Ἅγιος Πορφύριος.

Πολλὴ ὠφέλεια ἔχομε ἀπ’ τὶς ἀσθένειες, ἀρκεῖ νὰ τὶς ὑπομένομε χωρὶς γογγυσμὸ καὶ νὰ δοξάζομε τὸν Θεό ζητώντας τὸ ἔλεός Του.

Οἱ ἀσθένειές μας βγάζουν σὲ καλό, ὅταν τὶς ὑπομένομε ἀγόγγυστα, παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ μᾶς συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες καὶ δοξάζοντας τὸ ὄνομά Του.

Ὅταν ἀρρωστήσομε, τὸ θέμα δὲν εἶναι νὰ μὴν πάρομε φάρμακα ἢ νὰ πᾶμε νὰ προσευχηθοῦμε στὸν Ἅγιο Νεκτάριο.

Ὅταν εἴμαστε ἄρρωστοι ξέρετε τί πρέπει νὰ κάνομε; Νὰ παρακαλᾶμε τὸν Θεὸ νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες μας. Κι ὁ Θεὸς, ἐπειδὴ θὰ τὸν παρακαλᾶμε πονεμένοι καὶ ταπεινωμένοι, θὰ μᾶς συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες καὶ θὰ μᾶς κάνει καλὰ καὶ στὸ σῶμα.

Ἀλλὰ προσέξτε! Νὰ μὴν προσεύχεστε μὲ ὑστεροβουλία, νὰ μὴ λέτε, «Θεέ μου, συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες μου» καὶ τὸ μυαλό σας νὰ εἶναι προσκολλημένο στὴ σωματική σας ἀσθένεια. Μία τέτοια προσευχὴ δὲν θὰ ἔχει ἀποτέλεσμα.

Ὅταν προσεύχεστε, νὰ ξεχνᾶτε τὴ σωματική σας ἀρρώστια, νὰ τὴν ἀποδέχεσθε σὰν κανόνα, σὰν ἐπιτίμιο γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σας. Γιὰ τὰ παραπέρα μὴν ἀνησυχεῖτε· ἀφῆστε τα στὸν Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς ξέρει τὴν δουλειά Του.

Πρέπει νὰ ξέρομε καὶ τὸ ἄλλο μυστικό· ν’ ἀγωνιστοῦμε ν’ ἀποχτήσομε τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικό. Τὰ ἄλλα θὰ μᾶς τὰ διδάξει ἡ χάρις, δηλαδὴ τὸ πῶς θὰ ἀφεθοῦμε στὸν Χριστό.

Ἐμεῖς, δηλαδή, περιφρονοῦμε τὴν ἀσθένεια, δὲν τὴ σκεπτόμαστε, σκεπτόμαστε τὸν Χριστὸ ἀπαλά, ἀνεπαίσθητα, ἀνιδιοτελῶς κι ὁ Θεὸς κάνει τὸ θαῦμα Του πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς μας.

Ὅπως λέμε στὴν Θεία Λειτουργία, «πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».

Ἀλλὰ πρέπει νὰ θέλομε νὰ περιφρονήσομε τὴν ἀσθένεια. Ἂν δὲν θέλομε, εἶναι δύσκολο· δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε «τὴν περιφρονῶ».

Κι ἔτσι, ἐνῶ νομίζομε ὅτι τὴν περιφρονοῦμε κι ὅτι δὲν τῆς δίνομε σημασία, ἐμεῖς τῆς δίνομε, τὴν ἔχομε στὸ μυαλό μας συνέχεια καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἔχομε μέσα μας μία ἤρεμη κατάσταση.

Καὶ αὐτὸ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Λέμε: «Πιστεύω ὅτι θὰ μὲ θεραπεύσει ὁ Θεός. Δὲν παίρνω φάρμακα. Ἔτσι θὰ τὸ κάνω, θὰ μείνω ὅλη νύκτα ἄγρυπνος καὶ θὰ Τὸν παρακαλέσω γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Θὰ μ’ ἀκούσει ὁ Θεός».

Προσευχόμαστε ὅλη τὴ νύκτα, παρακαλοῦμε, δεόμαστε, ζητᾶμε, φωνάζομε, ἐκβιάζομε τὸν Θεὸ κι ὅλους τοὺς ἁγίους νὰ μᾶς κάνουνε καλά. Ἐκβιάζομε μέρα καὶ νύκτα. Τρέχομε ἀπο ’δώ κι ἀπο ’κεί.

Ἔ, δὲν δείχνομε μὲ ὅλα αὐτὰ, ὅτι δὲν τὴν ἔχομε περιφρονήσει τὴν ἀρρώστια;

Ὅσο ἐπιμένομε καὶ ἐκβιάζομε τοὺς ἁγίους καὶ τὸν Θεὸ νὰ γίνομε καλά, τόσο ζοῦμε τὴν ἀρρώστια μας. Ὅσο ἐνδιαφερόμαστε νὰ τὴ διώξομε, τόσο τὴ ζοῦμε. Γι’ αὐτὸ δὲν γίνεται τίποτα κι ἐμεῖς ἔχομε τὴν ἐντύπωση ὅτι θὰ γίνει ὁπωσδήποτε ἕνα θαῦμα. Κι ὅμως, στὴν πραγματικότητα, δὲν τὸ πιστεύομε κι ἔτσι δὲν γινόμαστε καλά.

Προσευχὲς κάνομε, δὲν παίρνομε φάρμακα· ὅμως δὲν ἠρεμοῦμε καὶ τὸ θαῦμα δὲν γίνεται. Μὰ θὰ πεῖς: «Δὲν πῆρα τὸ φάρμακο, πῶς δὲν πιστεύω»; Κι ὅμως, στὸ βάθος ὑπάρχει μέσα μας ἀμφιβολία καὶ φόβος καὶ σκεπτόμαστε: «Ἄραγε θὰ γίνει αὐτό»;

Ἐδῶ ἰσχύει τὸ Γραφικό: «Ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς συκῆς ποιήσετε, ἀλλὰ κὰν τῷ ὄρει τούτῳ εἴπητε ἄρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, γενήσεται».

Ὅταν ἡ πίστη εἶναι πραγματική, εἴτε παίρνεις φάρμακο εἴτε δὲν παίρνεις θὰ ἐνεργήσει. Καὶ μὲ τοὺς γιατροὺς καὶ τὰ φάρμακα ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ.

Λέγει ἡ «Σοφία Σειράχ»: «Τίμα ἰατρὸν πρὸς τὰς χρείας αὐτοῦ τιμαῖς αὐτοῦ. Καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος. Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα, καὶ ἀνὴρ φρόνιμος οὐ προσοχθιεῖ αὐτοῖς. Καὶ ἰατρῷ δὸς τόπον, καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος. Καὶ μὴ ἀποστήτω σου. Καὶ γὰρ αὐτοῦ χρεία».

Εἶναι, ὅμως, ἐγωισμός, πονηρὴ ἐνέργεια, νὰ νομίζετε ὅτι ὁ Θεὸς θὰ κάνει, κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ τοὺς πολλούς, θαυματουργικὴ ἐπέμβαση σὲ σᾶς καὶ νὰ ἀρνεῖσθε τὴν ἰατρικὴ βοήθεια. Ὁ Θεὸς κάνει θαύματα καὶ τώρα, ἀλλὰ ἐσεῖς δὲν πρέπει νὰ τὸ προσδοκᾶτε γιὰ τὸν ἑαυτόν σας.

Ἄλλωστε καὶ μέσω τῶν γιατρῶν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ. Ὅταν ἀρρωσταίνουμε, γιὰ νὰ μὴν κάνομε λάθη, πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε καὶ τὶς ὁδηγίες τῆς ἰατρικῆς καὶ τῆς λογικῆς. Πάνω ἀπ’ ὅλα, ὅμως, ν’ ἀκολουθοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἔχομε ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη Του.

Ὅλο τὸ μυστικὸ εἶναι ἡ πίστη· ἀδιάκριτη, ἁπαλή, ἁπλὴ καὶ ἀφελής. «Ἐν ἁπλότητι καὶ ἀφελότητι καρδίας». Δὲν εἶναι θέμα ἐπιβολῆς. Τὴν «ἐπιβολή» μπορεῖ νὰ τὴν ἔχει ἕνας φακίρης -αὐτὴ ἡ λέξη δὲν ἀκούγεται καλά.

Νὰ ἔχομε πίστη ὅτι ὁ Θεός μᾶς ὑπεραγαπᾶ κι ὅτι θέλομε νὰ γίνομε δικοί Του. Γι’ αὐτὸ ἐπιτρέπει τὶς ἀσθένειες, μέχρι νὰ παραδοθοῦμε μ’ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν.