Καργάκος Σαράντος.

Σ’ ἕνα θεατρικὸ ἔργο, παρουσιάζεται ἕνας νεαρὸς ἀξιωματικός, ποὺ φοβᾶται τὸν πόλεμο ἀλλὰ, γιὰ νὰ φαίνεται γενναῖος, καταφεύγει στὸ ἀλκοόλ. Ὁ Μολιέρος μὲ τὴν περιώνυμη κωμωδία του «Ταρτοῦφος»» (Tartuffe») πλούτισε τὸ παγκόσμιο λεξιλόγιο μὲ μία νέα λέξη: ταρτουφισμός. Ἡ λέξη εἶναι ταυτόσημη τοῦ ψευτοηθικοῦ, τοῦ ψευδοευλαβοῦς, γενικότερα τοῦ κάλπικου ἀνθρώπου. Βέβαια, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ εἶναι πάντα κανεὶς ὁ πραγματικὸς ἐαυτός του. Τὰ «κατὰ συνθήκην ψεύδη»* τῆς κοινωνικῆς ζωῆς δημιουργοῦν καὶ τὸν «κατὰ συνθήκην ψευδὴ ἄνθρωπο». Κάθε ἄνθρωπος, λοιπόν, ζεῖ σὲ δυὸ διαστάσεις, τὴν «ἐσωτερική» καὶ τὴν «ἐξωτερική». Ζεῖ μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Ἀλλ’ ἐνῶ ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο δὲ γίνεται μὲ κανένα ὁρατὸ μέσο, γιὰ τὴν ἐπικοινωνία του μὲ τὸν ἐξωτερικὸ χρησιμοποιεῖται ἡ συμπεριφορά, ποὺ εἶναι βέβαια ὁρατὴ ἀλλ’ ὄχι πάντα κατανοήσιμη.

Ἡ ἔκφραση μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς ἄλλους μ’ ἐμᾶς. Χάρη στὴν ἔκφραση «συναντιόμαστε» μὲ τὸ συνάνθρωπο καὶ ὁ συνάνθρωπος μ’ ἐμᾶς. Ἔτσι, οἱ τρόποι συμπεριφορᾶς, σὰν εἶδος ἔκφρασης, ἀποτελοῦν ἕνα βασικὸ στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὴν ἀλληλοεπαφὴ τῶν ἀνθρώπων. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔμειναν ἀδιάφοροι σ’ αὐτὴν τὴ διαπίστωση καὶ στὴν προσπάθειά τους γιὰ κοινωνικὴ ἀνύψωση ἢ γιὰ τὴν ἐπιτυχία ὁποιουδήποτε σκοποῦ τους, προωθοῦν σὰν ἀξία τὸν ἑαυτὸ τοὺς μέσα ἀπὸ τὸ σύστημα τῶν κανόνων καὶ τῆς ἐθιμοτυπίας, ποὺ ἐπιβάλλει ἡ κοινωνικὴ ζωὴ σὲ μία συγκεκριμένη ἱστορικὴ φάση. Συμβαίνει, ὅμως, αὐτές οι συμβάσεις νὰ πλακώνουν τὴν ἀληθινή τους προσωπικότητα μὲ τὴν προβολὴ ἑνὸς πλαστοῦ «ἐγώ». Ζοῦν μέσα στὴ σκλαβιὰ τοῦ ψεύδους τους. Δημιουργοῦν ἔνα προσωπειο, πού, ἔστω κι ἂν εἶναι «σιδηροῦν», δὲν ἀντέχει στὴ διάρκεια.

Δύσκολα, λοιπόν, μπορεῖ νὰ μιλήσει κανεὶς γιὰ νομοτέλεια ἀνάμεσα στὴν προσωπικότητα καὶ τὴ συμπεριφορά. Ἡ συμπεριφορὰ μπορεῖ ν’ ἀποκαλύπτει τὴν ἀληθινὴ φύση μας ἀλλὰ μπορεῖ καὶ νὰ σχηματοποιεῖ μία ψεύτικη. Εἰδικὰ στὴ σύγχρονη ἐποχὴ, ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ τὸ προσωπεῖο περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορᾶ, γιατί ποτὲ ἄλλοτε τόσο πολὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν κρίνεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὑποκρίνεται, ὅσο σήμερα. Ὁ «ἐπιτυχημένος», ὁ «σωστός» καὶ ὁ «καλός» γιὰ τὴν κοινωνία, δὲν εἶναι πάντοτε ὁ πραγματικὰ σωστὸς ἄνθρωπος. Τὶς περισσότερες φορὲς, συμβαίνει τὸ ἀντίθετο. Ὅμως, αὐτὸς ὁ «καλός» εἶναι ποὺ ἀπολαμβάνει τὴν ἐκτίμηση, ποὺ ἔχει τὴν ἐπιδοκιμασία τῆς κοινωνίας, ἐνῶ ὁ ἄλλος, ὁ πραγματικὰ χρηστός, περνᾶ τὶς περισσότερες φορὲς ἀπαρατήρητος. Ὁ «Λαυρέντης» τοῦ ποιητῆ Ἀναγνωστάκη, ὅταν πέθανε, κρίθηκε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὑποκρινόταν μία ὁλόκληρη ζωή: «Τριανταέξι στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων, ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες», ἂν καὶ ἦταν «κάθαρμα». Τὸ ἄσχημο εἶναι, ὅτι ὅλοι ἤξεραν πὼς ἦταν κάθαρμα, ἀλλ’ ἐπειδὴ στὸ βάθος ὅλοι λίγο ἢ πολὺ ἔνιωθαν καθάρματα, μὲ τὶς τιμὲς ποὺ ἀπέδιδαν στὸν «ὁμότεχνό» τους ἐξαγνίζονταν ἀπὸ τὴν «καθαρματοποίησή» τους. Ὅταν στὴν κοινωνία κυριαρχοῦν οἱ Λαυρέντηδες, ἀσφαλώς η ὑποκρισία εἶναι ὁ μόνος ἀγῶνας ποὺ «δικαιώνεται». Γιατί μ’ αὐτὴ κερδίζουμε, μᾶς ἀφήνει ἀδιάφορους αὐτὸ ποὺ χάνουμε. Ελάχιστοι σήμερα ἀναζητοῦν τὸ πρόσωπό τους.

Κάποτε η διαφορὰ ἐνδυμασίας καὶ μόνο ἤταν κριτηριο σύγκρισης μεταξυ δυὸ ἀνθρώπων. Τὸ «σμόκιν» ὑπερεῖχε τῆς ἐργατικῆς φόρμας, κι αὐτὸς ποὺ φοροῦσε «σμόκιν» ἦταν ἕνας «καθὼς πρέπει», ἐνῶ ὁ ἄλλος ποὺ φοροῦσε φόρμα μποροῦσε νὰ θεωρεῖται ἄξεστος καὶ κατώτερης ποιότητας ἄνθρωπος. Τώρα, ἂν καὶ πᾶνε νὰ ἐξαλειφθοῦν αὐτὲς οἱ διαφορὲς ἐνδυματολογικοὺ τύπου, ἐξακολουθοῦν νὰ ὑφίστανται διαφορές, ποὺ ἀποτελούν κριτηριο ἀξιολόγησης. Οἱ ἄνθρωποι χωρὶς τὰ ροῦχα τοὺς εἶναι περίπου ἴδιοι ἐξωτερικά. Αυτό ποὺ τοὺς διαφοροποιεῖ οὐσιαστικὰ εἶναι ὁ ἐσωτερικός τους κόσμος. Μ’ ἕνα καλὸ καὶ ἀκριβὸ ἔνδυμα ξεχωρίζει καὶ σήμερα κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἂν γενικεύσουμε, ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς τρόπους συμπεριφορᾶς. Χωρίς ἐπιτηδευμένους τρόπους, οἱ ἄνθρωποι κατακτοῦν τὴν ἐκτίμηση τῶν ἄλλων μὲ τὴν ἀξία τους. Ὅταν ὅμως «ντύνονται» τοὺς «καλοὺς τρόπους», μποροῦν νὰ κατακτήσουν θέση ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀξία τους. Έτσι οἱ ἄνθρωποι «ντύνονται» τὸν αὐστηρὸ τρόπο συμπεριφορᾶς τοῦ πουριτανοῦ, γιὰ νὰ δείξουν πὼς εἶναι εὐσεβεῖς. Φοροῦν ἀκριβὰ ροῦχα, γιὰ νὰ δείξουν πὼς εἶναι πλούσιοι. Κυκλοφοροῦν ἀτημέλητοι (ἀλλ’ αὐτὸ δὲ σημαίνει καὶ φθηνὸ ντύσιμο), γιὰ νὰ δείξουν τὸν ἀντικονφορμισμό τους. Μιλοῦν «ἀνώτερες» γλῶσσες καὶ ἀκολουθοῦν πρωτόκολλα, γιὰ νὰ δείξουν πὼς ἀνήκουν σὲ ἀνώτερα στρώματα.

Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι, ποὺ δὲ θέλουν ν’ ἀλλάξουν τὸν ἑαυτό τους μὲ τίποτα. Αὐτὸ δὲ σημαίνει πὼς εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀλλαγῆς καὶ μεταβολῆς. Ἁπλῶς δὲ θέλουν νὰ τὸν ἀλλοιώσουν. Προσπαθούν νὰ τὸν βελτιώσουν -πνευματικὰ καὶ ἠθικά-, χωρὶς νὰ ξεπέφτουν στὴν προσποίηση. Δε φοβοῦνται νὰ δείξουν αὐτὸ ποὺ εἶναι. Ἴσως, μάλιστα, ἀπὸ σεμνότητα δείχνουν κατώτεροι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι. Ξέρουν, πὼς η ὑποκρισία συνιστᾶ ὑποβιβασμὸ τῆς ἀνθρώπινης ἀξίας. Δὲν πάσχουν ἀπὸ ψυχικὴ πενία, οὔτε ἀνήκουν στοὺς ἀνθρώπους τοῦ προσωπείου. Εἶναι ἄνθρωποι τοῦ μεγαλείου τῆς ἁπλότητας. Ἕνα τέτοιο ἐσωτερικὸ μεγαλεῖο διέθετε ὁ Σωκράτης, μεγαλεῖο ποὺ λειτουργοῦσε σὰν ἐσωτερικὸ φῶς, ποὺ ἔδινε ἀκτινοβολία ποιότητας στὸ ἐξωτερικὸ ἦθος του.

Λένε πὼς ἐξαιτίας τῆς ἀπροσποίητης συμπεριφορᾶς, ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου χάνεται. Δὲν εἶναι σωστό. Μπορεί νὰ παραγνωρίζεται ἀλλὰ δὲ χάνεται. Στη ζωή, ὅσο κι ἂν τὴν κάναμε «ξένη, φορτική», ἰσχύει κάτι ποὺ εἶπε ὁ Νίτσε:  «Ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ οὐσία τῆς πραγματικότητας καὶ ἡ ψυχικὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, τόσο περισσότερο ἀναπηδᾶ ἀπὸ μέσα πρὸς τὰ ἔξω ἡ φυσιογνωμία του· ὅταν εἶναι μικρὴ ἡ δημιουργικὴ δύναμη, ἡ προσωπικότητα διαπλάθεται ἀπὸ τὰ ἔξω πρὸς τὰ μέσα». Διαμορφώνεται, δηλαδή, κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση προτύπων, ποὺ οἱ κατεστημένες συνθῆκες προωθοῦν κι ἐπιβάλλουν.

Ἔτσι, τὸ φαινόμενο τῆς προσποίησης δείχνει τὴ ρηχότητα, τὴν ἀδυναμία γιὰ δημιουργία ἑνὸς βαθύτερου ἐσωτερικοῦ κόσμου, ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης τελικὰ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν πραγματικὸ ἑαυτό του. Αὐτὸς ποὺ προσποιεῖται, ἔχει τὴν ψευδαίσθηση, πὼς κατέχει τὴν τέχνη νὰ ἐξαπατᾶ τοὺς ἄλλους. Πιθανόν, ἀλλά τὸν πρῶτο ποὺ ἐξαπατᾶ εἶναι ὁ ἐαυτός του. Κι ὄχι ἁπλῶς τὸν ἐξαπατᾶ, ἀλλὰ τὸν καταπατᾶ ἐκβιάζοντάς τον νὰ λειτουργεῖ ἀντίθετα πρὸς τὴν πραγματική του φύση, ἀντίθετα πρὸς τὶς πραγματικές του ἀνάγκες.

Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ πάσχει ἀπὸ τὴ μανία ἐπίδειξης καὶ καταφεύγει στὴν προσποίηση, προσαρμόζει τὰ ἐνδιαφέροντά του στὶς τεχνητὲς ἀνάγκες ποὺ τοῦ καθορίζουν διάφοροι ἐξωγενεῖς παράγοντες. Ὁ σύγχρονος κώδικας κοινωνικῆς ἐπιτυχίας ἀπαιτεῖ νὰ φαίνεσαι. Κι αὐτὸ σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ προβάλλεσαι. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἡ κοσμικότητα «τρώει» τὴν κοινωνικότητα. Γι’ αὐτὸ αὐξάνονται οἱ κοσμικὲς στῆλες τῶν ἐφημερίδων, σὲ βάρος τῶν σελίδων ποὺ ἀφιερώνονται στὸ βιβλίο. Βέβαια, μέσα σ’ ἕναν κοσμικὸ κύκλο, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀρκεῖ νὰ ντύνεται κομψά, πρέπει νὰ ξέρει νὰ μιλάει καὶ σωστά. Τὸ κομψὰ στὴν περίπτωση τῆς κοσμικῆς ἐνδυμασίας καὶ ὁμιλίας εἶναι ταυτόσημο τοῦ μοντέρνου. Μέσα ὅμως σ’ ἕναν πνευματικὸ κύκλο, αὐτὴ ἡ μοντέρνα ὁμιλία ἴσως ἀντιμετώπιζε τὴν κρυφὴ ἢ φανερὴ εἰρωνεία. Εἶναι σοφὸ, σὲ τέτοιες περιπτώσεις, νὰ σωπαίνει κανεὶς καὶ νὰ τὸν παίρνουν γιὰ κουτὸ, παρὰ νὰ μιλάει καὶ νὰ τὸ ἐπιβεβαιώνει.

Συνήθως, οἱ τρόποι συμπεριφορᾶς ἀφοροῦν στὴ νεολαία. Οἱ νέοι τῶν παλαιότερων ἐποχῶν ἀκολουθοῦσαν κάποιους αὐστηροὺς κανόνες συμπεριφορᾶς. Τὰ «καλὰ παιδιά» ἔπρεπε νὰ εἶναι καλοντυμένα, μὲ προσεγμένη συμπεριφορὰ καὶ σοβαροφάνεια. Τὰ «καλὰ κορίτσια» ἔπρεπε νὰ ξέρουν μουσική, χορό, νὰ παίζουν πιάνο, νὰ μιλοῦν γαλλικά. Στὶς λαϊκὲς τάξεις, ἔπρεπε νὰ ξέρουν κέντημα, ἀργαλειό, μαγείρεμα κι ὅλα ὅσα θὰ τὰ ἔκαναν «περιζήτητες νύφες». Οἱ σύγχρονοι νέοι ξέφυγαν ἀπὸ αὐτὲς τὶς δουλεῖες καὶ ἔπεσαν σὲ μίαν ἄλλη δουλεία, ποὺ προβάλλεται σὰν ἐλευθερία. Οἱ παλαιότεροι εἶχαν διδαχθεῖ, ὡς παιδιὰ, ἕναν καταπιεστικὸ τρόπο συμπεριφορᾶς, ποὺ ὅμως δὲν ἦταν ἐνοχλητικὸς γιὰ τοὺς ἄλλους. Οἱ σημερινοὶ νέοι υἱοθετοῦν μία συμπεριφορά, ποὺ δῆθεν τοὺς ἐλευθερώνει ἀλλ’ εἶναι ἄκρως ἐνοχλητικὴ καὶ καταπιεστικὴ γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἡ μοντέρνα «ἐθιμοτυπία» μπορεῖ νὰ δείχνει περιφρόνηση γιὰ τὰ παλαιότερα σχήματα ἀλλὰ δὲ δημιουργεῖ προοπτικὲς γιὰ ἕνα καλύτερο μέλλον.

Ἡ εὐγένεια εἶναι ζωτικὴ ἀνάγκη γιὰ τὶς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων σχέσεις. Οφείλουμε στὶς καθημερινές μας ἐπαφὲς νὰ συμπεριφερόμαστε μ’ εὐπρέπεια καὶ ν’ ἀποκαλύπτουμε τὸν καλύτερο ἑαυτό μας. Ἔτσι, θὰ ὑποχρεώσουμε καὶ τοὺς ἄλλους νὰ μᾶς φερθοῦν μὲ ἀνάλογο τρόπο καὶ νὰ ὑψωθοῦν σ’ ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδο συμπεριφορᾶς. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ξέχασαν νὰ χαμογελοῦν. Κυριαρχεῖ παντοῦ τὸ σκυθρωπὸ κι ἀνέκφραστο πρόσωπο. Ὅμως, μιά καὶ τὰ πάντα ὑπολογίζονται μὲ βάση τὸ κόστος, ἂς τὸ σκεφθοῦμε κι ἀλλιῶς: ἕνα χαμόγελο δὲ στοιχίζει τίποτα ἀλλὰ καὶ τίποτα δὲ στοιχίζει ὅσο ἕνα χαμόγελο.

Οἱ Ἀθηναῖοι, χάρη στὸ ὑψηλὸ ἐπίπεδο πολιτισμοῦ, εἶχαν πρῶτοι κατανοήσει τὴν ἀξία τῆς εὐτραπελίας καὶ τῆς ἐγκαρδιότητας. Τὸ γελαστὸ πρόσωπο εἶναι ἡ σφραγίδα τῆς δημοκρατίας. Γι’ αὐτὸ ἀποφεύγανε νὰ ἐμφανίζονται μὲ βλοσυρὰ καὶ σκυθρωπὰ πρόσωπα, γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλήσουν. «Οὐδὲ ἀζημίους μέν, λυπηράς δὲ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι*». Τὰ σημερινὰ Ἑλληνόπουλα ἔχουν δίκιο νὰ ἀποστρέφονται τὴν παλιὰ γαλλοπρεπὴ τυπικότητα, τὴ φορτικὴ εὐγένεια ποὺ ξεπέφτει σὲ γλοιώδη δουλικότητα. Ἔχουμε μία δική μας παράδοση εὐγένειας. Ἂς στραφοῦν, λοιπόν, στὸ ἀνδροπρεπὲς καὶ σεμνοπρεπὲς ὕφος τοῦ ἑλληνικοῦ ἤθους, στὴν ἁπλότητα τῆς ἑλληνικῆς γραμμῆς, στὴν αμεσότητα καὶ την εγκαρδιότητα, αὐτὰ τὰ θαυμάσια ἐκχυλίσματα τῆς ἀνόθευτης ἑλληνικῆς ψυχῆς.

* Φράση τοῦ Περικλῆ ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο: «Δὲν προσθέτουμε στὸ πρόσωπό μας στενοχώριες ποὺ δὲ ζημιώνουν, ὅμως εἶναι δυσάρεστες στοὺς ἄλλους».

Κάποτε ὁ Ἴων Δραγούμης, ὁ Ἴδας τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, ὁραματιζόταν ἕναν «ὡραῖο τύπο Ἕλληνα». Δὲ βλέπουμε τὸν τύπο αὐτὸ μέσα ἀπὸ τὶς νιτσεϊκὲς ἰδεοπληξίες τοῦ Ἴδα. Ὁ «ὡραῖος Ἕλληνας» ὑπῆρχε καὶ δροῦσε ἕως χθες• ἴσως ὑπάρχει καὶ σήμερα. Εἶναι ὁ φιλότιμος καὶ σεμνὸς —ὄχι συμνότυφος— Ἕλληνας, ποὺ ἤξερε στὶς δύσκολες στιγμὲς νὰ γίνεται παλικάρι. Ὅμως τὰ παλικάρια δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ παλικαράδες. Οὔτε τὸ θράσος εἶναι ἰσοδύναμο τοῦ θάρρους. Ἴσως χρειαστεῖ γιὰ τὰ παιδιά μας νὰ ἐπικαιροποιήσουμε κάποιες ἀξίες, ἔτσι που η λεβεντιὰ νὰ μὴν εἶναι συνώνυμη τῆς ξετσιπωσιᾶς*.(4 Ἰανουαρίου 1986)

* Ξετσιπωσιὰ: ἀδιαντροπιὰ (ἀπὸ τὸ στερ. «Ξὲ» καὶ τὸ οὐσιαστικὸ τσίπα (= ὑμένας καὶ μεταγενεστέρως πέπλο, τσεμπέρι).

* «Κατὰ συνθήκην ψεύδη»: Τίτλος τοῦ περίφημου ἔργου τοῦ Μὰξ Νορντάου (1849-1923).