Ζάχαρου Ζαχαρίας, Ἀρχιμανδρίτης.

Ἐρώτηση: Μπορεῖτε νὰ μᾶς πεῖτε λίγα λόγια γιὰ τὴ θετικὴ καὶ τὴν ἀρνητικὴ νήψη;

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας: Ἀρνητικὴ νήψη εἶναι, ὅταν ἀντιστεκόμαστε στοὺς κακοὺς λογισμοὺς πού μᾶς προσβάλλουν. Μόλις ἐμφανισθοῦν, ὑψώνουμε τὸ νοῦ μας στὸν Θεὸ καὶ Τοῦ λέμε: «Κύριε, ἦρθαν οἱ ἐχθροί μου, ὑπεράσπισέ με ἐναντίον τους» καὶ προσπαθοῦμε νὰ μὴν ἀφήσουμε τὸ νοῦ μας νὰ παραδωθεῖ σὲ αὐτοὺς τοὺς λογισμούς. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος εἶχε ἕνα λόγο: «Μὴν δώσεις τὸν νοῦ σου », δηλαδὴ στοὺς λογισμοὺς τοῦ ἐχθροῦ ποὺ σὲ προσβάλλουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρνητική νήψη, νὰ λέμε «μή» σὲ κάθε κακὸ λογισμὸ πού μᾶς προσεγγίζει. Ἔλεγε ὁ Γέροντας, ὅτι ὅλοι οἱ κακοὶ λογισμοὶ θὰ περάσουν ἀπὸ μέσα μας, γιὰ νὰ ποῦμε σὲ ὅλους «ὄχι» καὶ στὸ τέλος νὰ μείνει μόνο ὁ Θεός. Δὲν εἴμαστε ἀφελεῖς νὰ μὴν ξέρουμε τοὺς λογισμοὺς τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ ἴδιος ὁ ἄπ. Παῦλος λέει: «Οὐ γὰρ τὰ νοήματα αὐτοῦ ἁγνοοῦμεν» (Β΄ Κόρ. 2,11), τὰ γνωρίζουμε ἀλλὰ δὲν τὰ δεχόμαστε.

Θετικὴ νήψη εἶναι, ὅσα κάνουμε γιὰ νὰ ἐνδυθοῦμε μὲ δύναμη ἐξ ὕψους, ὥστε νὰ γίνουμε φοβεροὶ γιὰ τοὺς ὑπεναντίους, νὰ μὴν μποροῦν νὰ μᾶς προσεγγίσουν κάν. Ἐὰν ζοῦμε μὲ ζέουσα μετάνοια καὶ ἡ καρδιά μας εἶναι ζεστὴ ἀπὸ τὴ μετάνοια, ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἀπὸ τοὺς ὀδυρμούς, ἀπὸ τὴν ἐλεεινολογία τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι ζεστή, ὁ ἐχθρὸς δὲν προσεγγίζει κὰν καὶ χαιρόμαστε τὴν ἐλευθερία μας. Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος λέει, ὅτι, ὅταν ἔχουμε συντριβή, δὲν ἀνεβαίνει στὸ νοῦ ἢ στὸ στόμα μας λογισμὸς τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ λογισμὸς πνίγεται στὸ λαιμό. Θετικὴ νήψη σημαίνει νὰ οἰκοδομήσουμε «τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ» (Ψάλμ. 50,18), δηλαδὴ νὰ μένουμε μέσα σὲ αὐτὰ τὰ τείχη ἀσφαλείς• νὰ χτίσουμε πνευματικὴ κατάσταση, ποὺ νὰ μᾶς δίνει τὴ δύναμη νὰ ἀπωθοῦμε τὸν ἐχθρὸ καὶ «ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ» νὰ μποροῦμε νὰ διώχνουμε τοὺς λογισμοὺς, πού μᾶς προσβάλλουν ἀπὸ τὸν ἐχθρό. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ κατάσταση γίνεται μία δύναμη ἐσωτερικὴ καὶ ἀποκτοῦμε τὴν δύναμη αὐτὴ μὲ τὴν μετάνοια.

Σὲ τέτοια κατάσταση, ἂν δεχθοῦμε ἐπίθεση ἀπὸ ἕνα κακὸ λογισμό, αἰσθανόμαστε τὴν προσέγγιση τοῦ λογισμοῦ, πρὶν ἀκόμη ἀποκρυσταλλωθεῖ ἡ μορφή του, πρὶν γνωρίσουμε ἀπὸ ποιὸ συγκεκριμένο πάθος προέρχεται. Αἰσθανόμαστε ὅτι πλησιάζει ξένη καὶ ἐχθρικὴ ἐνέργεια καί, ἂν κλείσουμε τὴ θύρα, δὲν βλέπουμε κὰν ἂν ἦταν λογισμὸς ὑπερηφάνιας ἢ ἀκαθαρσίας ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος λέει, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἔνδειξη, ὅτι ὁ νοῦς εἶναι ἑνωμένος μὲ τὴν καρδιά. Αὐτὴ εἶναι ἡ φυσικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, οἱ μοναχοὶ πάντοτε αἰσθάνονται τὴν προσέγγιση τῶν λογισμῶν, πρὶν νὰ δοῦν τὴν καθαρή τους μορφή, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ τέλεια νήψη.

Τὸν 4ο αἰῶνα, οἱ ἐρημίτες τῆς Αἰγύπτου προσεύχονταν συνεχῶς νὰ τοὺς δοθεῖ πνεῦμα μετανοίας, ἐπειδὴ γνώριζαν ὅτι, ἂν τὸ ἔχουν, εἶναι ἀσφαλεῖς καὶ φοβεροὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς τους. Στὶς ἀνατολίτικες θρησκεῖες, ὁ ἀγῶνας ἔγκειται στὸ νὰ ἀπεκδυθοῦν ἀπὸ κάθε λογισμὸ καὶ ἀπὸ κάθε σχετικὴ μορφὴ ὑπάρξεως. Σέ μᾶς αὐτὸ εἶναι μόνο τὸ πρῶτο καὶ λιγότερο σημαντικὸ μέρος: δὲν προσπαθοῦμε μόνο νὰ ἀπεκδυθοῦμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο «σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γάλ. 5,24) ἀλλὰ, προπαντῶς, νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν νέο ἄνθρωπο ἐξ’ οὐρανοῦ, τὸν ἀναγεννημένο ἄνθρωπο, δηλαδὴ νὰ ἐνδυθοῦμε τὴν ἄφθαρτη χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ χτίζει γιὰ μᾶς κατοικητήριο στὸν οὐρανό. Οἰκοδομοῦμε τὴν κατάσταση αὐτὴ τῆς ἐσωτερικῆς δύναμης ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ στὴ σχέση μας μὲ τὸν προσωπικὸ Θεό, ποὺ εἶναι γιὰ μᾶς αἰωνιότητα, Παράδεισος. Ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, ἡ ζωή μας κέκρυπται στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Κόλ. 3,3). Ἡ μεγαλύτερη ἀρετὴ γιὰ μᾶς εἶναι ἡ ταπείνωση ποὺ συντηρεῖ τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία εἶναι ὁ σύνδεσμός μας μὲ τὸν προσωπικὸ Θεό.

Ἐρώτηση: Τί βοηθάει νὰ ἔχουμε νήψη, ὅταν κάτι μᾶς ταράσσει;

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας: Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ψαλμός: «Ἠτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην» (Ψάλμ. 118,60). Ἂν μαλώσω μὲ ἕναν ἀδελφό, ὅλη τὴν ἡμέρα τὸ σκέφτομαι συνέχεια καὶ βράζω μέσα μου, πῶς νὰ ἐκδικηθῶ πιὸ ἀποτελεσματικά. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴ θετικὴ ἄποψη αὐτοῦ τοῦ φαινομένου: ἂν ἀρχίσουμε τὴν ἡμέρα μας ἐκχέοντας τὴν καρδιά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ κλάψουμε μέχρι κόρου καὶ δεχθοῦμε τὴν ἄφθαρτη παρηγοριὰ τοῦ Πνεύματός Του, τότε σὲ ὅλη τη διάρκεια τῆς ἡμέρας, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, ὅπου καὶ νὰ εἴμαστε, ξέρουμε ὅτι ὑπάρχει μέσα μας ἕνα φωτεινὸ κέντρο, μία φλόγα ποὺ καίει, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ξεχάσουμε, ὅτι ρίξαμε ἄγκυρα στὸν οὐρανό. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας λεέι ὅτι, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν μάθει νὰ ζοῦν συνεχῶς μὲ τὸ κλάμα τῆς μετανοίας, μόλις πάει νὰ τοὺς προσβάλει μία ἐπιθυμία, ἀμέσως ἀκοῦν μία φωνὴ μέσα τους, ποὺ εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ στὴ καρδιά τους, νὰ λέει: «Πρόσεχε, ἂν δεχθεῖς αὐτὸ τὸν λογισμό, ἂν ἐνδώσεις στὴν ἁμαρτωλὴ αὐτὴ ἐπιθυμία, θὰ σὲ ἐγκαταλείψω». Καὶ βεβαίως, κανένας δὲν εἶναι τόσο τρελλὸς γιὰ νὰ ἀφήσει τὴν ἄφθαρτη παρηγοριὰ καὶ τὴ χαρὰ ποὺ φέρνει τὸ κλάμα τῆς μετανοίας. Ἑπομένως, μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴ συνεχῆ αὐτὴ νήψη, ὅταν ἡ καρδιά μας εἶναι τετρωμένη. Ὅπως δυὸ νέοι ἐρωτευμένοι δὲν μποροῦν νὰ ξεχάσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει τετρωμένη τὴν καρδιὰ ἀπὸ τὸ πένθος, δὲν μπορεῖ νὰ ξεχάσει οὔτε δευτερόλεπτο τὸν Χριστό, τὴν Κεφαλὴ τοῦ Σώματος τοῦ ὁποίου εἶναι μέλος: «Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἐστιν, ἴνα μὴ σαλευθῶ» (Ψάλμ. 15,8).

Ὑπάρχει τρόπος νὰ φυλάξουμε τὴ νήψη. Ὁ Ψαλμὸς λέει: «Ἠτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην» (Ψάλμ. 118,60). Πῶς ἑτοιμαζόμαστε; Στὰ Μοναστήρια ὑπάρχει ἡ παράδοση οἱ μοναχοὶ νὰ κάνουν κανόνα προσευχῆς τὸ πρωί. Αὐτό μᾶς βοηθάει νὰ ἑτοιμαζόμαστε καὶ νὰ οἰκοδομοῦμε πνευματικὴ κατάσταση μέσα μας, ὥστε νὰ μὴν εἴμαστε εὐάλωτοι σὲ λογισμούς ἀλλὰ δυνατοὶ μπροστὰ στὸν ἐχθρό. Ἂν ὁ ἄνθρωπος καλλιεργεῖ τὸ πνευματικὸ πένθος, σίγουρα θὰ ἀποκτήσει πνευματικὴ κατάσταση καὶ δὲν θὰ ἀπατᾶται, ὅταν τὸν πλησιάζει ἐχθρικὸς λογισμός, ἀκόμη κι ἂν ἔρχεται μὲ μανδύα προβάτου, ἀκόμη κι ἂν μοιάζει μὲ καλὸ λογισμό. Ἂν ὁ λογισμὸς εἶναι τοῦ ἐχθροῦ, δὲν φέρει καλὴ ἐνέργεια καὶ ὁ ἀσκητὴς διαθέτει ἐσωτερικὴ γεύση, ποὺ τὸν κάνει νὰ «ἐνεργοποιήσει τὸν συναγερμό του» καὶ νὰ κλείσει τὴ θύρα. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος γράφει στὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ, ὅτι διαθέτουμε ἀληθινὴ διάκριση καὶ νήψη, ὅταν ἀποκτήσουμε τὴν ἐσωτερικὴ αὐτὴ αἴσθηση γεύσεως.

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος δὲν μᾶς ἔδινε κανόνα προσευχῆς ἀλλὰ πάντοτε μᾶς τόνιζε νὰ προσευχόμαστε ἀδιαλείπτως. Ἔλεγε, ὅτι τὸ ἀληθινὸ μοναχικὸ πνεῦμα εἶναι νὰ προσπαθοῦμε νὰ κρατᾶμε τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσευχὴ ἀδιαλείπτως. Ἂν κάποιος τὸ τηρεῖ αὐτό, ζεῖ μὲ θαυμάσιο τρόπο: βλέπει τὴ ζωή του σὲ μία εὐθεία, εἴτε κοιμᾶται εἴτε εἶναι ξύπνιος. Γι’ αὐτὸν νήψη σημαίνει ὅτι, ἂν βρεθεῖ μία πέτρα στὸν δρόμο του, τὴν κλωτσάει καὶ συνεχίζει εὐθεία. Ἡ καλύτερη νήψη ἐπιτελεῖται, ὅταν τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ κολλήσει στὴν ἀναπνοὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τότε, ὅλοι οἱ ἀλλότριοι λογισμοί, ὅλα τὰ ἀλλότρια αἰσθήματα μένουν ἔξω ἀπὸ τὴ φωτεινὴ καὶ εὐθεία αὐτὴ ὁδό, τὴν ὁποία ἀκολουθεῖ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἂν κάποιος ζεῖ μὲ τὴ συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, δὲν χρειάζεται νὰ ἀσκεῖ κὰν τὴ νήψη: ἡ ἴδια ἡ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τὸν κρατᾶ ἐλεύθερο ἀπὸ κάθε ἀλλότρια σκέψη.

Ἐρώτηση: Πρέπει νὰ συνεχίζουμε νὰ λέμε τὴν προσευχή, ὅταν νιώθουμε ἔντονα τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ;

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας: Θὰ γίνει ἀκόμη πιὸ ἔντονη, ἂν τὸ κάνουμε. Ὅταν λέμε τὴν εὐχὴ μετὰ ἀπὸ τὸ κλάμα τῆς μετανοίας, ἡ νοερὰ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ γίνεται πολὺ ἰσχυρὴ καὶ ἄκοπη. Κάποτε εἶναι ἐκπληκτικό: μὲ κάθε ἐπίκληση, ἕνα κύμα χάριτος διαπερνᾶ τὴν ψυχή. Αὐτὸ εἶχε κατὰ νοῦν ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος, ὅταν ἔλεγε στὸν Θεό: «Σταμάτησε τὰ κύματα τῆς χάριτός Σου». Ὁ Γέροντας λέει ὅτι ὁ Ἅγιος, ἀπὸ τὴ μεγάλη του ταπείνωση, ἔλεγε στὸν Κύριο νὰ σταματήσει τὰ κύματα τῆς χάριτός Του, γιὰ νὰ τοῦ δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ δείξει τὴν πιστότητά του ἀκόμα καὶ ὅταν δὲν ὑπῆρχαν τὰ κύματα αὐτὰ τῆς χάριτος.

Ἐρώτηση: Πῶς ξεχωρίζουμε τὸν πόνο τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν πόνο τοῦ νέου ἀνθρώπου;

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας: Ὅλοι εἴμαστε ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος. Ὁ πόνος ποὺ εἶναι ὠφέλιμος, εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖο προκαλεῖ ἡ μετάνοια στὴν καρδιά μας. Ἡ μετάνοια αὐτὴ γεννᾶ πόθο γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἐναρμονίζεται πλήρως μὲ τὴν προσευχὴ• στὴν οὐσία, τέτοια μετάνοια γίνεται ἡ ἴδια ἡ ἐνέργεια τῆς προσευχῆς. Στὴν ἀρχή, ὅταν ἔμαθα γιὰ πρώτη φορᾶ γιὰ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, ἦταν σὰν πανηγύρι γιὰ ἕνα διάστημα. Μετὰ, ὅμως, ἄρχισα νὰ ἔχω κάθε εἴδους κακοὺς λογισμούς, γιὰ τοὺς ὁποίους ντρεπόμουν. Τὸ εἶπα στὸν Γέροντα καὶ μοῦ ἀπάντησε: «Αὐτοὶ οἱ λογισμοὶ ἦταν πάντα μέσα σου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσες νὰ τοὺς δεῖς πρίν. Ἡ προσευχὴ ἀναμόχλευσε τὴν καρδιά σου καὶ ἦρθαν στὴν ἐπιφάνεια. Ἀλλὰ μέσω τῆς προσευχῆς, ἡ ἐνέργεια τῶν λογισμῶν αὐτῶν θὰ γίνει πνευματικὴ ἐνέργεια ποὺ θὰ συντηρήσει τὴν προσευχή». Μᾶς ἔλεγε πάντα ὁ Γέροντας: «Ἀφῆστε κάθε πόνο νὰ ἔρθει• πρέπει μόνο νὰ βάλουμε τὸν σωστὸ λογισμὸ καὶ νὰ τὸν κάνουμε ἐνέργεια γιὰ προσευχή». Ὅ,τι καὶ νὰ μοῦ συμβεῖ, ἀρχίζω νὰ μιλῶ στὸν Θεὸ στὴν προσευχή μου καὶ ὁ πόνος αὐτὸς γίνεται ἐνέργεια γιὰ τὴν συνομιλία μου μὲ τὸν Θεό. Μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο, ξεχνῶ καὶ ἀπὸ ποῦ ἄρχισε ὁ πόνος καὶ μένω μόνο μὲ τὴν ἀνανέωση καὶ τὴν παρηγοριὰ τῆς προσευχῆς ποὺ προσέφερα στὸν Θεὸ, ἐξαιτίας τοῦ πόνου αὐτοῦ.

Ἐρώτηση: Πόσο ἐπικίνδυνο εἶναι οἱ μοναχοὶ νὰ ἀνοίγουν τὴν καρδιὰ τοὺς ὁ ἕνας στὸν ἄλλον σὲ ἕνα μοναστήρι;

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας: Εἶναι δαπανηρό. Δὲν εἶναι ἡ ἰδανικὴ κατάσταση, ἐκτὸς ἂν ἔχουν εὐλογία γι’ αὐτό. Στὸ Ἅγιο Ὅρος, ἐπιτρέπεται κάποτε σὲ ἔμπειρους μοναχοὺς μεγαλόσχημους νὰ δέχονται τοὺς λογισμοὺς νεότερων μοναχῶν, ἀκόμα κι ἂν δὲν εἶναι ἱερεῖς, ἀλλὰ εἶναι σπάνιο φαινόμενο. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται συστηματικά, διότι θὰ ἀποδυναμώσει ἀκόμα καὶ τὴν πνευματικὴ ζωὴ ἐκείνου ποὺ εἶναι φαινομενικὰ ἰσχυρότερος. Ὁ Γέροντας ἔλεγε ἐπίσης: «Ἂν ὁ Ἡγούμενος διορθώσει καὶ ἐπιπλήξει ἕνα ἀπὸ τὰ μέλη τῆς κοινότητας καὶ ἕνας ἄλλος μοναχὸς στηρίξει ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐπιτίμησε ὁ Ἡγούμενος, ὁ μοναχὸς αὐτὸς πρέπει νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ἐπειδὴ ἡ στάση του αὐτὴ θεωρεῖται ὡς ἀποστασία».

Ἐρώτηση: Ὁ Γέροντας ἔλεγε ὅτι, ὅταν ὁ πνευματικός μᾶς λέει ἕναν λόγο, δὲν πρέπει νὰ λέμε στοὺς ἄλλους, «ὁ πνευματικός μοῦ εἶπε νὰ τὸ κάνω αὐτό». Γιατί;

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας: Διότι ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι γιά μᾶς καὶ δὲν ὑποχρεώνει κανέναν ἄλλο. Εἶναι λάθος, ὅταν κάποιος ἔρχεται σὲ μένα καὶ μοῦ λέει: «Ὁ πνευματικός μοῦ ἔδωσε τὴν εὐλογία νὰ κάνω αὐτὸ καὶ αὐτό». Εἶναι καλὸ γιὰ σένα ἀλλὰ ἐμένα δὲν μὲ ὑποχρεώνει. Σέβομαι τὸν πνευματικό σου ἀλλὰ αὐτὸς ὁ λόγος δόθηκε σὲ σένα, οὕτως ὥστε νὰ ξέρεις, τί εἶναι σωστὸ γιὰ σένα καὶ ὄχι γιὰ νὰ ὑποχρεώσει ἐμένα. Ἐπίσης, δὲν πρέπει νὰ μιλοῦμε μὲ ἄλλους γι’ αὐτό, διότι χάνουμε τὴν ἑνότητα τοῦ πνεύματός μας. Ἂν τηροῦμε μὲ προσοχὴ τὸν λόγο πού μᾶς δόθηκε, τότε θὰ ἔχουμε ἑνότητα πνεύματος, θὰ προσευχόμαστε καλύτερα καὶ θὰ εἴμαστε ἀκλόνητοι στὴν παράστασή μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Πολλὲς φορὲς πηγαίνουμε καὶ ζητοῦμε συμβουλὲς ἀπὸ ἕναν πνευματικό καὶ μετὰ σκεφτόμαστε: «Νὰ ρωτήσω καὶ ἕναν ἄλλο πνευματικὸ, νὰ δοῦμε τί θὰ πεῖ αὐτός». Τότε λαμβάνουμε δυὸ διαφορετικοὺς λόγους, τὸ ὁποῖο δὲν σημαίνει ὅτι κάποιος ἀπὸ τοὺς δυὸ ἔσφαλε. Τὸ σφάλμα εἶναι δικό μας, διότι ἂν ρωτήσαμε ἕναν πνευματικὸ καὶ λάβαμε ἕνα λόγο ἀλλὰ δὲν τὸν τηρήσαμε, ὅταν πήγαμε νὰ ρωτήσουμε τὸν δεύτερο πνευματικό, δὲν ἤμασταν πλέον οἱ ἴδιοι. Ἄλλαξε ἡ κατάστασή μας, ἔγινε πιὸ περίπλοκη καὶ τότε λαμβάνουμε ἕναν ἄλλο λόγο, ὁ ὁποῖος μᾶλλον ἀντιστοιχεῖ στὴν καινούρια κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε, ἐπειδὴ δὲν προσέξαμε τὸν πρῶτο λόγο. Ἂν ζοῦμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ καρδιά μας θὰ εἶναι μοιρασμένη καὶ ὁ δίψυχος ἄνθρωπος γίνεται «ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὀδοῖς αὐτοῦ» (Ἰακ. 1,8).

Ἐρώτηση: Πόσο ἐπικίνδυνο εἶναι νὰ ἔχουμε τὴν τόλμη νὰ δώσουμε συμβουλὲς στοὺς ἀνθρώπους, ὅταν ἔρχονται γιὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸ μοναστήρι, ὅταν δὲν μᾶς δόθηκε ἡ διακονία αὐτὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία;

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας: Εἶναι ἐπικίνδυνο ἀκόμη καὶ γιὰ ὅσους ἔχουν λάβει τὸ διακόνημα. Φαντασθεῖτε ἂν τὸ κάνουμε αὐτὸ, χωρὶς νὰ μᾶς τὸ ζητήσουν! Λυπᾶμαι γιὰ ἐκείνους ποὺ δίνουν συμβουλὲς, χωρὶς νὰ τοὺς ἔχει δοθεῖ αὐτὴ ἡ διακονία, γιατί εἴτε θὰ πέσουν σὲ πλάνη εἴτε, στὴν καλύτερη περίπτωση, δὲν θὰ προοδεύσουν ποτέ, ἐπειδὴ αὐτὸ ἔχει ὑπερηφάνεια. Ἀκόμα καὶ οἱ Πατέρες μας τὸ ἔκαναν μὲ φειδωλία καὶ μὲ μεγάλο φόβο, ἂν καὶ εἶχαν τὴν εὐλογία. Μερικοὺς μῆνες πρὶν γίνω ἱερέας καὶ πνευματικός, ὁ Γέροντας μοῦ ἔδωσε τὴν εὐλογία νὰ μιλήσω στοὺς ἀνθρώπους. Κάποτε μία νεαρή, ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ λόγου ποὺ τῆς ἔλεγα, ἦρθε σὲ τέτοια συντριβὴ πού μοῦ διηγήθηκε ὅλη της τὴ ζωὴ καὶ ἐγὼ ταράχθηκα. Ἔτρεξα στὸν Γέροντα καὶ αὐτός μοῦ εἶπε: «Σοῦ ἔδωσα τὴν εὐλογία νὰ μιλήσεις γενικὰ μὲ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή ἀλλὰ ὄχι νὰ δεχθεῖς ἐξομολογήσεις». Ἔμαθα τὸ μάθημά μου. Λίγους μῆνες ἀργότερα, χειροτονήθηκα ἱερέας καὶ πνευματικὸς καὶ ἄρχισα νὰ δέχομαι ἐξομολογήσεις, ἀπὸ τὶς ὁποῖες μερικὲς ἦταν καὶ ἀνατριχιαστικές, ἀλλὰ δὲν ταραζόμουν πιὰ καὶ συνειδητοποίησα, ὅτι εἶχα τὴν ὑποστήριξη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας, πού μοῦ ἔδωσε τὴν ἐξουσία νὰ κάνω τὴ διακονία αὐτή. Πέντε μῆνες πρίν, δὲν ἤμουν ἄλλος ἄνθρωπος. Ἴσως εἶχα ἀκόμη καὶ καλύτερη κατάσταση, κι ὅμως δὲν ἤμουν σὲ θέση νὰ τὸ κάνω.