1.

Διονύσιος Ψαριανός, Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+)

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Μεγάλο ἀγαθὸ στὴν ζωὴ μας εἶναι ἡ ὁμόνοια κι ἡ ἀγάπη. Μεγάλο πάλι κακὸ εἶναι ἡ διχόνοια κι ἡ ἔχθρα. Μὲ τὴν ὁμόνοια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη χτίζουμε τὴ ζωή, μὲ τὴ διχόνοια καὶ τὴν ἔχθρα τὴ γκρεμίζουμε. Γιατί σὰν μία οἰκοδομὴ εἶναι ἡ ζωή μας κι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ τεχνίτες ποὺ χτίζουμε τὴν οἰκοδομή. Ἤ ποὺ τὴ χτίζουμε λοιπὸν ἤ ποὺ τὴ γκρεμίζουμε, κι αὐτὸ ἐξαρτᾶται πάντα ἀπὸ τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ ἔχουμε ἀνάμεσά μας. Γιὰ τούτη τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ χτίζει καὶ οἰκοδομεῖ μᾶς εἶπε σήμερα ὁ μεγάλος οἰκοδόμος τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, κι ἂς ἀκούσουμε τὰ θεϊκά του λόγια στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.

Εἶπε ὁ Κύριος· κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς. Κι ἂν ἀγαπᾶτε ἐκείνους ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια γιὰ κείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν ἔχουν ἀγάπη. Κι ἂν κάνετε καλὸ σ\’ ἐκείνους ποὺ σᾶς κάνουν καλό, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια τὸ ἴδιο κάνουν. Κι ἂν δανείζετε σ\’ ἐκείνους ἀπ\’ τοὺς ὁποίους ἐλπίζετε πὼς θὰ τὰ πάρετε πίσω, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια δανείζουν τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ νὰ τοὺς δανείσουν κι ἐκεῖνοι. Ἀντίθετα, ἐσεῖς ν\’ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ κάνετε τὸ καλὸ καὶ νὰ δανείζετε χωρὶς τίποτα νὰ ἐλπίζετε· καὶ θὰ \’ναι ἡ ἀμοιβὴ σας μεγάλη, καὶ θὰ εἴσαστε παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου· γιατί αὐτὸς εἶναι καλὸς στοὺς ἀχάριστους καὶ πονηρούς. Νὰ εἴσαστε λοιπὸν μεταξὺ σας πονετικοί, καθὼς κι ὁ πατέρας σας εἶναι πονετικός.

Θὰ ἦταν καλά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ μέναμε σὲ τοῦτα τὰ θεϊκὰ λόγια καὶ νὰ μὴν προσθέταμε τίποτα δικό μας. Ὄχι μόνο γιατί εἶναι λόγια πολὺ ἁπλὰ καὶ τὰ καταλαβαίνουμε ὅλοι, μὰ καὶ γιατί εἶναι λόγια τοῦ Θεοῦ ἐπάνω σ\’ ἕνα ζήτημα, ποὺ ἐμεῖς δὲ θέλουμε νὰ τὸ ἀκούσουμε. Τὰ λόγια εἶναι ἁπλὰ γιὰ νὰ τὰ καταλάβη τὸ μυαλό μας, μὰ δὲν εἶν\’ εὐχάριστα γιὰ νὰ τ\’ ἀγαπήση ἡ καρδιά μας. Ὁλωσδιόλου τ\’ ἀντίθετα ἀπὸ κεῖνα ποὺ λέει ὁ Χριστὸς ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε· ἐκεῖνος μᾶς λέει γιὰ καλωσύνη κι ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε τὴν κακία· ἐκεῖνος μᾶς λέει γι\’ ἀγάπη κι ἐμεῖς ἀκονίζουμε τὰ μαχαίρια μας γιὰ σκοτωμούς. Τὸ ξέρει αὐτὸ καλὰ ὁ Χριστός, γι\’ αὐτὸ ἀρχίζει νὰ μᾶς μιλάη μὲ τέτοια λόγια, ποὺ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τοῦ ποῦμε πὼς δὲν ἔχει δίκηο. Μᾶς βάζει νὰ διαβάσουμε μέσα στὴν ψυχή μας, νὰ δοῦμε τί θέλουμε ἐμεῖς νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι γιὰ μᾶς· τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς γιὰ κείνους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀλάθευτο μέτρο, ὁ χρυσὸς κανόνας, ὅπως λένε, τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων· τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦνε μαζί, γιατί δὲ μποροῦν νὰ ζήσουν σὰν τ\’ ἀγρίμια στὸ βουνό· τῶν ἀνθρώπων ποὺ αἰσθάνονται πὼς κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ ὁ καθένας ἔχει τὴν ἀνάγκη τοῦ διπλανοῦ του.

Κι εἶναι ἀλήθεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν οἱ ἄνθρωποι, μὰ ὄχι πάντα στὸ καλό. Εὐκολώτερα ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν, ὅταν εἶναι γιὰ τὰ συμφέροντά τους κι ὅταν εἶναι γιὰ νὰ κάμουν τὸ κακό. Ἐσὺ ἀγαπᾶς ἐκείνους ποὺ σ\’ ἀγαποῦνε καὶ θαρρεῖς πὼς κάτι μεγάλο κάνεις. Αἴ, βέβαια· εἶναι καὶ κάποιοι ποὺ μισοῦν ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀχάριστοι καὶ πονηροί. Ἐσὺ ὅμως βάζεις ὅρια στὴν καλωσύνη σου, γιατί σοῦ ἀρέσει, λές, ἡ δικαιοσύνη· κάνεις καλὸ σ\’ ἐκεῖνον πού σοῦ κάνει καλό, δανείζεις ἐκεῖνον ποὺ θὰ στὸ γυρίση καὶ μάλιστα μὲ τόκο, καὶ βοηθᾶς στὴν ἀνάγκη του ἐκεῖνον ποὺ περιμένεις πὼς θὰ σοῦ τὸ πληρώση. Τάχα ποιὰ εἶν\’ ἡ καλωσύνη σου καὶ τί περιμένεις ἀπὸ τὸ Θεό; Ἐσὺ φροντίζεις νὰ ξοφλήσης καλά τοὺς λογαριασμούς σου ἐδῶ στὴ γῆ καὶ δὲ μένει νὰ σοῦ χρωστάη τίποτα ὁ Θεός. Κι ἂν εἶναι μόνο ἔτσι, πάει καλά. Μὰ εἶναι πολλοὶ ποὺ βρίσκονται χωμένοι στὸ χρέος ἀπέναντι στὸ Θεό, ἐξαιτίας τῆς διαγωγῆς τους ἀπέναντι στὸ συνάνθρωπό τους. Κάνουν τάχα τὸ καλὸ καὶ δανείζουν, ὄχι περιμένοντας τὸ ἴδιο, μὰ γιατί βρίσκουνε τὴν εὐκαιρία νὰ βγάλουνε τὸν ἀδελφό τους στὸ δρόμο, νὰ τοῦ πάρουνε τὸ σπίτι, νὰ τοῦ πιοῦνε τὸ αἷμα. Μὰ ἐδῶ δὲν εἶναι τρόπος μὲ τὸ νοῦ καὶ μὲ τὴ γνώση νὰ μεταπείσουμε κανένα, γιατί οἱ φιλάργυροι κι οἱ τοκογλύφοι κι ὅλοι ποὺ κάνουν τὸ κακὸ εἶν\’ ἄρρωστοι βαρειὰ καὶ δὲν τοὺς πιάνει κανέν\’ ἀνθρώπινο φάρμακο. Θὰ τοὺς ξαναφωνάξουμε μόνο τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ πιστεύουμε πὼς θὰ τὸν ἀκούσουν, ἂν δὲν ἔγινε ἡ καρδιὰ τους πέτρα. «Κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς».

Ἂς ποῦμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ἔχουμε κι ἐχθρούς. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν ἔχουμε, ἀφοῦ κι ὁ Χριστὸς εἶχε ἐχθρούς· ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤθελαν μὲ κανέναν τρόπο νὰ τὸν ἀγαπήσουν. Κι ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἄμεμπτοι, ποὺ δὲ μποροῦμε, σὰν τὸ Χριστό, θὰ βρεθοῦν καὶ κάποιοι ποὺ νὰ μὴ θέλουν τὸ καλό μας. Δὲ μιλοῦμε τώρα στοὺς ἐχθρούς μας καὶ δὲ λέμε γιατί νὰ μᾶς μισοῦν, μιλοῦμε στὸν ἑαυτό μας καὶ λέμε πὼς ἐμεῖς πρέπει ν\’ ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθρούς μας. Καὶ δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς, τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς τὸ καλὸ τὸ θέλει χωρὶς ὅρια καὶ τὴν ἀγάπη τὴν ἁπλώνει τόσο, ποὺ ν\’ ἀγκαλιάζη καὶ τοὺς ἐχθρούς. Σκληρός, θὰ πῆς, αὐτὸς ὁ λόγος, ὅπως τὸ εἶπαν κάποιοι στὰ χρόνια ἐκεῖνα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πρῶτο, νὰ κάνω στοὺς ἄλλους ὅ,τι θέλω νὰ μοῦ κάνουν, τὸ καταλαβαίνω· μὰ ἐτοῦτο δῶ, ν\’ ἀγαπῶ καὶ τοὺς ἐχθρούς μου, δὲν τὸ χωράει τὸ μυαλό μου, δὲν τὸ βαστᾶ ἡ καρδιά μου. Κι ὅμως δὲν εἶναι παρὰ ὁ ἴδιος λόγος, γιατί ν\’ ἀγαπᾶς τὸν ἐχθρό σου θὰ πῆ νὰ κάνης ὅ,τι θέλεις νὰ κάνη κι ἐκεῖνος γιὰ σένα ποὺ εἶσαι ἐχθρός του. Μὰ δὲ θὰ μπορέσω, χριστιανέ μου, νὰ σὲ πείσω, ἂν δὲν καταλάβης πρῶτα πὼς αὐτὸ τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὅταν λοιπὸν μιλάη ὁ Θεός, ποιὸς μᾶς βάζει ἐμᾶς νὰ συζητοῦμε καὶ νὰ κρίνουμε τὸ λόγο του; Ἕνα μόνο νὰ σκεφθοῦμε πὼς ἐκεῖνος κι ἀπὸ τὸ Σταυρὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του προσευχότανε καὶ μέχρι τώρα στὸν οὐρανὸ γιὰ μᾶς προσεύχεται κι ἂς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ κριματισμένοι.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Τὸν κόσμο δὲν τὸν κρατᾶ ἡ ἁγιωσύνη μας, τὸν κρατᾶ ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Χριστὸς μᾶς λέει νὰ μοιάζουμε τοῦ Θεοῦ. Οὔτε στὴ δύναμη οὔτε στὴ σοφία νὰ τοῦ μοιάζουμε παρὰ μόνο στὴν καλωσύνη. Ἐκεῖνος εἶναι καλὸς καὶ πονετικὸς γιὰ ὅλους κι ἔτσι στέκει ὁ κόσμος. Καλοὶ καὶ πονετικοὶ νὰ \’μαστε κι ἐμεῖς μεταξὺ μας γιὰ νὰ στέκη καὶ νὰ οἰκοδομῆται ἡ ζωή μας. Ἡ καλωσύνη χτίζει, ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ. Ἂς ἔχουμε τὸ λοιπὸν καλωσύνη κι ἀγάπη γιὰ νὰ \’χουμε ζωὴ καὶ σωτηρία. Ἀμήν.

2.

Ἡ ὁμοίωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό (Λουκ. 6,31-36)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος, Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας.

«Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί»

Ἐὰν διαβάσουμε τὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων σοφῶν, ἀλλὰ κι ὅλων τῶν σοφῶν τοῦ κόσμου, θὰ δοῦμε πὼς θέλοντας νὰ διατυπώσουν τὸ δίκαιο, τὸ πρέπον, τὸ νόμιμο καὶ τὸ καλὸ ἔγραψαν πάρα πολλοὺς λόγους καὶ κατασκεύασαν μακροὺς διαλόγους καὶ βιβλία. Μερικὲς φορὲς πέτυχαν νὰ ποῦν καὶ νὰ γράψουν σπουδαῖα πράγματα, ἀλλὰ καὶ πολλὲς φορὲς ἔφεραν τοὺς ἀνθρώπους σὲ σύγχυση. Πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶπαν οἱ σοφοί, ἀντὶ νὰ διαφωτίσουν τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔκαναν νὰ σκοτισθοῦν περισσότερο.

Ἀντίθετα, ὁ θειότατος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἦλθε πάνω στὴ γῆ καὶ ἐνσαρκώθηκε, ξανάφερε στὴν ἐπιφάνεια τὸν ἔμφυτο νόμο τοῦ ἀνθρώπου κι ἔκανε τὴ βούλησή μας αἰτία τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ, τοῦ νόμιμου ἢ τοῦ παράνομου, τοῦ δίκαιου ἢ τοῦ ἀδίκου. Μὲ λίγα λόγια εἶπε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος. «Καὶ καθὼς θέλεται ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. 6,31) ἢ «γίνεσθε οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί» (ὅπ.π. στίχ. 36). Πάνω στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου ἂς κάνουμε μερικὲς παρατηρήσεις.

Οἱ ἄνθρωποι ὁμοιάζουν μὲ τὸ Θεὸ

Ἕνας μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὅσιος Νεῖλος, κάνει τὴν ἀκόλουθη παρατήρηση: Ὅπως τὰ παιδιὰ μὲ τοὺς γονεῖς τους ἔχουν κοινοὺς χαρακτῆρες, δηλ. ἔχουν ὁμοιότητες στὸ πρόσωπο καὶ στὸ σῶμα κι ἀπ’ αὐτὲς τὶς ὁμοιότητες καταλαβαίνουμε τίνος γιὸς εἶναι κάποιος, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ συμπεριφορὰ ἑνὸς ἀνθρώπου. Ἀπὸ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα του καταλαβαίνουμε τίνος διδασκάλου εἶναι κάποιος μαθητής. Τὸ ἴδιο καὶ ἀκόμη περισσότερο συμβαίνει μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, δηλ. τοὺς Χριστιανούς. Οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ εἶναι μαθητὲς τοῦ αἰώνιου Πατέρα· «ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν» (Ματθ. 12,50). Ἀλλοῦ πάλι λέγει· «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε… οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων» (ὅπ.π. 6,25 καὶ 32). Ὁ Πατέρας μας ὁ οὐράνιος, ἐφ’ ὅσον εἴμαστε παιδιά Του, θὰ μᾶς φροντίσει. Ἔχουμε συγγένεια καὶ οἰκείωση μὲ τὸ Θεό. Αὐτὸς εἶναι πατέρας μας καὶ μεῖς παιδιά Του. Μέσα στὸ Εὐαγγέλιο ὁ Κύριος μᾶς δείχνει τὰ σημάδια, γιὰ νὰ γίνουμε παιδιά Του, ἐφ’ ὅσον βέβαια τὸ θελήσουμε· «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11,29). Ἀφοῦ ὁ κύριος εἶναι πράος καὶ ταπεινὸς καὶ τὰ παιδιὰ Του ὀφείλουν νὰ εἶναι ἔτσι. «Έσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (ὅπ. π. 5,48). Ἢ αὐτὸ ποὺ μᾶς λέγει στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα, δηλ. νὰ γίνουμε οἰκτίρμονες (εὔσπλαχνοι), γιατί καὶ ὁ Θεὸς εἶναι τέτοιος (Λουκ. 6,36).

Σὲ ποιὰ μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τὸ Θεό;

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παρατηρεῖ πὼς δὲν καλούμαστε ἀπ’ τὸ Θεὸ νὰ Τὸν μιμηθοῦμε στὴν παντοδυναμία, στὴ σοφία ἢ στὰ θαύματα, ἀλλὰ στὴν ἀγάπη, στὴν καλοσύνη, στὴν εὐσπλαχνία. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀπόλυτα ἐλεήμων καὶ εὔσπλαχνος, ἀλλὰ καὶ ἡ εἰκόνα Του, ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμη ποὺ διαθέτει, δηλ. «συμμέτρως», μπορεῖ νὰ μιμηθεῖ τὸ Θεὸ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Μποροῦμε νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας κι ἐκείνους ποὺ μᾶς ἔκαναν κακό. Ἡ συγγένειά μας μὲ τὸ Θεὸ φαίνεται σ’ αὐτὲς τὶς καταστάσεις. Μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τὸ Θεὸ στὴν εὐσπλαχνία. Ὁ Θεός, κατὰ τοὺς Πατέρες, ἐπειδὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς χάριτος, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς σοφίας, «πᾶσιν ἀδέως ταύτην (τὴν χάριν) μεταδίδωσιν››, τὰ δίνει ὅλα χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς νὰ ἀδικήσει κανέναν. Αὐτὸ μεταφράζεται ὡς ἑξῆς γιά μᾶς: Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, μηδενὸς ἑξαιρουμένου, μποροῦμε νὰ ὁμοιάσουμε μὲ τὸ Θεὸ ὡς πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία.

Ἡ ἁμαρτία ἐμπόδιο ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο

Ἡ ἁμαρτία μᾶς ἔκανε μεγάλη ζημιά. Τὴν μὲν ἀγάπη πρὸς τὸν ἑαυτό μας τὴν αὔξησε, ἐνῶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον τὴ μείωσε. Ἔτσι καταντήσαμε μισάνθρωποι. Τὸ κήρυγμα ποὺ ἔχει περιεχόμενο τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθρούς μας, θεωρεῖται ἀφέλεια. Ἡ ἀγάπη εἶναι κατάσταση, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τῶν πολλῶν, τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων. Ἐὰν δείξουμε ἀγάπη στοὺς ἄλλους, κινδυνεύουμε νὰ χαρακτηριστοῦμε χαζοὶ κι ἀσήμαντοι. Δὲν μποροῦν νὰ πιστεύσουν οἱ ἄνθρωποι πὼς προάγονται μὲ τὴν καλοσύνη καὶ τὴν εὐσπλαχνία. Ὅποιος ἔφθασε νὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς ἐχθρούς του, ἔφθασε στὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν. «Ἀγάπης ἀνυποκρίτου τεκμήριον, ἀδικημάτων συγχώρησις», θὰ τονίσει ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ ἀσκητής.

Ἀδελφοί μου,

Ἀντὶ νὰ φροντίζουμε νὰ ἐπιβληθοῦμε μὲ τὴ δύναμη τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ὅπλων, ἂς καλλιεργήσουμε τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, γιὰ νὰ ὁμοιάσουμε μὲ τὸ Θεὸ καὶ νὰ κληρονομήσουμε τὴ Βασιλεία Του, ποὺ εἶναι κοινωνία ἀγάπης.

3.

Ἡ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν ἀγάπη (Λουκ.6, 31-36)

Anthony Bloom, Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πολλές φορὲς ὁ Χριστὸς μᾶς μιλάει στὸ Εὐαγγέλιο Του γιὰ τὴν νέα ἐντολὴ ποὺ μᾶς ἔδωσε. Τί καινούργιο ὑπάρχει σὲ τούτη τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης; Εἶναι ἡ ἁγνότητα καὶ ἡ σπουδαιότητα της. Δὲν εἶναι καινούργιο ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἀγαποῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον· οἱ ἄνθρωποι πάντοτε ἀγαποῦσαν κάποιους ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτὸ ποὺ εἶναι καινούργιο σ’ αὐτή τὴν ἐντολὴ εἶναι ν’ ἀποκτήσουμε μιὰ καρδιὰ μὲ τὸν Οὐράνιο Πατέρα μας, νὰ συμμετέχουμε στὴν ἀγάπη Του. Αὐτὸ σημαίνει νὰ ἀγαπᾶμε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἀγαπᾶ κι’ Ἐκεῖνος, – ποὺ δὲν ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό, ποὺ δὲν ξεχωρίζει ἐκείνους ποὺ εἶναι εὐγνώμονες καὶ ἐκείνους ποὺ εἶναι ἀχάριστοι, νὰ μὴν ἀναφέρω ἐκείνους ποὺ ἴσως γοητεύουν κάποιον. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπέραντη καὶ βαθιὰ καὶ ἀγκαλιάζει τὰ πάντα· αὐτὸ ποὺ διαφέρει σ’ αὐτή τὴν ἀγάπη εἶναι μιὰ ἐσωτερικὴ ποιότητα : ὁ Θεός μπορεῖ νὰ χαίρεται καὶ μπορεῖ νὰ πληρώσει τὸ τίμημα τῆς ἀγάπης Του ἐπάνω στὸν Σταυρό.

Καὶ καλούμαστε νὰ κάνουμε τὸ ἴδιο· καλούμαστε νὰ ἀγαπᾶμε χωρὶς διακριση – οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο θὰ ἔλεγαν ὅτι φερόμαστε ἀδιάκριτα, ἀνόητα, τρελά – καλούμαστε νὰ ἀγαπήσουμε ὁλόψυχα ἐκείνους ποὺ ἔχουν δίκιο καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἄδικο. Ἡ διαφορὰ ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ἴσως χαιρόμαστε μὲ τοὺς πρώτους καὶ πληγώνεται ἡ καρδιά μας μὲ τοὺς δεύτερους, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη μας δὲν πρέπει νὰ παραπαίει. Ὅλοι γνωρίζουμε πὼς μποροῦμε νὰ ἀγαπᾶμε λίγο αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶμε φυσικά, καὶ ἀναρωτιόμαστε πῶς μποροῦμε ἀπὸ τὴν μικρὴ ἀγάπη ποὺ ἔχουμε πρὸς τοὺς λίγους, νὰ καλλιεργήσουμε μιὰ ἀγάπη μεγαλύτερη, καὶ ἀγαπώντας ἐκείνους ποὺ εἶναι ἀξιαγάπητοι, νὰ ξεκινήσουμε νὰ ἀγαπᾶμε ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι.

Τὸ πρῶτο βῆμα ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἀγαπήσουμε ἐκείνους ποὺ ἀγαπᾶμε αὐθόρμητα μ’ ἕνα καινούργιο τρόπο: νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε πάντα, καὶ ὄχι μόνο τὶς στιγμὲς ποὺ μᾶς εἶναι εὔκολο, νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε δίχως νὰ περιμένουμε τίποτα ἄλλο παρὰ τὴν χαρὰ νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε καὶ νὰ δεχόμαστε τὴν κάθε ἀγάπη σὲ ἀπάντηση τῆς δικῆς μας ἀγάπης σὰν ἕνα δῶρο τέλειο, ἅγιο, ποὺ εἶναι ἕνα θαῦμα, ἀλλὰ ποὺ δὲν εἶναι ἀνταμοιβή, δὲν εἶναι κάτι στὸ ὁποῖο ἔχουμε δικαίωμα, ἀλλὰ κάτι ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ ἐλεύθερα, τέλεια, κάτι ποὺ γεμίζει τὴν καρδιά μας μὲ θαυμασμὸ καὶ εὐγνωμοσύνη.

Πρέπει νὰ μάθουμε ν’ ἀγαπᾶμε χωρὶς νὰ περιμένουμε ἀνταμοιβή, ἁπλῶς νὰ χαιρόμαστε τὸ θαῦμα τῆς ἀγάπης ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ χαιρόμαστε ὅταν συμβαίνει κάτι μὲ τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ χαροῦμε καὶ νὰ χαιρόμαστε ξανὰ ὅταν ἐκεῖνοι ποὺ ἀγαπᾶμε θὰ ἔχουν χάσει τὰ πάντα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας, ποὺ θὰ τοὺς ἔχει τουλάχιστον ἀπομείνει, τουλάχιστον κάτι ποὺ ποτὲ δὲν θὰ τοὺς τὸ στερήσουμε.

Καὶ πρέπει νὰ μάθουμε ν’ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου: ὄχι ἁπλῶς νὰ κάνουμε τὸ καλὸ σὲ κάποιους ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ σκεφτόμαστε ποιὸ εἶναι ἀληθινὰ καλὸ γιὰ ἕνα πρόσωπο. Δὲν μιλάω γιὰ τὸν σκληρὸ τρόπο ποὺ συνεχῶς ὁρίζουμε στοὺς ἄλλους αὐτὸ ποὺ θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἡ εὐτυχία τους καὶ τὸ καλὸ τους, καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πιέζουμε, ἤ ποὺ προσπαθοῦμε νὰ πιέσουμε προκειμένου νὰ εἶναι εὐτυχισμένοι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐμεῖς θέλουμε νὰ εἶναι. Ὄχι· σκέφτομαι κάποιον ἄλλο τρόπο προσεκτικῆς ἀναζήτησης γιὰ τὸ καλό τους: ποτὲ νὰ μὴν στηρίζουμε τὴν ἀδυναμία τους ἀφήνοντας τὰ πράγματα νὰ ἐξελίσσονται ὡς ἔχουν, ποτὲ νὰ μὴν κλείνουμε τὰ μάτια μας σὲ ὅ,τι εἶναι γι’ αὐτοὺς καταστροφικό, νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια μὲ ἔλεος, νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε ἔτσι ὥστε νὰ οἰκοδομοῦνται καὶ ὄχι νὰ καταστρέφονται.

Ἄν ξεκινήσουμε νὰ ἀγαπᾶμε καλύτερα ἐκείνους ποὺ ἀγαπᾶμε αὐθόρμητα καὶ φυσικά, ἡ καρδιὰ μας θὰ γίνει πιὸ καθαρή, πιὸ ἁγνὴ καὶ πιὸ μεγάλη, καὶ θὰ μάθουμε νὰ ἀγαπᾶμε τοὺς ἀνθρώπους, ἴσως μονάχα ἕνα πρόσωπο, καὶ μετὰ ἕνα ἄλλο, καὶ ξανὰ ἕνα ἄλλο, μὲ μεγαλύτερο τίμημα, μὲ μεγαλύτερη ἁγνότητα, μὲ λιγότερο ἐγωϊσμό, μὲ μιὰ μακρόθυμη καρδιά.

Ἄς ξεκινήσουμε ἀπὸ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀγάπη ἐκείνη ποὺ μᾶς καλεῖ νὰ ἀποκτήσουμε καὶ νὰ μοιραστοῦμε, μιὰ ἀγάπη ποὺ εἶναι προσφορὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας, ποὺ εἶναι φῶς, χαρά, πίστη, ποὺ εἶναι τὸ ξεκίνημα τῆς αἰωνιότητας ἐδῶ καὶ τώρα. Ἀμήν.

4.

Ἀγάπη στοὺς ἐχθρούς,πρόκληση ζωῆς(Λουκ.6,31-36)

Καραγιάννης Νικάνωρ, Ἀρχιμανδρίτης.

Μπροστὰ σ’ ἕναν καθρέπτη μᾶς τοποθετεῖ σήμερα ὁ Χριστός, γιὰ νὰ βλέπουμε τὴν ἀδυναμία μας καὶ νὰ ἐλέγχουμε τὸν ἑαυτὸ μας: «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως», δηλ. αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι γιὰ σᾶς, αὐτὸ νὰ κάνετε καὶ ἐσεῖς σ’ ἐκείνους.

Μιὰ τέτοια στάση οὐσιαστικὰ ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο ἀποφασιστικὸ βῆμα, γιὰ νὰ προχωρήσουμε στὴ χριστιανικὴ ζωή. Μιὰ τέτοια στάση δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας κανόνας καλῆς ἐξωτερικῆς καὶ τυπικῆς συμπεριφορᾶς, δὲν εἶναι ἀπλῶς ἕνα πλαίσιο, ὥστε νὰ οἰκοδομηθοῦν οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις μας πάνω στὴν ἀμοιβαιότητα καὶ τὴ δικαιοσύνη. Ἡ ἀμοιβαιότητα τοῦ χρυσοῦ κανόνα (νὰ φέρεσθε πρὸς τοὺς ἀλλοὺς ὅπως θὰ θέλατε νὰ φερθοῦν σὲ ἐσᾶς ὑπαινίσσεται, ἀσφαλῶς, τὴ δικαιοσύνη, δὲν περιορίζεται, ὅμως, σὲ αὐτή. Καὶ ἐδῶ γεννιέται τὸ ἐρώτημα, πῶς συνυπάρχει στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία στὸ ἔσχατο ὅριό της φτάνει στὴν ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς, μὲ τὴ δικαιοσύνη.

Ἡ περιχώρηση τῆς ἀγάπηs καὶ τῆs δικαιοσύνηs δὲν αἴρει τὴ μεταξὺ τουs ἔνταση. Χωρὶς δικαιοσύνη, οἱ ἀνθρώπινεs σχέσεις γίνονται σκληρὲs καὶ ἀδιάφορες καὶ χωρὶs ἀγάπη, γίνονται ἀποπνικτικὲς καὶ βάρβαρες. Ἡ ἀγάπη δὲν καταργεῖ τὴ δικαιοσύνη οὔτε τὴν ὑποκαθιστᾶ, ἀλλὰ τὴ διορθώνει καὶ ὑποδεικνύει τὴ σωστή της κατεύθυνση. Εἶναι ἡ ἀκατάλυτη δύναμη ποὺ ἔχει τὴ ρίζα της στὸν Θεό. Ὅταν ζητᾶμε, λοιπόν, ἀπὸ τὸν ἄλλο καλωσύνη, κατανόηση καὶ ἀγάπη, αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸν βλέπουμε στὸ βάθοs τῆς ὑπαρξήs του. Ἐδῶ ἀκpιβῶs φαίνεται ὅτι ὅ καθένας μαs εἶναι ζωντανὴ εἰκόνα θεοῦ, ποὺ, ὅσο ἀμαυρωμένη, ὅσο σπιλωμένη καὶ ἂν εἶναι, ἔχει ὑπέρτατη ἀξία. Ἔτσι ὁδηγούμαστε φυσικὰ καὶ ἀβίαστα στὴν ἀγάπη.

Ἡ ἀγάπη στοὺς ἐχθροὺς

Ἡ ἀγάπη εἶναι γιὰ μᾶs γιὰ τοὺς πιστοὺς τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου, ἡ πεμπτουσία τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς, ὁ πυρήνας τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης. Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι τὸ ἀπόθεμα καὶ ἡ ποιότητα τῆς πίστης μας. Μία ἀγάπη ποὺ ἀπευθύνεται καὶ ἀγκαλιάζει ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν ἀγαποῦμε μόνο ὅσους μᾶς ἀγαποῦν, ὅταν εὐεργετοῦμε μόνο ὅσους μᾶς εὐεργετοῦν, ὅταν βοηθᾶμε μόνο ὅσους μᾶς βοηθοῦν, τότε ἡ ἀγάπη μας γίνεται ψευδώνυμη, κίβδηλη καὶ ἰδιοτελής. Ὑποτάσεται στὸ καθημερινὸ παιχνίδι τῆς συναλλαγῆς- δίνω καὶ παίρνω-, ἐνῶ οἱ σχέσεις ποὺ διαμορφώνονται μέσα σ\’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο στηρίζονατι πάνω στὸ πλέγμα τῆς ἀνταπόδοσης. Μία τέτοια συμπεριφορά, ὅμως, εἶναι ἐπιλήψιμη ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ γιατί ἔχει ὡς κίνητρό της τὸν ὑπολογισμὸ καὶ τὸ συμφέρον. Ἔτσι, μέτρο μὲ τὸ ὁποῖο ζυγίζουμε καὶ κάνουμε τὰ πάντα γύρω μας γίνεται τὸ ἐγώ μας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βυθιζόμαστε στὴν ἀπομόνωση καὶ τὴ μοναξιά.

Ὁ ἄλλος εἶναι ἢ γίνεται ἐχθρός μας, τὸν ἀρνούμαστε, τὸν περιφρονοῦμε, τὸν ἀποφεύγουμε καί, κάποτε, στρεφόμαστε ἐναντίον του καὶ συγκρουόμαστε μαζί του μὲ μία ἀπίστευτη σκληρότητα. Κι ὅμως, ὁ ἀπέναντί μας δὲν εἶναι ἡ κόλασή μας, ἀλλὰ ὁ παράδεισός μας. Γίνεται ἡ κόλασή μας, ὅταν ἐμεῖς δὲν γινόμαστε γι\’ αὐτὸν ὁ παράδεισός του. Ἂν ὁ ἐγωισμὸς εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα μας, τότε ἡ στροφή μας πρὸς τὸν ἄλλον εἶναι αὐτὸ ποὺ συντρίβει τὸν ἐγωισμό μας καὶ μᾶς ἀποκαθιστᾶ ὑγιεῖς μπροστὰ στὸν Θεό. Ὅσο πιὸ κακοὶ καὶ ἀπεχθεῖς μᾶς φαίνονται οἱ ἄλλοι, τόσο μὲ τὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιὰ μας σ\’ αὐτοὺς θεραπεύεται ἡ ἀρρώστια μας.

Γράφει ἕνας λόγιος Μητροπολίτης: “Καμιὰ μορφὴ ἀγάπης δὲν εἶναι πιὸ ἐλεύθερη ἀπὸ αὐτήν, καὶ καμιὰ μορφὴ ἐλευθερίας δὲν ταυτίζεται πιὸ πολὺ μὲ τὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (…) ἡ ἀγάπη ποὺ δὲν περιμένει ἀνταπόδοση (…) εἶναι ἀληθινὰ χάρις, δηλαδὴ ἐλευθερία (…). Μόνο ὅταν συμπίπτει ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ἐλευθερία, ἔχουμε θεραπεία”.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σχολιάζει τὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ λέγοντας: “Οὐ γὰρ εἶπε, μὴ μισήσῃs, ἀλλά, ἀγάπησον”· καὶ συνεχίζει: «Πρόσεξε τώρα καὶ ἐσύ, καθὼς ἀνεβαίνεις πρὸs τὰ πάνω. Ὅταν σὲ ἀδικήσουν, νὰ μὴν ἀνταποδώσεις. Ἐπίσης, νὰ μὴν μισήσεις αὐτὸν ποὺ σὲ ἔβλαψε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἀγαπήσεις. Ἀκόμη περισσότερο, νὰ τὸν εὐεργετήσεις καὶ νὰ παρακαλεῖς γι’ αὐτὸν τὸν Θεό». Σ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ σκάλα ἔχουμε μόχθο καὶ πολὺ ἀγώνα μπροστά μας, ἀλλὰ ἡ συνείδησή μας δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει νὰ ἡσυχάσουμε, ὥσπου νὰ βιώσουμε τὴν ἀγάπη ὡς δῶρο καὶ θαῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

5.

Θέλεις νὰ γίνεις υἱὸς τοῦ Ὑψίστου;

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας, Ἀρχιμανδρίτης.

Στὴν «ἐπὶ τόπου πεδινοῦ» διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς παραδίδει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν ταυτίζεται μὲ τὴν «ἐπὶ τοῦ ὄρους» ὁμιλία ποὺ διασώζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ἀκοῦμε μαθήματα γιὰ «προχωρημένους». Ὁ Χριστὸς ἀπευθύνεται βέβαια πρῶτα πρὸς τοὺς μαθητές του, μέσω αὐτῶν ὅμως διδάσκει ὅλους μας. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι κάποτε τοὺς εἶπε: «ὁ ἀκούων ὑμῶν, ἐμοῦ ἀκούει».

\”\”

Ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια στὴν ἀνιδιοτέλεια

Στοὺς προηγούμενους στίχους μᾶς ἔχει ζητήσει νὰ ἀγαπᾶμε τοὺς ἐχθρούς μας, νὰ εὐχόμαστε γι’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς καταρῶνται, νὰ γυρίζουμε καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο σ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς χαστουκίζουν, νὰ δίνουμε καὶ τὸ πουκάμισό μας σ’ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ μᾶς πάρουν τὸ πανωφόρι μας καὶ ἄλλα παρόμοια κάπως δύσκολα. Καὶ ἐπειδή, ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, «εἶναι φυσικὸ ἀκόμη καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι νὰ τὰ θεωροῦν ὅλα αὐτὰ δυσκατόρθωτα», προσπαθεῖ κατ’ ἀρχὴν νὰ μᾶς βοηθήσει… χαϊδεύοντας λίγο τὸν ὑγιῆ ἐγωισμό μας. Ναί, μᾶς προτείνει τὸ πιὸ ἐγωιστικὸ γιὰ ἐμᾶς βραβεῖο: τὴν ἱκανοποίηση φιλαυτίας μας. «Βραβευτὴν δέχεται τὸν ἐν ἡμῖν φιλαυτίας νόμον». Μὲ ἄλλα λόγια μᾶς λέει: «Κάνετε ἕνα δῶρο στὸν ἑαυτό σας: Ἀγαπῆστε τοὺς ἄλλους, ὅσο ἀγαπᾶτε τὸν ἑαυτό σας! θέλετε οἱ ἄλλοι νὰ εἶναι ἀμνησίκακοι, μακρόθυμοι, πράοι, συμπάσχοντες μὲ ἐσᾶς; Τὸ ἴδιο νὰ εἶστε κι ἐσεῖς πρὸς ἐκείνους».

Μετὰ ὅμως μᾶς κεντρίζει τὸ φιλότιμο λέγοντας: «Προφανῶς δὲν θὰ θέλατε νὰ μείνετε μόνο σὲ ψευτοκατορθώματα, ποὺ καὶ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἶναι αὐτονόητα: Κι αὐτοὶ ἀγαποῦν αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἀγαποῦν, βοηθοῦν αὐτοὺς ποὺ τοὺς βοηθοῦν καὶ δανείζουν σὲ ἐκείνους ποὺ ἐλπίζουν ὅτι θὰ τὰ πάρουν πίσω. Ἐγὼ σᾶς καλῶ σὲ ψηλότερες κορυφές: Ἀγαπᾶτε κι αὐτοὺς ποὺ ὄχι μόνο δὲν σᾶς ἀγαποῦν, ἄλλα καὶ σᾶς μισοῦν. Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας. Καὶ κάνετε καλὸ καὶ σ’ ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν περιμένετε οὔτε ἕνα εὐχαριστῶ».

Τὸ ἀγώνισμα ποὺ θεοποιεῖ

Τὸ βραβεῖο καὶ ἡ ἀμοιβὴ ἐδῶ δὲν θὰ εἶναι ἁπλῶς μία φίλαυτη χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση ἀλλὰ κάτι ἀσύγκριτα ἀνώτερο: θὰ γίνετε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου Πατέρα μου, «τοῦ ἐν οὐρανοῖς», ποὺ κι Ἐκεῖνος, ὄχι μόνο δὲν μισεῖ ἀλλὰ καὶ εὐεργετεῖ ἐκείνους ποὺ τὸν ὑβρίζουν. θὰ τοῦ μοιάσετε τόσο πολύ, ποὺ θὰ σᾶς ἀναγνωρίσει δικά του παιδιά, παρόλο ποὺ τὰ μεγέθη εἶναι ἀσύγκριτα: Ἐσεῖς περιφρονεῖσθε καὶ ἀδικεῖσθε ἀπὸ ὁμόδουλους συνανθρώπους σας· Ἐκεῖνος ὅμως ἀπὸ τὰ κτίσματά του, τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ φυσικά, δὲν συγκρίνονται οἱ εὐεργεσίες ποὺ Ἐκεῖνος κάνει σ’ ἐμᾶς, μὲ αὐτὲς ποὺ ἐσεῖς κάνετε στοὺς συνανθρώπου σας.

Ἐδῶ, σίγουρα, δὲν ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μία ἠθικὴ βελτίωση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἁπλῶς λύνει κάποια κοινωνικὰ προβλήματα συνύπαρξης μὲ τοὺς ἄλλους. Ἐδῶ ὁ Θεὸς μᾶς χαρίζει μία ὀντολογικὴ μεταμόρφωση, τὴν κατὰ χάριν ὁμοίωση μὲ Ἐκεῖνον, τὴ θέωση. Καὶ ὑπέροχα ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν εἶπε ὁ Χριστός, ἂν νηστεύετε, παρθενεύετε ἢ προσεύχεσθε θὰ γίνετε ὅμοιοι μὲ τὸν ἐπουράνιο Πατέρα· ἀλλὰ ἂν γίνετε οἰκτίρμονες καὶ ἐλεήμονες ἀκόμη καὶ πρὸς τοὺς ἐχθρούς σας». Αὐτὰ τὰ λέει ἕνα κορυφαῖο πρότυπο νηστείας, παρθενίας καὶ προσευχῆς, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὄχι γιὰ νὰ ὑποτιμήσει τὶς θεοποιοὺς αὐτὲς ἀρετές, ἀλλὰ γιὰ νὰ τονίσει ὅτι οἱ ἠθικὲς ἀρετὲς δὲν εἶναι αὐτοσκοπὸς ἀλλὰ ἀπαραίτητα σκαλοπάτια, γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν κορυφὴ τῆς ἀγάπης: Τῆς ἀγάπης καὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς.

Ἡ στρατηγική της τέλειας ἀγάπης

Ὁ Μάρτιν Νιμέλερ, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς ἥρωες τῆς Γερμανίας, διακριθεὶς ὡς διοικητὴς ὑποβρυχίου στὸν Α\’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τὸ 1924 ἄφησε τὴ στρατιωτική του καριέρα καὶ ἔγινε ἱεροκήρυκας. Ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ κατήγγειλε τὶς ἀντιχριστιανικὲς ἀρχὲς τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ καὶ αὐτὸ τὸ «πλήρωσε» μὲ ἐγκλεισμὸ στὸ φρικτὸ Νταχάου μέχρι τὸ τέλος τοῦ Β\’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μιλώντας γιὰ τὴν ἐμπειρία τῆς φυλακῆς του, εἶπε: «Δὲν φοβόμουν τόσο ὅτι κάποια μέρα θὰ μὲ κρεμοῦσαν στὴν ἀγχόνη ποὺ εἶχαν στήσει στὸ προαύλιο τῆς φυλακῆς μας. Περισσότερο φοβόμουν μήπως ἀντιδροῦσα λέγοντας: «Ὑπάρχει Θεὸς καὶ Αὐτὸς θὰ σᾶς δείξει!». Ὅμως, ἂν ὁ Χριστὸς πέθαινε ἔτσι, χωρὶς νὰ συγχωρήσει τοὺς σταυρωτές του, δὲν θὰ ὑπῆρχε γιὰ ἐμᾶς σωτηρία, οὔτε τρόπος νὰ καταλάβουμε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπάει. Δὲν θὰ εἴχαμε ἐλπίδα Ἀνάστασης! Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ δική μας σωτηρία προϋποθέτει τὸ ὅτι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας».

O ἅγιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι μᾶς στηρίζει σ’ αὐτὸ τὸ σωτήριο ἀγώνισμα μὲ τὶς πρακτικὲς συμβουλές του: «Ἄρχισε νὰ προσεύχεσαι γιὰ ἐκεῖνον ποὺ σὲ στενοχώρησε μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ σου· πήγαινε μόνος σου νὰ τὸν βρεῖς, ὅταν δεῖς ὅτι ξεθύμανε ὁ θυμὸς του· δῶσε του καὶ κάποιο δωράκι· φέρσου του φιλόφρονα. Τότε μίλησέ του γιὰ συγχώρηση. Δεῖξε του ὅσο πιὸ πολλὴ ἀγάπη μπορεῖς. Τίποτε δὲν φέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ συναίσθηση τόσο, ὅσο τὸ νὰ μιλᾶς γι’ αὐτὸν μὲ καλοσύνη καὶ ταπείνωση. Καὶ τίποτε δὲν τὸν ἐξοργίζει τόσο, ὅσο τὸ νὰ τὸν κατηγορεῖς ὅτι σὲ πίκρανε, νὰ τὸν ἀποφεύγει καὶ νὰ τὸν κακολογεῖς σὲ ἄλλους. Μὴν τὸ ξεχνᾶς, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἀκούει, θὰ τοῦ τὰ μεταφέρει. Αὐτὸ εἶναι μεγάλο κακό. Καὶ ἰσχύει ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς λεγόμενους \”πνευματικοὺς ἀνθρώπους\”. Ὅμως ἀληθινὰ \”πνευματικὸς ἄνθρωπος\” εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀγωνίζεται νὰ σώσει ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐχθρὸ του· αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὰ σοφός· ὁ τέλειος ἀγωνιστής».