτρώσουν, νὰ μᾶς ἐπαναφέρουν καὶ νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ξεκινήσουμε μαζὶ μιὰ νέα ζωὴ – μὲ τὸν πατέρα, τὸν νεότερο καὶ τὸν μεγαλύτερο υἱό. Ἀμήν.