Μητροπολίτου Φαναρίου Ἀγαθαγγέλου, Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει τήν Κυριακή μετά τήν 13η Ἰουλίου νά ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῶν 630 Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού συγκλήθηκε, τό 451μ.Χ., στήν Χαλκηδόνα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, στήν ἀρχαία παραθαλάσσια πόλη τῆς Βιθυνίας στήν ἀσιατική πλευρά τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Μέ τήν σύγκληση καί τίς ἀποφάσεις τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἡ Ἐκκλησία εἰρήνευσε μόνο προσωρινά.

Ὁ αἱρετικός Νεστόριος καί τά ἔργα του καταδικάσθηκαν καί μέ αὐτοκρατορικό διάταγμα, τό 435 μ.Χ., καί ἐπιβλήθηκε περιορισμός τῆς κατοχῆς καί διαδόσεως τῶν ἔργων του.

Μέσα σέ αὐτό τό κλῖμα, ἐμφανίσθηκαν στούς Ἀντιοχειανούς καί πάλι ἔργα τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας καί τοῦ Διοδώρου Ταρσοῦ, γιά νά καλύψουν τό κενό πού δημιούργησε ἡ ἀπαγόρευση τῶν ἔργων τοῦ Νεστορίου.

Τό γεγονός αὐτό προκάλεσε τίς ἀντιδράσεις τόσο τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλε-ξανδρείας πρός τόν Ἰωάννη Ἀντιοχείας ὅσο καί ἄλλων Ἐπισκόπων πού προσπάθησαν νά ἀντιταχθοῦν στήν διάδοση τῶν ἔργων αὐτῶν.

Στήν νέα αὐτή κατάσταση ἐνεπλάκη καί ὁ Πατριάρχης Κωνσταντι-νουπόλεως Πρόκλος, ὁ ὁποῖος μέ ἐπιστολή του πρός τόν Ἰωάννη «ἀξίωνε τόσο τήν ὑπογραφή τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἀνατολικῆς διοι-κήσεως στήν δογματική ἐπιστολή του, ὅσο καί τόν ἀναθεματισμό συγκεκριμένων “κεφαλαίων” ἀπό τά ἔργα τοῦ Θεοδώρου Μοψουε-στίας».

Ὁ Ἰωάννης θεώρησε ὅτι μιά τέτοια κίνηση θά ὁδηγοῦσε στήν ἀναθέρμανση τῶν συγκρούσεων καί γι΄ αὐτό δέν προχώρησε στήν ὑλοποίηση τῆς προτάσεως.

Τελικά, ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἀνέλαβε τό θεολογικό βάρος τῆς ἀναιρέσεως τῶν κακοδοξιῶν τῶν ὑποστηρι-κτῶν τοῦ Νεστορίου.

Ἡ κατάσταση εἶχε ἐκτραχυνθεῖ μέ τούς Ἀντιοχειανούς χρησι-μοποιοῦντες τά ἔργα τῶν Θεοδώρου Μοψουεστίας καί Διοδώρου Ταρσοῦ νά ἀπορρίπτουν ἀφ’ ἑνός τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, τήν θεολογία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου καί νά ἑρμηνεύουν μέ νεστοριανικό τρόπο τόν Ὅρο τῶν Διαλλαγῶν καί ἀφ’ ἑτέρου νά προβαίνουν μέ θρησκευτικό φανατισμό σέ διώξεις καί πράξεις ἐχθρότητας ἔναντι τῶν ἀντιφρονούντων.

Θά λέγαμε ὅτι ἦταν εὐτυχής συγκυρία νά ὑπάρχουν στούς τρεῖς ἐπιφανεῖς θρόνους οἱ μεγάλες προσωπικότητες τῶν Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως, Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί Ἰωάννου Ἀντιοχείας, πού ἐν τέλει ἐχειρίσθηκαν τήν κατάσταση μέ σύνεση, μετριοπάθεια καί ἀνοχή καί δέν ὄξυναν τά πράγματα στά ἄκρα.

Ὅμως, ὁ θάνατος καί τῶν τριῶν μέσα σέ τέσσερα χρόνια (ὁ Ἰωάννης τό 442 μ.Χ., ὁ Κύριλλος τό 444 μ.Χ. καί ὁ Πρόκλος τό 446 μ.Χ.) καί ἡ πλήρωση τῶν θρόνων μέ πρόσωπα [Κωνσταντινουπό-λεως Φαβλιανός (446-449 μ.Χ.), Ἀλεξανδρείας Διόσκορος (444-451 μ.Χ.), Ἀντιοχείας Δόμνος (443-450 μ.Χ.)] διαφορετικῆς σκέψεως καί ἀντιλήψεως γιά τήν εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας ἐπανέφεραν τό πρόβλημα τῆς διαστάσεως μεταξύ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς Ἀλεξανδρινῆς καί Ἀντιοχειανῆς Σχολῆς.

Νέος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας ἀναδεικνύεται ὁ Διόσκο-ρος, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶχε συνοδεύσει στήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τόν Ἅγιο Κύριλλο ὡς ἀρχιδιάκονός του. Ἀπό πιστός καί ἔμπιστός του μεταστρέφεται, καθώς δέν συμμερίζεται τήν μετριοπάθεια τοῦ εὐεργέτου του.

Προχωρᾶ στήν ἐκδίωξη τῆς οἰκογένειας τοῦ Κυρίλλου καί τῶν συνεργατῶν του καί παράλληλα δημεύει τήν μεγάλη περιουσία του. Προσπαθεῖ νά βρεῖ ἐρείσματα στόν κλῆρο, στούς μοναχούς, στόν λαό τόσο τῆς δικαιοδοσίας του ὅσο καί στούς μοναχούς τῆς Κωνσταντινουπόλεως πού ἀνησυχοῦσαν γιά τήν ἀμφι-σβήτηση τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τῆς θεολογίας τοῦ Κυρίλλου καί ἔρχεται σέ ρήξη μέ τούς Ἀντιοχειανούς.

Πίσω ἀπό αὐτή τή ρήξη ἀλεξανδρινῆς καί ἀντιοχειανῆς θεολογίας ὑποκρύπτονται οἱ φιλοδοξίες του καί ἡ προσπάθειά του γιά ἐπιβολή τῆς πρωτοκαθε-δρίας τοῦ θρόνου τῆς Ἀλεξάνδρειας στήν Ἀνατολή.

Σύμμαχος στήν ἀντιπαράθεση μέ τόν Θεοδώρητο Κύρου καί τούς Ἀντιοχειανούς στάθηκε ὁ φίλος τοῦ Διοσκόρου ζηλωτής ἀρχι-μανδρίτης Εὐτυχής, ὁ ὁποῖος ἡγεῖτο τῶν μοναχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Δέν χαρακτηριζόταν γιά τήν θεολογική του κατάρτιση καί δέν κατανοοῦσε πλήρως τήν θεολογία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ὡστόσο διακρίνονταν γιά τήν μεγάλη του ἐπιρροή στούς μοναχούς καί στόν λαό τῆς Βασιλεύουσας, λόγῳ κυρίως τοῦ ὑπέρμετρου ἀσκητικοῦ του βίου.

Δέν εἶναι ἄγνωστη καί ἡ ἐπιθυμία του νά ἀνέλθει στόν θρόνο τῆς πρωτεύουσας.

Ἐπίσης, διέθετε ἰσχυρή πολιτική ὑποστήριξη ἀπό τόν ἀναδεκτό του εὐνοῦχο καί πρωθυ-πουργό Χρυσάφιο, ὁ ὁποῖος ἐπηρέαζε καταλυτικά τόν ἄβουλο καί εὔπιστο αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τόν Β΄.

Δέν ἄφησε γραπτά κείμενα ἀλλά ἀνέπτυξε τήν διδασκαλία του σέ ὁμιλίες.

Ἀντίπαλος τοῦ Νεστορίου, θεωροῦσε αἱρετικούς ὅσους δέχονταν δυό φύσεις στόν Χριστό. Οὐσιαστικά διέστρεφε τήν θεολογία τοῦ Κυρίλλου πού διεκήρυσσε «τήν ὁμοουσιότητα τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ πρός τήν ἀνθρώπινη φύση καί μετά τήν ἕνωση…» καί ὑποστήριζε ἐσφαλμένα «ἤ ὅτι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ προϋπῆρχε τῆς ἐνανθρωπήσεως καί κατῆλθε ἀπό τόν οὐρανό, ἤ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Λόγος δημιούργησε στήν κοιλιά τῆς Θεοτόκου τήν ἀπαρχή τῆς θεωμένης ἀνθρωπότητας… καί στίς δύο ὅμως περιπτώσεις ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν ὁμοούσια πρός τήν ἀνθρώπινη φύση ἤ ἀφομοιώθηκε στή θεία φύση τοῦ Λόγου».

Δεχόταν «τήν ἕνωση τῶν δύο φύσεων ὡς κράση καί σύγκραση στήν ὁποία ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπορροφήθηκε ἐντελῶς ἀπό τή θεία».

Μέ τόν τρόπο αὐτό βέβαια σχετικοποιεῖτο ὁ ρόλος τῆς Θεοτόκου στήν ἐνανθρώπηση ἀλλά καί τό σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας.

Οἱ θέσεις αὐτές τοῦ Εὐτυχοῦς δέν ἔμειναν ἀναπάντητες ἀπό τούς Ἀντιοχειανούς καί τόν Θεοδώρητο Κύρου, πού μέ τό ἔργο του «Ἐρανιστής», τό πρῶτο οὐσιαστικά ἀντιμονοφυσιτικό, στράφηκε ἐναντίον αὐτῶν τῶν κακοδοξιῶν.

Ἀντιδράσεις παρουσιάσθηκαν καί στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐν τέλει ὁ Εὐτυχής κλήθηκε νά παρουσιασθεῖ σέ Σύνοδο, τό 448 μ.Χ., γιά νά ἀπολογηθεῖ γιά τίς διατυπωθεῖσες πρός αὐτόν κατηγορίες.

Ἄν καί ἔδειξε μετριοπάθεια στήν Σύνοδο, δέν δέχθηκε νά ἀναθεματίσει τίς ἰδέες γιά τίς ὁποῖες τόν κατηγοροῦσαν, μέ ἀποτέλεσμα ἡ Σύνοδος νά τόν καταδικάσει σέ καθαίρεση ἀπό τήν ἱερωσύνη, ἀφορισμό καί ἔκπτωση ἀπό τό ἀξίωμα τοῦ ἡγουμένου.

Μετά τήν καταδίκη του ὁ Εὐτυχής, μή δεχόμενος τίς ἀποφά-σεις, ἔστειλε ἐπιστολές πρός τούς θρόνους τῆς Ρώμης, τῆς Ἀλεξάν-δρειας, τῶν Ἱεροσολύμων καί σέ ἄλλους Ἐπισκόπους μιλώντας περί δῆθεν αὐθαιρεσίες τῆς Συνόδου πρός τό πρόσωπό του καί ἐκθέτοντας τήν διδασκαλία του.

Ὁ Ρώμης Λέων, ἀφοῦ μελέτησε τά πρα-κτικά τῆς Συνόδου, ἀπάντησε μέ τήν περίφημη δογματική ἐπιστολή του –Τόμος Λέοντος- μέ τήν ὁποία ἀπέρριπτε τίς αἱρετικές θέσεις τοῦ Εὐτυχοῦς, θεωροῦσε ὡς ἐπαρκές γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη τό Σύμβολο τῆς Νικαίας καί διετύπωνε τήν ὀρθή πίστη καί διδασκαλία.

Γράφει ὁ Τόμος ὅτι «μέ τήν ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Λόγου διασώζονται πλήρως τά ἰδιώματα τῶν δύο φύσεων καί οὐσιῶν καί ἑνώνονται σέ ἕνα καί μοναδικό πρόσωπο… ὁ Ἀληθινός Θεός γεννήθηκε μέ τήν πλήρη καί τελεία φύση ἑνός ἀληθινοῦ ἀνθρώπου, τέλειος στήν δική του φύση καί τέλειος στή δική μας… κάθε μιά ἀπό τίς δύο φύσεις ἐνεργεῖ τά ἰδικά της σέ κοινωνία μέ τήν ἄλλη, ἀφοῦ στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ οὔτε ἡ ἀνθρω-πότητα χωρίς ἀληθινή θεότητα ὑπάρχει, οὔτε θεότητα χωρίς ἀλη-θινή ἀνθρωπότητα ἄλλωστε εἶναι ἐξ ἴσου ἀσεβές νά λέγεται ὅτι ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶχε δύο φύσεις πρό τῆς ἑνώσεως, ὅσο καί νά ὑποστηρίζεται ὅτι μετά τήν σάρκωση τοῦ Λόγου εἶχε μία μόνο φύση».

Τά ἐρείσματα πού δέν μπόρεσε νά βρεῖ στήν Ἐκκλησία ὁ Εὐ-τυχής, τά βρῆρε μέ τήν ὑποστήριξη τοῦ Χρυσαφίου στόν αὐτο-κράτορα, ὁ ὁποῖος ἀφ’ ἑνός διέταξε ἔλεγχο τῶν πρακτικῶν καί τῆς διαδικασίας τῆς Συνόδου τοῦ 448 μ.Χ. καί ἀφ’ ἑτέρου συγκάλεσε μιά μεγάλη Σύνοδο στήν Ἔφεσο τό 449 μ.Χ. γιά ἀναθεώρηση τῆς ὑποθέσεως τοῦ Εὐτυχοῦς. Πράγματι, ἡ Σύνοδος συνῆλθε ὑπό τήν προεδρεία τοῦ Ἀλεξανδρείας Διόσκουρου, ὁ ὁποῖος ἦταν καί ὁ ἰθύ-νων νοῦς αὐτῆς.

Ἡ σύγκληση, ἡ προεδρία, οἱ διαδικασίες καί τό κα-θεστώς τρομοκρατίας σέ αὐτή κατεδείκνυαν τό οὐσιαστικά προ-αποφασισμένο ἔργο πού θά ἐπιτελοῦσε: τήν ἀποκατάσταση τοῦ Εὐτυχοῦς.

Ἡ Σύνοδος αὐτή, πού ἔμεινε στήν ἱστορία ὡς «Ληστρι-κή», δέχθηκε τούς «δώδεκα ἀναθεματισμούς» τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας ὡς ὀρθόδοξη διδασκαλία καί προχώρησε στήν καθαίρεση τῶν πολεμίων τοῦ μονοφυσιτισμοῦ: τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανοῦ καί ἄλλων, ὅπως τοῦ Ἀντιοχείας Δόμνου καί τοῦ Θεοδωρή του Κύρου.

Ἡ Σύνοδος αὐτή δημιούργησε μεγάλο ἀναβρασμό καί ἀντι-δράσεις στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ρώμης Λέων ἔγραψε ἐπι-στολή στόν αὐτοκράτορα μέ τήν ὁποία ἐξέφρασε σφοδρές διαμαρ-τυρίες γιά τήν Σύνοδο, τήν ὁποία χαρακτήρισε ληστρική καί ὕβρη τῆς πίστεως καί κόλαφο καθ΄ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας καί ζητοῦ-σε τήν σύγκληση νέας Συνόδου.

Ἡ κατάσταση ἄρχισε νά ἀλλάζει στίς 28 Ἰουλίου τοῦ 450 μ.Χ. μέ ἕνα τυχαῖο γεγονός: τόν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Β΄ πού σκοτώθηκε σέ κυνήγι πέφτοντας ἀπό τό ἄλογό του. Μήν ἔχοντας ἀπογόνους, τήν ἐξουσία ἔλαβε ἡ δυναμική ἄγαμη ἀδελφή του Πουλχερία, ἡ ὁποία εἶχε τόν τίτλο τῆς αὐγούστας.

Ἀφοῦ νυμ-φεύθηκε τόν ἡλικιωμένο, εὐσεβῆ καί ἱκανό στρατηγό Μαρκιανό θέλησε νά ἀποκαταστήσει τήν Ὀρθοδοξία, τήν τάξη καί τήν εἰρήνη στήν Ἐκκλησία, καθώς δέν συμμεριζόταν καθόλου τίς ἐνέργειες τοῦ θανόντος ἀδελφοῦ της καί δέν ἀναγνώριζε τίς ἀποφάσεις τῆς Ληστρικῆς Συνόδου.

Προχώρησε σέ μιά σειρά ἐνεργειῶν· εἰδικότερα, διέταξε τήν ἐκτέλεση τοῦ εὐνούχου Χρυσαφίου καί συγκάλεσε Ἐνδημοῦσα Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία ἀναθεμάτισε τόν Διόσκορο καί τόν Εὐτυχῆ· τό ἀντίστοιχο εἶχε πράξει καί ὁ Ρώ-μης Λέων. Ἀκόμη, ἐπανέφερε τά λείψανα στήν Κωνσταντινούπολη τοῦ θανόντος Φλαβιανοῦ πού εἶχε πεθάνει στήν ἐξορία.

Ὅμως, διαφαινόταν ἀπαραίτητη ἡ σύγκληση μιᾶς νέας Συνό-δου, καθώς μέ τίς διάφορες διενέξεις καί παρερμηνεῖες εἶχε πληγεῖ ἡ θεολογία τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Ὅρος τῶν Διαλλαγῶν καί ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας.

Ἡ νέα αὐτή Σύνοδος θά ἔπρεπε νά προχωρήσει σέ ἄρση τῶν αἰτιῶν τῶν θεολογικῶν διαφω-νιῶν καί παράλληλα νά ὀρθοτομήσει τόν λόγο τῆς ἀληθείας διατυ-πώνοντας τήν ἐπίσημη διδασκαλία.

Πρός τοῦτο οἱ αὐτοκράτορες Οὐαλεντινιανός ὁ Γ΄ καί Μαρκιανός ἀπέστειλαν προσκλητήριο γράμμα, «σάκρα», στίς 16 Ἰουνίου τοῦ 451 μ.Χ., μέ τό ὁποῖο συγκα-λοῦσαν Σύνοδο στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας «ἐφ΄ ὧτε, συμβαινόντων τῶν λογισμῶν καί πάσης τῆς ἀληθείας ἐρευνηθείσης, ἄνευ σπουδῆς, ἤ πρώην τινές χρησάμενοι, τήν ἁγίαν καί ὀρθόδοξον θρησκείαν διετάραξαν, τήν ἀληθῆ πίστιν ἡμῶν σαφέστερον ἐπιγνωσθῆναι, ὥστε τοῦ λοιποῦ μηδεμίαν δύνασθαι εἶναι ἀμφιβολίαν ἤτοι διχόνοιαν».

Ὁρίσθηκε ἔναρξη ἐργασιῶν τήν 1η Σεπτεμβρίου τοῦ 451 μ.Χ., ὅμως ὁ αὐτοκράτορας γιά πολλούς λόγους παρεκάλεσε τούς Πατέρες νά μετακινηθοῦν στήν Χαλκηδόνα, ἡ ὁποία βρισκόταν ἐγγύτερα στήν πρωτεύουσα.

Οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου ἄρχισαν τήν 8 Ὀκτωβρίου καὶ ἔληξαν τήν 1η Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 451 μ.Χ.

Ἡ Σύνοδος καταδίκασε τούς Νεστοριανούς πού θεωροῦσαν τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό ψιλό ἄνθρωπο, ἀπέρριπταν τόν ὅρο « Θεοτόκος» καί διαιροῦσαν τό ἕνα Πρόσωπο τοῦ Κυρίου σέ δύο.

Καταδίκασε τόν Εὐτυχῆ καί τούς ὀπαδούς τῆς μονοφυσιτικῆς αἱρέσεως πού πρέσβευαν σύγκραση καί σύγχυση τῶν δύο φύσεων, δέχονταν δύο φύσεις πρίν τήν ἕνωση, μία φύση μετά τήν ἕνωση καί ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶχε ἀνθρώπινη φύση ὅμοια μέ ἐμᾶς.

Ἡ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος ἀπετέλεσε τήν μεγαλύτερη σέ συμμετοχή Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀφοῦ συμμετεῖχαν σέ αὐτή περί-που 630 Ἐπίσκοποι. Ἡ Σύνοδος, κατά τήν πρώτη συνεδρία, κήρυξε τήν Ληστρική Σύνοδο τῆς Ἐφέσου ὡς παράνομη καί καταδίκασε ἄμεσα τόν Διόσκορο γιά τά πεπραγμένα του κατά τήν διάρκεια της.

Ἐπίσης, καταδίκασε τόν Εὐτυχῆ καί τίς ἀπόψεις του, ἐνῶ ἀποκατέστησε τούς ἀναθεματισμένους Ἐπισκόπους τῆς Ληστρικῆς Συνόδου.

Ταυτόχρονα δικαίωσε καί τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανό.

Μετά τήν ἀποκατάσταση τῆς τάξεως ἡ Σύνοδος προέβη στό κανονικό καί δογματικό της ἔργο. Βάση τοῦ δογματικοῦ Ὅρου ὑπῆρξε ἀναμφισβήτητα ὁ «Ὅρος τῶν Διαλλαγῶν» καθώς καί ἡ χρι-στολογική διδασκαλία τῶν Ἀλεξανδρινῶν θεολόγων καί μάλιστα τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας.

Ἡ σπουδαιότητα τῆς Συνόδου ἐντοπίζεται στό γεγονός ὅτι διατύπωσε μέ ἀκριβολόγο θεολογική ὁρολογία τό χριστολογικό δόγμα σχετικά μέ τήν ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ καί τόν τρόπο τῆς μεταξύ τους σχέσεως στή μία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Στόν «Ὅρο Πίστεως» τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος διαβάζουμε: «Ἑπόμενοι τοίνυν τοῖς ἁγίοις Πατράσιν, ἕνα καί τόν αὐτόν ὁμολο-γεῖν Υἱόν τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν συμφώνως ἅπαντες ἐκδιδάσκομεν, τέλειον τόν αὐτόν ἐν θεότητι καί τέλειον τόν αὐτόν ἐν ἀνθρωπότητι, Θεόν ἀληθῶς καί ἄνθρωπον ἀληθῶς τόν αὐτόν ἐκ ψυχῆς λογικῆς καί σώματος, ὁμοούσιον τῷ πατρί κατά τήν θεότητα, καί ὁμοούσιον ἡμῖν τόν αὐτόν κατά τήν ἀνθρωπότητα, κατά πάντα ὅμοιον ἡμῖν χωρίς ἁμαρτίας· πρό αἰώνων μέν ἐκ τοῦ Πα-τρός, γεννηθέντα κατά τήν θεότητα, ἐπ’ ἐσχάτων δέ τῶν ἡμερῶν τόν αὐτόν δι’ ἡμᾶς καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐκ Μαρίας τῆς Παρθένου τῆς Θεοτόκου κατά τήν ἀνθρωπότητα, ἕνα καί τόν αὐ-τόν Χριστόν, Υἱόν, Κύριον Μονογενῆ, ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, αδιαιρέτως, ἀχωρίστως γνωριζόμενον, οὐδαμοῦ τῆς τῶν φύσεων διαφορᾶς ἀνῃρημένης διά τήν ἔνωσιν, σωζομένης δέ μᾶλλον τῆς ἰδιότητος ἑκατέρας φύσεως καί εἰς ἕν πρόσωπον καί μίαν ὑπόστασιν συντρεχούσης, οὐκ εἰς δύο πρόσωπα μεριζόμενον ἤ δι-αιρούμενον, ἀλλ’ ἕνα καί τόν αὐτόν υἱόν Μονογενῆ, Θεόν, Λόγον, Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καθάπερ ἄνωθεν οἱ προφῆται περί αὐτοῦ καί αὐτός ἡμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐξεπαίδευσε καί τό τῶν Πατέρων ἡμῖν παραδέδωκε Σύμβολον».

Ἡ Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος ἐξέδωσε 30 Κανόνες. Τό κανονικό ἔργο τῆς Συνόδου ἦταν εὐρύ καί ἐπεκτάθηκε σέ διάφορα ἐκκλησιαστικά ζητήματα.

Ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἔπραξε ὅμως καί κάτι ἄλλο πολύ σημαντικό: ἀπέδωσε στόν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἴσα πρεσβεῖα μέ αὐτά τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης.

Ὁ θρόνος τῆς Ρώμης ὑπερεῖχε τῶν ἄλλων θρόνων, γιατί μέ βάση τούς Κανόνες 3, 4, 5 τῆς Συνόδου τῆς Σαρδικῆς εἶχε τό δικαίωμα νά δέχεται ἐκκλήτους γιά διαφορές πού ἀνέκυπταν ἔξω ἀπό τήν δική του γεωγραφική δι-καιοδοσία.

Μέ τόν 28ο κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁ θρό-νος τῆς Κωνσταντινουπόλεως αὐτονόητα ἀπέκτησε ἕνα ἀνάλογο προνόμιο.