ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ: Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έζησε στο Άγιον Όρος από το 1921 έως το 1959. Η κατά κόσμο καταγωγή του Γέροντα ήταν από την νήσο Πάρο. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Φραγκίσκος [Φραντζέσκος]. Στα χρόνια που γεννήθηκε, οι αξίες στην δική του φτωχή κατά τα άλλα οικογένεια του δώρισε άριστες αρχές και ενάρετο χαρακτήρα. Πολύ σύντομα έμεινε ορφανός από πατέρα και αυτό του στέρησε την δυνατότητα να έχει ιδιαίτερες σπουδές. Τελείωσε την Β’ Δημοτικού, ώστε μόλις είχε την δυνατότητα απλώς να διαβάζει και να γράφει χωρίς σωστή σύνταξη και με πολλά ορθογραφικά λάθη. Εργαζόταν στον τόπο της γεννήσεώς του, τελείωσε την στρατιωτική του θητεία στο Ναυτικό και σε ηλικία περίπου 23 ετών βρισκόταν στην Αθήνα σαν μικροπωλητής.

ΤΟ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΟΡΑΜΑ: Στην απλότητα των χρόνων εκείνων στην Αθήνα, μια ευγενική ύπαρξη γεμάτη αυτοθυσία και αγάπη όπως ήταν ο Φραγκίσκος, ζούσε μια ζωή έντιμη και προσεγμένη, έως ότου κάποιες συγκυρίες του άλλαξαν τελείως την ζωή. Ενώ μελετούσε βιβλία παλαιών ασκητών της Εκκλησίας, ένα αποκαλυπτικό όραμα του έδωσε μεγάλη ώθηση προς τον μοναχισμό. Βρέθηκε, στο όραμά του, σε μεγαλειώδεις ανακτορικούς χώρους και συνοδευόμενος από τους φύλακες του χώρου αυτού φοβήθηκε, διότι δεν γνώριζε πως βρέθηκε εκεί, χωρίς να το αξίζει, όμως εκείνοι χαμογέλασαν με καλοσύνη και του είπαν ότι το να ανεβεί εκεί είναι επιθυμία του Βασιλέως. Για την εποχή εκείνη, αυτό φάνταζε ύψιστη τιμή. Εδώ όμως δεν συνάντησε ο Φραγκίσκος κάτι το επίγειο, αλλά περνώντας μέσα από ασύλληπτους για την γήινη διάνοια χώρους, σε μια άλλη διάσταση, τον υποδέχτηκαν και του έδωσαν ενδυμασία πολύτιμη, όλο φως, ενώ ταυτόχρονα του είπαν “από εδώ και στο εξής θα υπηρετείς εδώ”. Παρόμοιες “πληροφορίες” είχε συναντήσει ο Φραγκίσκος στην μελέτη βίων ασκητών της ερήμου. Αυτό το όραμα-αποκάλυψη συνοδευόταν και από μια υπερκόσμια θεϊκή ενέργεια. Αυτή η ενέργεια γέμισε τον εσωτερικό κόσμο του Φραγκίσκου με τον πόθο να γνωρίσει τον Δημιουργό του, να απομακρυνθεί από κάθε τι γήινο, να μιμείται-πριν γίνει ακόμη μοναχός-την προσευχή, την νηστεία και την αγρυπνία των διαφόρων Μονών, στην Πεντέλη και σε άλλους χώρους κοντά στην Αθήνα, που τότε ήταν ακατοίκητα.

ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ: Μετά από μια “συμπτωματική” γνωριμία του με ένα Αγιορείτη μοναχό, οδηγήθηκε στο Άγιο Όρος και μάλιστα στα ερημικότερα μέρη του στα Κατουνάκια. Ο Φραγκίσκος δεν ήταν ακόμη έμπειρος ασκητής, είχε όμως ενημερωθεί από τα βιβλίαπαλαιών ασκητών και έχοντας την εσωτερική πληροφορία, ότι, για να ονομάζεται κανείς άνθρωπος, πρέπει να έχει νικήσει μέσα του όλα τα πάθη που αποθηριώνουν τον άνθρωπο. Αυτός ο άλογος τρόπος ζωής, όπως έμπειρος αργότερα ασκητής έγραφε στα πνευματικά παιδιά που καθοδηγούσε, χαρακτηρίζεται από τον εγωισμό, την φιλαυτία και την πλεονεξία. Σαν συνέχεια της αλυσίδας αυτών των κακών είναι ο θυμός και η ταραχή, το μίσος και γενικότερα ότι αντιστρατεύεται την αγάπη. Για να ξεκινήσει τον μοναχικό του αγώνα, σύμφωνα με όσα είχε διαβάσει, έπρεπε να συναντήσει έμπειρους γέροντες, ώστε με την καθοδήγηση να περπατήσει στον αόρατο δρόμο της θεώσεως, να πολεμήσει με παράλογες επιθυμίες, να βρει συμπαράσταση της Θείας Χάρης, και με τη βοήθειά της να νικήσει κάθε μορφή κακίας, που είχε ίσως κατακτήσει κάποιο μέρος της καρδιάς του ή επρόκειτο να τον προσβάλει για να του ανακόψει τον δρόμο. Πράγματι η Θεία χάρη σύντομα ήρθε αρρωγός του:

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ: Ενώ έμενε στην πλέον ερημική Βίγλα του Άθωνα και προσπαθούσε, όπως είχε διαβάσει στους βίους των οσίων, να προσεύχεται, να νηστεύει, να αγρυπνεί και να αναζητεί καθοδήγηση, κουράστηκε υπερβολικά, και με πόνο, ένδακρυς, παρακαλούσε τον Χριστό και τη Θεοτόκο για βοήθεια και συμπαράσταση. Από την Βίγλα κοίταζε προς στο εκκλησάκι της Παναγίας στην κορυφή του Όρους και γεμάτος ταπείνωση προσευχόταν, όταν ξαφνικά αισθάνθηκε κάποιο σκίρτημα χαράς στην καρδιά του και ταυτόχρονα είδε αισθητά ένα φως το οποίο προερχόταν από το εκκλησάκι της Παναγίας που του μετέδωσε υπερφυσικές ιδιότητες. Έχασε την αίσθηση του χώρου, του χρόνου, της ύλης ακόμη και του σώματός του. Η χαρά ήταν ανεπανάληπτη, το φως ενωμένο με την ύπαρξή του και έξω από αυτόν, ενώ ταυτόχρονα η πονεμένη προσευχή του άλλαξε. Μέσα στην καρδιά του ακουγόταν ξεκάθαρα, με αίσθηση υπερφυσικής ειρήνης χωρίς δική του προσπάθεια το “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”, τη σύντομη προσευχή των Αγιορειτών Πατέρων. Αυτή ήταν η πρώτη του εμπειρία, πραγματική αίσθηση και πνευματική γνώση της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, η οποία μας δόθηκε κατά το άγιο βάπτισμα. Από τότε απομακρύνθηκε περισσότερο από τους κατοικημένους χώρους, ζούσε με υπερβολική λιτότητα, το φαγητό του ήταν λίγο παξιμάδι που το έπαιρνε από τις μονές για τις οποίες έφτιαχνε σκούπες από θάμνους, ενώ είχε αυστηρό πρόγραμμα την καλλιέργεια της προσευχής μέσα στην καρδιά του, όπως τον δίδαξε η Θεία Χάρη, η οποία για να ξαναδυναμώσει μέσα του, μετά την αποκάλυψη εκείνη, χρειαζόταν ο αδιάκοπος αγώνας της εργασίας του μοναχού.

ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ Η ΝΊΚΗ: Κάποτε, στην κορυφή του Άθωνα την ημέρα της εορτής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, συνάντησε τον μετέπειτα συνασκητή του π. Αρσένιο και αφού συμφώνησαν να αγωνιστούν μαζί, ζήτησαν την συμβουλή του σοφού Γέροντα, του Γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη, πού να μείνουν και πώς να αγωνίζονται. Αυτός τους σύστησε να υποταχθούν σε κάποιο γέροντα ενάρετο, ακόμη και αν είναι πολύ απλός, να πάρουν την ευχή του και μετά την κοίμησή του να αγωνιστούν όπως τους αρέσει. Πράγματι παρέμειναν και έζησαν κοντά στους Γέροντες Εφραίμ και Ιωσήφ. “Η ασκητική ζωή με την δύναμη της Χάριτος του Θεού διώχνει κάθε πονηρή σκέψη που υποβάλλει κυρίως φαντασιώσεις υπερηφανείας, σαρκικές αναπαύσεις, ηδονές και απολαύσεις, ή ακόμη την προσκόλληση στα υλικά πράγματα, ώστε να κινδυνεύει κανείς να θυμώνει όταν του τα στερούν ή να ανταποδίδει κακόν αντί κακού. Και αντί όλων αυτών με την Θεία Ενέργεια, με την παράλληλη προσοχή και απόφασή του να μοιάσει στον Θεό, ο ασκητής αποκτά επίγνωση της αδυναμίας του ανθρώπου” [Αρχ. Εφραίμ. Καθ. Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου].

Ο ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΚΕΙΡΕΤΑΙ – ΜΟΝΑΧΟΣ ΙΩΣΗΦ: Στη διάρκεια του αγώνα των μοναχών μας στα Κατουνάκια, πέθανε ο ένας από τους Γέροντες, ο Ιωσήφ, ενώ στο όνομά του είχε ήδη καρεί μοναχός ο μακαριστός μας Γέροντας, ο πρώην Φραγκίσκος και τώρα πλέον Ιωσήφ. Κάποιες συνήθειες των περιοίκων μοναχών ανάγκασαν τον Γέροντα Εφραίμ και τους δύο υποτακτικούς Ιωσήφ και Αρσένιο να ανέβουν ψηλότερα στην περιοχή του Αγ. Βασιλείου. Οι δυσκολίες λόγω της ακτημοσύνης ήταν απερίγραπτες. Εκεί αναγκάστηκαν να φτιάξουν ένα μικρό πρόχειρο καλυβάκι με απερίγραπτους κόπους. Λίγο καιρό αργότερα, σε βαθειά γεράματα, πέθανε και ο Γέροντας Εφραίμ, ενώ συγχρόνως για τον γέροντα Ιωσήφ ξεκίνησαν οι μεγάλοι πνευματικοί αγώνες.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΚΑΙ Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ: Ο Γέροντας πριν ακόμη ξεκινήσει τον ασκητικό του αγώνα, είχε πόθο να ζήσει μια πολύ πνευματική ζωή και δεν υπολόγιζε κόπους σωματικούς, νηστείες, θλίψεις, υπομονή και ότι άλλο χρειαζόταν για να πετύχει στον σκοπό του. Κάποτε ενώ προσευχόταν στο μικρό καλύβι του στον Άγιο Βασίλειο μέσα στην απόλυτη ησυχία της αθωνικής ερήμου και της νύκτας, το άκτιστο φως της Θείας Χάριτος αυξήθηκε μέσα του και ξαφνικά εμφανίστηκαν μπροστά του ένα τάγμα μοναχών σαν παράταξη και απέναντι τους πάλι σαν είδος στρατού πολλοί μαύροι εξαγριωμένοι με άσχημη όψη και διάθεση. Τον πλησίασε τότε ένας λουσμένος από θεϊκό φως στρατηγός και του είπε: ¨Επιθυμείς να πολεμήσεις στην πρώτη γραμμή;” και ενώ ο μακαριστός Γέροντας του απάντησε γεναία “ναι”, οδηγήθηκε τελείως μπροστά, όπου ήταν ένας ή δύο μοναχοί, ενώ ταυτόχρονα του μίλησε ο οδηγός του και του είπε: “όποιος θέλει να πολεμήσει ανδρεία με αυτούς τους σκοτεινούς δεν τον εμποδίζω αλλά τον βοηθώ”. Οκτώ χρόνια αγωνίστηκε σκληρά ο Γέρων Ιωσήφ εναντίον κάθε δαίμονα και κυρίως αυτού της πορνείας. Στο διάστημα αυτό ο αγώνας ήταν εξαντλητικός, κοιμόταν λίγο σε ένα είδος καθίσματος, δεν ξάπλωνε, νήστευε και προσευχόταν αδιάλειπτα. Όταν έφτανε σε υπερβολική κόπωση τον παρηγορούσε η Χάρη του Θεού. Ο ίδιος στηρίζοντας αργότερα τα πνευματικά του παιδιά, τους διηγιόταν πολλές από αυτές τις θεϊκές παρηγοριές.

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΔΑΝΙΗΛ: Στο διάστημα αυτό γνώρισε έναν ενάρετο ασκητή, τον Γέροντα Δανιήλ, που έμενε στο κάθισμα του Αγίου Πέτρου μετά την περιοχή των Κρύων Νερών. Ο ίδιος διηγείται: “Η τάξις μου ήτο να εσθίω άπαξ της ημέρας ολίγον, με μέτρον ψωμί και φαϊ. Και καν Πάσχα ή Απόκρηες ένα ήτον εις ημάς φαγητόν. Άπαξ. Και εις όλον το έτος ολονύκτιος αγρυπνία. Την τάξιν αυτήν παρελάβαμε με τον Γέροντα Αρσένιον από έναν νηπτικόν και άγιον Γέροντα, τον Παπα-Δανιήλ. […] ήτο ιερεύς και ησυχαστής άκρον. Δεν εδέχετο εις την λειτουργίαν κανένα. Βαστούσε η λειτουργία του τρισήμισυ με τέσσαρες ώρες. Από τα δάκρυα δεν ημπορούσε να δώσει τας εκφωνήσεις. Εγένετο λάσπη το έδαφος. Δι αυτό και αργούσε πολύ. Αυτός ήτον πενήντα και πλέον ετών ιερουργός. Μίαν ημέραν δεν εννοούσε να αφήση την θείαν λειτουργίαν. Και την Σαρακοστήν όλες τες ημέρες έκαμε Προηγιασμένες. Και μέχρι τέλους χωρίς ασθένειαν εκοιμήθη… Αυτός δεν εδέχετο κανέναν ως είπομεν, αλλά […] και η οικονομία Θεού, εσυγκατέβει και με εδέχετο. Και εις κάθε φοράν με έλεγεν ολίγα πλήρη χάριτος λόγια. Και εβάδιζα όλην την νύχτα δια να πάω εκεί μόνος, να ιδώ την όντως θείαν εκείνην παράστασιν, και να ακούσω ένα δύο λογάκια… Ήσαν και άλλοι πολλοί, έχοντες έκαστος ίδιον χάρισμα και πάντες ηγιασμένοι, ευωδιάζοντες ως κρίνα την έρημον”. ΣΤΑ ΣΠΗΛΑΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΑΣ: Στον Άγιο Βασίλειο έγινε γνωστός πλέον ο Γέροντας και πολλοί τον επισκέπτονταν για συμβουλές. Έτσι ενοχλούμενος στην ησυχία του αναζητούσε άλλο χώρο ησυχαστικό και δύσβατο, κρυμμένο από τους πολλούς. Δεν άργησε να ανακαλύψει τις σπηλιές στην Μικρά Αγία Άννα. Ήταν τόπος στενός και δύσβατος. Ο χώρος για να κτιστεί ένα μικρό πήλινο καλυβάκι, όπως συνηθιζόταν ήταν σχεδόν ακατάλληλος. Όλη τους η περιουσία ήταν λίγα βιβλία και τα ρούχα που φορούσαν. Ματακόμισαν εκεί τον Ιανουάριο του 1938. Οι κόποι οι παρατεταμένες νηστείες και αγρυπνίες κατέβαλαν πλέον το σώμα του Γέροντα. Αναγκάστηκαν και έκτισαν μια μικρή πόρτα στους βράχους που ήταν η μοναδική φυσική είσοδος, λίγο μετά έκτισαν κάτω από την σπηλιά ένα μεγαλύτερο καλύβι με ξύλα, βέργες, πηλό, το οποίο διαίρεσαν σε τρία πολύ μικρά δωμάτια. Ήταν δε τόσο μικρό που με κόπο μπορούσε να εξυπηρετηθεί άνθρωπος περιορισμένων

απαιτήσεων, και αντί πόρτας χρησιμοποιούσαν το παράθυρο. Για εννέα χρόνια στο καλύβι της Μικράς Αγίας Άννας ήταν μόνο οι δύο τους, ο Γέροντας Ιωσήφ και ο π. Αρσένιος. Ο εφημέριος ερχόταν μία ή δύο φορές την εβδομάδα για την θεία λειτουργία. Ο εφημέριος αυτός , ενάρετος ιερομόναχος, ήταν ο μετέπειτα πολύ γνωστός Παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτης. Ο νους των δύο ασκητών ανάλαφρος αντιμετώπιζε γενναία τις εχθρικές προσβολές, ζούσε μέσα σε απερίγραπτη εσωτερική και εξωτερική ησυχία και ενωνόταν με το Πνεύμα το Άγιο του Θεού. Άλλωστε, στην ασκητική ζωή της Ορθοδοξίας, οι ασκητές δεν είναι άνθρωποι που μισούν το σώμα τους, αλλά με τη νηστεία και τους κόπους νικούν τα πάθη που προκαλούν οι ηδονές του σώματος, ενώ με την ταπείνωση νικούν τον εγωισμό, με την συνέργεια της Θείας Χάριτος. Έτσι επιδίδονται σε αγώνες ησυχίας, σιωπής και προσευχής, με σκοπό να φθάσουν στην ένωση με τον Θεό και την τέλεια αγάπη.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟ: Το 1947 και ενώ ο Γέροντας Ιωσήφ συνεχίζει την σκληρή και αυστηρή ασκητική του ζωή, δέχτηκε στην συνοδεία του μετά από προσευχή τον Γέροντα Ιωσήφ από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου. Όταν προσέγγισε τον Γέροντα Ιωσήφ, εκείνος αρχικά δεν τον δέχτηκε σαν μαθητή του. Όμως παρακαλώντας τον επίμονα απέσπασε την υπόσχεση ότι θα προσευχόταν ο Γέροντας και θα του απαντούσε μετά από θεϊκό φωτισμό και πληροφόρηση. Ο ίδιος ο Γέροντας ΙωσήφΒατοπαιδινός, στην εκτενή βιογραφία που έχει συγγράψει για τον Γέροντα του αναφέρει: “Όταν την επόμενη μέρα, μετά από εναγώνια αναμονή, άκουσα την συγκατάθεση του Γέροντα ότι με δέχεται, άνοιγε για την ευτέλειά μου η νέα σελίδα της ταπεινής μου ζωής. Μόνον από τότε δεν είχα αμφιβολίες ή απορίες, αλλά με όλο το πλήρωμα της πληροφορίας και πίστεως ευρήκα αυτό που νοσταλγούσα και προγραμμάτιζα […]. Έμενα πια μόνιμα μαζί τους, όταν ο Γέροντας εγκατέλειψε το κελλάκι του όπου έμενε και πήγε μακρύτερα, διακόσια περίπου μέτρα, σε άλλο κελλί που του είχα ετοιμάσει και έμενε εκεί μόνος του. Μετά την αγρυπνία μας, τα μεσάνυχτα, πηγαίναμε στον Γέροντα, διότι ενωρίτερα δεν δεχόταν ποτέ. Ένα μεσημέρι μετά το γεύμα, όταν του έβαλα μετάνοια για να φύγω στο κελλί μου όπως πάντα, μου έσφιξε το χέρι και μειδιών μού είπε: “απόψε θα σου στείλω ένα δεματάκι και πρόσεξε να μη το χάσεις”. Εγώ δεν κατάλαβα τι εννοούσε ούτε το σχολίασα καθόλου μέσα μου και έφυγα. Μετά την ανάπαυση, […] μόλις άρχισα την προσευχή μου, δεν πρόλαβα να προφέρω πολλές φορές το όνομα του Χριστού μας, και γέμισε η καρδιά μου αγάπη προς τον Θεόν. Έξαφνα πολλαπλασιάστηκε τόσο πολύ που δεν προσευχόμουν πλέον, αλλά εθαύμαζα με έκπληξιν το ξεχείλισμα αυτό της αγάπης. Ήθελα να αγκαλιάσω και να ασπασθώ όλους τους ανθρώπους και όλη την κτίση και συγχρόνως σκεφτόμουν τόσο ταπεινά που ένοιωθα πως είμαι κάτω από όλα τα κτίσματα. Το πλήρωμα όμως και η φλόγα της αγάπης μου ήταν προς τον Χριστό μας, που αισθανόμουν ότι ήταν παρών, αλλά δεν μπορούσα να τον ιδώ, για να προσπέσω στους αχράντους πόδας Του και να τον ρωτήσω, πως πυρπολεί τόσο τις καρδιές και μένει κρυμμένος και άγνωστος. Είχα τότε μίαν λεπτήν πληροφορία ότι αυτή είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος και αυτή είναι η βασιλεία των ουρανών, που ο Κύριος μας λέγει ότι ευρίσκεται εντός ημών. Και έλεγα: ας μείνω, Κύριε μου, έτσι και δεν χρειάζομαι άλλο τίποτα. Αυτό κράτησε αρκετήν ώρα και σιγά σιγά επανήλθα στην πρώτη μου κατάσταση πάλι και περίμενα με αγωνία, ανυπόμονα, να έλθη η κατάλληλη ώρα να πάω στον Γέροντα να τον ρωτήσω τί ήταν αυτό το πράγμα και πως έγινε. […] πήγα τρέχοντας και τον ευρήκα έξω από το κελλί του να περπατάει στο μικρό του προαύλιο. Μόλις με είδε άρχισε να μειδιά και πριν του βάλω μετάνοια μου είπε: Είδες τι γλυκύς που είναι ο Χριστός μας; Κατάλαβες πρακτικά τι είναι αυτό που επίμονα ρωτούσες; Τώρα βιάσου να κάμης κτήμα σου αυτή τη Χάρη και να μη σου την κλέψη η αμέλεια”.

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ: Οι σκληροί αγώνες του Γέροντα, οι στερήσεις, οι αδιάκοποι κόποι, οι απόκρημνοι, δύσβατοι χώροι όπου ασκήτευε, τον κατέβαλαν σωματικά ώστε να φαίνεται υπέργηρος. Της Σαρακοστής το πρόγραμμα ήταν 75 γραμμάρια αλεύρι κοινό για τον καθένα βρασμένο με λίγο αλάτι, κατά την ενάτη βυζαντινή ώρα, περίπου τρεις ώρες πριν την δύση του ήλιου. Όταν αργότερα στον χώρο αυτό προσήλθαν ακόμη δύο αδελφοί, ο Προηγούμενος Εφραίμ της Μονής Φιλοθέου και ο προηγούμενος Γέροντας Χαράλαμπος της Ιεράς Μονής Διονυσίου, οι δυσκολίες διαμονής έγιναν αξεπέραστες. Με υπεράνθρωπες προσπάθειες κατασκεύασαν ένα χώρο πιο βαθειά στον οποίο αποσύρθηκε ο Γέροντας Ιωσήφ για ησυχία, ενώ στο αρχικό πήλινο σπιτάκι παρέμειναν οι τρεις νέοι υποτακτικοί. Σύντομα οι δυσκολίες δημιούργησαν έντονα προβλήματα υγείας, ακόμη περισσότερο στους νεότερους. Έτσι αποφασίστηκε να κατεβούν χαμηλότερα και προτιμήθηκε η νέα Σκήτη της Ιεράς Μονής του Αγίου Παύλου [1951]. Εκεί, προσπάθησαν και πάλι να δημιουργήσουν χώρους διαμονής στα ψηλότερα και ασκητικότερα αυτά μέρη. Οι δυσκολίες ήταν και πάλι απερίγραπτες εφόσον δεν είχαν ούτε τα απαραίτητα εργαλεία, αλλά ούτε και την οικονομική δυνατότητα. Η συνήθεια όμως στις στερήσεις έκανε και την δοκιμασία αυτή υποφερτή και σύντομα είχαν ετοιμάσει καταλύματα και συνέχιζαν το πνευματικό τους πρόγραμμα. Όταν ο Γέροντας είχε ήδη καταβληθεί και η υγεία του χειροτέρεψε, δύο σοβαρές ασθένειες, η μία μετά την άλλη επέφεραν το τέλος της επίγειας ζωής του την 15η Αυγούστου 1959. Ο βιογράφος του αναφέρει: “Οι τελευταίες μέρες του ήταν πολύ οδυνηρές, γιατί η προχωρημένη πλέον ανεπάρκεια του εμπόδιζε την αναπνοή και κοπίαζε πολύ. Αυτό όμως για μας ήταν μάθημα υπομονής. Αισθανόμενοι την αγώνα του και ενώ προσπαθούσαμε να τον ανακουφίσουμε αυτός μας παρηγορούσε καταλλήλως με πρακτικά παραδείγματα αναφερόμενος ιδίως στην ματαιότητα του κόσμου. Μας έλεγε: “κοντεύει η μέρα μου να φύγω. Όπως έγινα δεν είμαι τώρα για τίποτα, ούτε μπορώ να αγωνισθώ άλλο”. Μη μπορώντας να κινηθεί ούτε και να ξαπλώσει λόγω της δύσπνοιάς του, καθόταν σε μια πρόχειρη πτυσσόμενη πολυθρόνα και έκλαιγε συνεχώς την ματαιότητα του βίου. Περίμενε την απόλυσή του απ΄αυτή την ζωή σαν τον ευτυχέστερο κλήρο και ψιθύριζε τροπάρια των κεκοιμημένων, όταν δεν τον πίεζε η δύσπνοια. “Αρσένιε” έλεγε χαριεντιζόμενος, “πότε φεύγουμε; Δεν εύχεσαι φαίνεται και αργούμε”. Για σαράντα μέρες, τις τελευταίες του, δεν έτρωγε τίποτε, μόνο κοινωνούσε κάθε μέρα και δροσιζόταν με λίγο καρπούζι. Η συνοδεία του απεγνωσμένα προσπαθούσε, επιστημονικά ή πρακτικά, να τον ανακουφίσει γιατί η δύσπνοια τον δυσκόλευε πολύ. Εκείνος όμως έλεγε: “Μην κοπιάζετε, παιδιά, δεν πρόκειται να μείνω. Από πόσο καιρό περιμένω αυτή την ώρα. Μόνον εύχεσθε να μην εμποδίσει τίποτα την ελπίδα μου. Έως ότου ζει ο άνθρωπος δεν μπορεί να αμεριμνήσει”. Την14η Αυγούστου 1959, υπολογίζοντας την επομένη, που ήταν η εορτή της Κοιμήσεως ανυπομονούσε, κάτι περίμενε. Συγχρόνως η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί. Νωρίτερα πνευματικά του παιδιά, λαϊκοί, τον χαιρέτησαν και όταν του ευχήθηκαν ανάρρωση, τους είπε: “όχι, όχι, φεύγω σύντομα όταν θα ακούσεται μετά τις ημέρες τις καμπάνες, να ξέρετε ότι έφυγεν ο φίλος σας. Υπολογίζω της Παναγίας μας”. Την άλλη ‘Αγια μέρα παρευρέθη στην Λειτουργία, με κόπο, είπε το τρισάγιο και μετέλαβε για τελευταία φορά μονολογώντας: “εις εφόδιον ζωής αιωνίου”. Κοίταζε επίμονα την εικόνα της Θεοτόκου, που τόσο την αγαπούσε, σαν να της ζητούσε κάτι. Τα ήρεμα δάκρυα του μαρτυρούσαν την ενδόμυχη αίτηση της ψυχής του στην Αειπάρθενο. Και η Μητέρα του Κυρίου εξεπλήρωσε την υπόσχεσή της προς το Γέροντα, να έχει δηλαδή την ελπίδα του σ’ αυτήν, με την τελευταία δωρεά της, να παραλάβει την ψυχή του την ημέρα της αγίας Κοιμήσεώς της! Καθισμένος στην καρέκλα του και παλεύοντας με την δύσπνοια, κράτησε κοντά του τον πατέρα Αρσένιο, όπως πάντοτε, αφού έδωσε στους λοιπόυς την ευχή του. Όταν ο πατήρ Αρσένιος θέλησε να τρίψει λίγο τα πόδια του για ανακούφιση, δεν τον άφησε και του είπε; “Παύσε πάτερ, Αρσένιε, μη κάνεις τίποτα. Τέλειωσαν όλα. Φεύγω”. Έπιασε το χέρι του αχώριστου συνασκητή του, σαν να τον χαιρετούσε για τελευταία φορά, κοίταξε λίγο ψηλά και παρέδωσε ήσυχα την μακαρίαν του ψυχή. Αφού ο Γέρων πανηγύρισε μαζί με τους συμμοναστές του την θεία μετάσταση της Θεοτόκου, έφυγε για να γιορτάσει στους ουρανούς αυτήν την χαρμόσυνη ημέρα. Ήταν ημέρα Παρασκευή λίγο μετά την ανατολή του ηλίου. Την επομένη που έγινε η κηδεία του, εκεί στον τόπο που ετελειώθη, όπως ο ίδιος ήθελε, ήλθαν όλοι οι Πατέρες της Σκήτης για τον τελευταίο επίγειο χαιρετισμό του προσφιλούς τους Γέροντα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Αρχιμ. Εφραίμ, καθηγ. Ι. Μ. Βατοπαιδίου, Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, περιοδ. Πεμπτουσία, τεύχος 1ο, Δεκ. 1999).

http://www.egolpion.com/ioshf_ushxasths.el.aspx#ixzz3V8Z1EdZR