Παράσχος Ἀχιλλεύς.


Η φύση είναι γιατρικό.


Ὅλα προσεύχονται• καὶ γῆ καὶ οὐρανὸς κι ἀστέρια,

\Καὶ τὰ πουλιὰ ποὺ ἔχουνε στὰ σύννεφα λημέρια,


Καὶ ὅσα ἔχουνε ζωὴ κι ὅσα ζωὴ δὲν ἔχουν,

Κ’ ἐκεῖνα ὅπου ἕρπουνε, κ’ ἐκεῖνα ὅπου τρέχουν!

Ὅλα προσεύχονται! τῆς γῆς τὸ ταπεινὸ χορτάρι,

Ὁ ἥλιος ὁ περήφανος, τὸ ἀργυρὸ φεγγάρι,

Ἡ θάλασσα, οἱ ρύακες, τὸ δάσος καὶ ἡ βρύση•

Δὲν ἀπομένει τίποτε χωρὶς νὰ προσκυνήσει

Καὶ δίχως νὰ προσευχηθεῖ στοῦ κόσμου τὸν Πατέρα!

Προσεύχεται καὶ ἡ νυχτιά, προσεύχεται κ’ ἡ ‘μέρα,

Κ’ ἡ φλόγα ποὺ σηκώνεται ἀπάνω κι ἀναβαίνει,

Ὅταν στὰ ἔρημα βουνά, φτωχὸ βοσκὸ ζεσταίνει.

Προσεύχεται κι ὁ οὐρανὸς σὰν ἔχει καλοσύνη,

Κι ὁ ἥλιος ὅταν σ’ ἄρρωστο ζωὴ καὶ ζέστη δίνει•

Τοῦ πόλου τ’ ἄστρο π’ ὁδηγεῖ τοῦ ναύτη τὸ τιμόνι,

Τὴν ὥρα ἐκείνη δέεται γιατί ψυχὲς γλιτώνει.

Προσεύχεται καὶ τ’ ἄγριο θηρίο στὴ σπηλιά του

Ὅταν γερμένο κ’ ἥσυχο χαϊδεύει τὰ μικρά του.

Τὸ σκουληκάκι τὸ κορμὶ στὸν ἥλιο σὰ ζεσταίνει,

Τὸ χέρι ὅταν ἐλεεῖ, ἡ γῆ ὅταν βλασταίνει,

Καὶ τ’ ἄνθος ποὺ τριγύρω του σκορπίζει τὴν πνοή του•

Εἶναι ἡ μυρισμένη του πνοὴ ἡ προσευχή του!

Ὅλα καὶ ὅλοι δέονται καὶ νύχτα καὶ ἡμέρα

Στὸν παντοδύναμο Θεό, στὸν σπλαχνικὸ Πατέρα.

Προσεύχεται ὅταν κανεὶς τὸ ἔργο του πιστεύει,

Κάνει μεγάλη προσευχὴ τὸ χέρι ποὺ δουλεύει.

Τὸ χέρι τοῦ μικροῦ παιδιοῦ προσεύχεται καὶ κεῖνο

Ὅταν ἀνοίγει τὸ κλουβὶ στὸν σκλαβωμένο σπίνο.

Προσεύχεσαι ὅταν ζητᾶς ψωμὶ γιὰ ξένο στόμα,

Καὶ ὅταν θυμᾶσαι τοὺς νεκροὺς ποὺ κείτονται στὸ χῶμα.

Εἶναι ἅγια προσευχὴ τὸ γέρο νὰ ζεσταίνεις,

Καὶ τοῦ ἐχθροῦ σου τὴν πληγὴ μὲ δάκρυα νὰ πλένεις.