Μεταλληνός ΓεώργιοςΠρεσβύτερος(+)

Ἀπόσπασμα:

Αδιάσειστα ντοκουμέντα ἐναντίον ὅσων ἀρνοῦνται νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ ὄνομα “Ρωμιός”, ὡς γνήσια Ἐθνικό μας ὄνομα, καὶ συκοφαντοῦν τὴ Ρωμανία, ὡς “Βυζάντιο”, συνεχίζοντας νὰ παίζουν τὸ παιχνίδι τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἔθνους μας. Τὸ ὄνομα “Ρωμηός” δὲν εἶναι παρὰ μία παραλλαγὴ τοῦ “Ρωμαῖος”, ἡ ὁποία βρίσκεται σὲ χρήση τουλάχιστον ἀπὸ τὸν 17ο αἰῶνα, ποὺ ἐκφράζει τὴν πολιτισμικὴ καὶ κρατικὴ ἑνότητα τῶν Ὀρθόδοξων λαῶν τῆς Ρωμανίας. Χρησιμοποιοῦμε τὸ “Ρωμηός” περισσότερο ἀπὸ τὸ “Ρωμαῖος”, ὄχι ἐπειδὴ ὑπάρχει κάποια οὐσιαστικὴ διαφορά ἀλλὰ ἐπειδὴ βρίσκεται χρονικὰ κοντύτερα σ’ ἐμᾶς καὶ ὁ λαός μας τὸ ἔχει συνηθίσει.

Οἱ Νεοπαγανιστὲς πολεμοῦν μὲ μανία τὸ ὄνομα «Ρωμηός» καὶ τὴν ἱστορική του χρήση ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους. Τὸ πολεμοῦν δέ, ἀκριβῶς, διότι συνδέεται μὲ τὴν ὀρθόδοξο-πατερικὴ παράδοσή μας καὶ χαρακτηρίζει τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Ἔχω ὑπόψη μου, μεταξὺ πολλῶν ἀντιρωμαίικων ἄρθρων, ἕνα σημείωμα τοῦ Δαυλοῦ (ἀρ. 157, Ἰανουάριος 1995, σ. 9308), ὑπογραφόμενο «Ὁ Μεταπολιτικός». Ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου τονίζει μὲ πάθος τὴν, κατ’ αὐτὸν, «ἀντίθεση» τῶν ὅρων Ἕλλην καὶ Ρωμιός. («Ἕλληνας σημαίνει ἐλεύθερος [… ] ἀπὸ κάθε εἴδους δογματισμό, θρησκευτικό ἤ πολιτικό» — «Ρωμιὸς εἶναι ὁ ἑλληνόφωνος Χριστιανὸς τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους», (πού) «πιστεύει, ὅτι ὁ ἕνας Θεός ἐκφράζεται ἀπὸ μία μόνο ἔννοια στὴ ζωή, τὴν ἑβραϊκή» (καὶ πού) «ἔκαιγε στὸν Ἱππόδρομο τῆς Νέας Ρώμης Κωνσταντινούπολης τοὺς ἀντιφρονοῦντες, τοὺς αἱρετικούς»). (Βέβαια, ἂν αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια, δὲν ἐνδιαφέρει τὸν «Μεταπολιτικό» ποὺ τροφοδοτεῖ μὲ «σκύβαλα» (Φιλιπ. 3,8) τοὺς ἀναγνῶστες του). Ἐνδιαφέρον, γιὰ τὴν φαινομενικὰ οὐδέτερη καὶ στὴν οὐσία ἀντιεκκλησιαστικὴ ὀπτική του, εἴναι καὶ τὸ ἄρθρο (μὲ παραπομπές, πάντα) τοῦ φιλολογοῦντος κ. Μάριου Πλωρίτη, «Περὶ Ἑλληνοχριστιανισμοῦ», στην εφημ. «Τὸ Βήμα» (Κυριακή, 11 Ἰουνίου 2000), στὸ ὁποῖο ἐδίδετο μία ἱστορικὴ ἀναφορὰ στὴν χρήση τοῦ ὄρου Ἕλλην στὴν Χριστιανικὴ διαχρονία.

Ποιὰ εἶναι, λοιπόν, ἡ σημασία τῶν ὀνομάτων Ἕλλην και Ρωμηός καὶ ποιὰ ἡ ἱστορική τους σχέση καὶ χρήση; Γιὰ τὴν γραφὴ τοῦ ὀνόματος Ρωμη(ι)ός, ἐπεκράτησε μὲν σήμερα ἡ γραφή Ρωμιός, ὑποστηριζόμενη ἀπὸ γλωσσολόγους. Ἐπιμένω ὅμως στὴ μορφὴ Ρωμηός, ὅπως καὶ ὁ μακαριστὸς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, διότι το Ρωμηός προέκυψε ἀπὸ πτώση τοῦ τόνου στὴν «Βυζαντινή» δημοτικὴ ποίηση (Ρωμαῖοι – Ρωμηοί), χάριν τοῦ μέτρου. Αὐτὴ δὲ τὴν μορφὴ γνωρίζει καὶ ὁ ποιητὴς Γ. Σουρής (Ρωμηός, 29. 12. 1901). Γράφει π.x.:

«κι εἶπεν ὁ χρόνος ὁ παληός,

ἔλα, καινούριε χρόνε,

νὰ παραλαβῆς τοὺς Ρωμηούς,

ποὺ τοὺς Ρωμηοὺς των τρῶνε.

[… ]

ἀθάνατο Ρωμαίικο νὰ ζήσης χίλια χρόνια…»

Ὁ Γ. Σουρής ἀκολουθεῖ τὴν (ὀρθή) ἱστορικὴ ὀρθογραφία. Παραθέτουμε στὴ συνέχεια δυὸ σχετιζόμενα μὲ τὸ πρόβλημα κείμενά μας:

Τὰ ὀνόματα Ἕλλην – Γραικὸς – Ρωμαῖος (Ρωμηός)

Γιὰ τὸ ὄνομα Ρωμηός (= Ρωμαῖος) ὑπάρχει μεγάλη σύγχυση, σ’ ἐκείνους φυσικὰ ποὺ ἐρασιτεχνικὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἱστορία, ἐνῶ ὅσοι ἔχουν τὶς ἐπιστημονικὲς προϋποθέσεις μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὴν ἔννοια καὶ ἱστορικὴ σημασία τῶν ἐθνικῶν μας ὀνομάτων.

Τὸ ὄνομα «Ἕλλην» εἶναι τὸ κυριότερο ὄνομα τοῦ ἔθνους τῶν Ἑλλήνων. Ἡ ἔννοιά του, ὅμως, ποικίλλει κατὰ περιόδους καὶ, ἄλλοτε εἶναι φυλετικὴ καὶ ἄλλοτε ἐθνικὴ ἢ πολιτιστικὴ ἢ θρησκευτική, στοὺς τελευταίους δὲ αἰῶνες καθαρὰ ἐθνική. Εἶναι ὄμως γεγονός, ὅτι (κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη) ἀρχαιότερο εἶναι τὸ ὄνομα Γραικὸς γιὰ τὸ ἔθνος μας καὶ μὲ αὐτό μᾶς ὀνόμαζαν οἱ ἀρχαῖοι Ρωμαῖοι. Ἀπό τὸν 8ο, ὄμως, αἰῶνα (Καρλομάγνος καὶ τὸ περιβάλλον του) τὸ ἀνατολικὸ μέρος τῆς αὐτοκρατορίας («Βυζάντιο») ὀνομαζόταν Γραικία καὶ οἱ κάτοικοί της Γραικοί, ἀλλά με μειωτικὴ ἔννοια (αἱρετικοὶ καὶ κίβδηλοι). Τὸ ὑβριστικό αὐτό ὑπόβαθρο διατήρησε τὸ ὄνομα αὐτό στὰ χείλη τῶν δυτικῶν, ὡς τὸν αἰῶνα μας. Ἐνῶ, λοιπόν, καυχώμεθα καὶ γιὰ τὸ ὄνομά μας αὐτὸ (Γραικοί), ὅταν χρησιμοποιεῖται σὲ δυτικὰ κείμενα (παλαιότερα), πρέπει νὰ γνωρίζουμε τὴν ἀληθινή του σημασία.

Τὸ ὄνομα Γραικός στὴ Δύση, ἀπὸ τὸν 8ο αιώνα, δηλώνει τὸν μὴ γνήσιο Ρωμαῖο, διότι τὸ ὄνομα Ρωμαῖος διεκδικοῦσε ὁ φραγκολατινικὸς κόσμος. Τὸ 962, ἱδρύθηκε ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Καρλομάγνου, τοῦ μεγαλύτερου ἐχθροῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ «Ἁγία Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία τοῦ γερμανικοῦ ἔθνους», ὑποκαθιστώντας (θεωρητικά) τὴν Αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ Ενωμένη Εὐρώπη, ὑπὸ τὴν (πραγματική) ἡγεσία τῆς Γαλλίας (Φραγκιᾶς) καὶ τῆς Γερμανίας (Τευτονίας), δηλαδὴ τῶν φραγκολατινικῶν ἐθνοτήτων (οἱ σημερινοὶ Ἄγγλοι εἶναι οἱ Νορμανδοφράγκοι καὶ οἰ λαοί τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης, οἱ Λομβαρδοφράγκοι), δὲν μποροῦσε νὰ πραγματοποιηθεῖ χωρὶς τὴ διάλυση τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης – Ρωμανίας. Ρωμανία ὀνομαζόταν ἡ αὐτοκρατορία, ποὺ ἐκτεινόταν ἀρχικὰ σ’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.

Εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ ὄνομα Ρωμαῖος γενικεύθηκε στὴν (ἀρχαία) Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, τὸ 212 (Constitutio Antoniniana τοῦ Καρακάλλα). Ἀπὸ τὸ 330, ὄμως, (ἐγκαίνια Νέας Ρώμης) ἡ αὐτοκρατορία γίνεται Χριστιανικὴ καὶ ἑλληνικὴ (πλήρης ἐξελληνισμὸς ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ ὡς τὸν Ἡράκλειο, 6-7ος αἰ. ). Μὴ λησμονοῦμε, ὅτι καὶ ἠ Παλαιά Ρώμη (τῆς Ἰταλίας) ἔλαβε ὄνομα ἑλληνικὸ (Ρώμη), τὸν 4ο δὲ αἰῶνα π.Χ. Ὀνομαζόταν «πόλις ἑλληνίς» (Ἡρακλείδης ὁ Ποντικός). Τὸ 330, ἡ νέα πρωτεύουσα τῆς νέας Χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας (Μ. Κωνσταντῖνος) ὀνομάσθηκε (ὄχι Κωνσταντινούπολη, ἀλλά) Νέα Ρώμη, διότι ἡ Παλαιά Ρώμη μεταφέρθηκε ὁλόκληρη στὴν ἑλληνικὴ Ἀνατολή (Translatio Urbis). Τὸ ὄνομα Κωνσταντινούπολις θὰ τῆς δοθεῖ, ταυτόχρονα, πρὸς τιμὴν τοῦ ἰδρυτοῦ της. Στὴ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (380, κανόνας γ’) καὶ στὴν Δ΄ (451, καν. 28) λέγεται ρητά, ὅτι «εἰκότως» ἔλαβε ἡ νέα πρωτεύουσα ἴσα «πρεσβεῖα» μὲ τὴν Παλαιά Ρώμη, «διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν Νέαν Ρώμην». Γι’ αὐτὸ ὅλοι οἱ αὐτοκράτορες, Ἕλληνες ἐκ καταγωγῆς στὴ συντριπτική τους πλειονότητα, ὡς τὸν οὐσιαστικὰ Νεοέλληνα Κωνσταντῖνο τὸν Παλαιολόγο (+ 1453), θὰ ὀνομάζονται καὶ θὰ αὐτοκαλοῦνται «αὐτοκράτορες τῶν Ρωμαίων». Γιατί;

Ἀπὸ τὸ 330, τὸ ὄνομα τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης εἶναι Ρωμανία. Τὸ ὄνομα αὐτό ἀναφέρεται ἤδη, τὸν 4ο αἰῶνα, ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο. Τὸ ὄνομα Βυζάντιο, γιὰ τὸ κρατος, θὰ ἐμφανισθεῖ γιὰ πρώτη φορᾶ σὲ Φράγκους συγγραφεῖς — Ἱερώνυμος Βολφ—τὸ 1562. Πρὶν ἀπὸ τὸ ἔτος αὐτό, ποτέ δὲν ὀνομάσθηκε ἡ αὐτοκρατορία Βυζάντιο. Οἰ κάτοικοι τοῦ κράτους ὀνομάζονται Ρωμαῖοι, μολονότι πολιτιστικὰ εἶναι ὅλοι Ἕλληνες καὶ πνευματικὰ Ὀρθόδοξοι. Ἑλληνισμὸς, ρωμαϊκὸς κρατικὸς φορέας καὶ Ὀρθοδοξία εἶναι τὰ συστατικὰ μεγέθη τῆς Νέας αὐτοκρατορίας. Βέβαια, τὸ κύριο στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας εἶναι οἱ ἐκ καταγωγῆς (φυλετικά, δηλαδή) Ἕλληνες. Τὸ ὄνομα Ρωμαῖος ἦταν, λοιπὸν, κρατικό, σὲ μία αὐτοκρατορία ποὺ ἦταν πολιτιστικὰ (γλῶσσα, παιδεία) ἀπόλυτα ἑλληνική καὶ ὄχι φυλετικά. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Κωνσταντινούπολη, νέα Ρώμη, διὰ τῶν Ἁγίων της ἔγινε προπύργιο τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ ὄνομα Ρωμαῖος σημαίνει, τελικά, Ὀρθόδοξος πολίτης τῆς Νέας Ρώμης (ὄχι τῆς παλαιᾶς, ποὺ ἔγινε τὸ κέντρο τοῦ Παπισμοῦ ἀπὸ τὸν 11ο  αἰῶνα -σχίσμα). Αὐτὸ ὁμολογοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ Ἕλληνες Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς στὸν διάλογό τους μὲ τοὺς Ἀγγλικανοὺς Ἀνωμότους, τὸν 18ο αἰῶνα (1716-1725). «… Πάλαι μὲν Ἑλλήνων, νῦν δὲ Γραικῶν καὶ Νέων Ρωμαίων διὰ τὴν Νέαν Ρώμην καλουμένων». Οἱ Ἕλληνες, δηλαδή, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους τῆς Ἐθναρχίας (ποὺ ἦταν συνέχεια τῆς «Βυζαντινῆς» Αὐτοκρατορίας) ὀνομάζονται ἐδῶ Γραικοί, διότι ἔτσι μᾶς ὀνόμαζαν ἀπὸ τὸν 8ο αἰῶνα οἱ εὐρωπαῖοι (Grec, Grieche, Greco) καὶ Νεορωμαῖοι, ὡς πολίτες καὶ πνευματικὰ τέκνα τῆς Νέας Ρώμης. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ Ν. Σπηλιάδης (στενὸς συνεργάτης τοῦ Καποδίστρια) στὰ Ἀπομνημονεύματά του λέγει, ὅτι ὁ Ἰ. Καποδίστριας ἤθελε νὰ δημιουργήσει «Νεορωμαϊκὴν αὐτοκρατορίαν» (ἀνακοίνωση καθηγ. Π. Χριστοπούλου), δηλαδὴ νὰ ἀναστήσει τὴν Αὐτοκρατορία τῆς Νέας

Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ φυσικὰ δὲν τὸ ἐνέκρινε ἡ Εὐρώπη τῶν ἀπογόνων τοῦ Καρλομάγνου.

Τὸ ὄνομα Ρωμαῖος, συνεπῶς, ἂν μέχρι τὸ 330 μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ κατὰ κάποιο τρόπο ὄνομα δουλείας καὶ ὑποταγῆς, ἀπὸ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἶναι γιὰ τοὺς Ἕλληνες ὄνομα τιμῆς καὶ δόξας, ἀφοῦ μόνο αὐτὸ (καὶ ὄχι τὸ ἀνύπαρκτο ὡς κρατικό, μέχρι τὸ 1562, Βυζάντιο) χαρακτηρίζει τὴν αὐτοκρατορία μας καὶ τὴ θέση μας σ’ αὐτήν. Ρωμηὰ ἦταν ἡ Ἀθηναία Βασίλισσα Εὐδοκία (5ος αἰ.), Ρωμηά καὶ ἡ (κυβερνῶσα) αὐτοκράτειρα Εἰρήνη, πάλι Ἀθηναία, τὸν 8ο αἰ. Στὴν Ἀθῆνα ἦλθε καὶ ὁ Ρωμαῖος, ἀλλὰ Ἕλληνας Μακεδόνας, Βασίλειος Β΄ ὁ Βουλγαροκτόνος, γιὰ νὰ προσκυνήσει τὴν Παναγία τὴν Ἀθηνιώτισσα στὸν Παρθενῶνα. Εἶναι τραγικό, ἀλήθεια, αὐτὸ, ποὺ λειτούργησε ἱστορικὰ ὡς σύνθεση εὐεργετικὴ γιὰ τὸ Ἔθνος – Γένος μας, ἐμεῖς οἱ δυτικοθρεμμένοι Νεοέλληνες νὰ τὸ ἐκλαμβάνουμε ὡς ἀντίθεση.

Τὸ ὄνομα Ρωμαῖος, ὅμως, φανερώνει τὴν ταύτιση Ἑλληνισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας. Ρωμαῖος σημαίνει, τελικὰ, Ὀρθόδοξος Χριστιανός, ἐνῶ τὸ Ἕλλην, ἀπὸ τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση καὶ μετά, μπορεῖ νὰ σημαίνει μόνο τὸν ἀρχαιολάτρη τύπου Γεμιστοῦ Πλήθωνος ἢ καὶ τὸν Τέκτονα, ἐκδυτικισμένο καὶ φραγκόφιλο. Ὅταν, συνεπῶς, ἀπορρίπτεται ἤ καὶ πολεμεῖται τὸ ὄνομα Ρωμαῖος-Ρωμηός, πρέπει νὰ ἐρευνᾶται καὶ ἡ αἰτία, ἡ προέλευση δηλαδὴ τῆς πολεμικῆς. Εἶναι, ἀπλώς ἀνιστόρητη ἀρχαιολατρία, δυτικὴ ἐπίδραση ἤ καὶ πολεμική κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας;

Ὡς Ρωμαῖοι, οἱ Ἕλληνες δηλώνουμε τὸν σύνδεσμο τοῦ ἔθνους μας μὲ τὴν Ὀρθόδοξη, ἁγιοπατερικὴ παράδοση καὶ τὴν Ὀρθόδοξη ταυτότητά μας. Γι’ αὐτὸ ἔχουμε τὴ συνείδηση, ὅτι ἐθνικὰ-φυλετικὰ εἴμασθε Ἕλληνες ἢ καὶ Γραικοὶ (ὅλα δικά μας εἶναι). Πνευματικά ὅμως, δηλαδὴ στὴν πίστη μας, εἴμασθε Ρωμαῖοι-Ρωμηοί, δηλαδὴ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ καὶ ὄχι ἐξωμότες Γραικύλοι καὶ «γενίτσαροι» πρὸς τὴν Ὀθωμανικὴ Ἀνατολή (Τουρκιά) ἢ τὴν αλλοτριωμένη Δύση (Φραγκιά). Ὄταν οἱ πατέρες μας, στὴ διάρκεια τῆς δουλείας, ἔλεγαν γιὰ κάποιον Ἕλληνα: ἐτούρκευσε ἢ ἐφράγκευσε, σήμαινε: χάνοντας τὴν Ὀρθόδοξη πίστη του, ἔπαυσε νὰ εἶναι καὶ Ἕλληνας. Αὐτὰ, βέβαια, ὡς τὸν 19ο αἰῶνα. Στὸ σύγχρονο Ἑλληνικὸ Κράτος, ὅπως ἄλλωστε καὶ στὸ «Βυζάντιο», νομικά, Ἕλληνας μπορεῖ νὰ εἶναι ὁποιοσδήποτε, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν καταγωγή του, ὡς πολίτης τοῦ κράτους, προστατευόμενος συνταγματικὰ — καὶ πολὺ ὀρθὰ — ἀπὸ τοὺς νόμους.

Βασικ Βιβλιογραφία Παν. Κ. Χρήστου, Ο περιπέτειες τν θνικν νομάτων τν λλήνων, Θεσσαλονίκη 1991. Π. ωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, θνα 19812. Π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνο, λληνισμς Μετέωρος, θνα 1992. Το διου, Πολιτικ κα Θεολογία, Κατερίνη 1990, σ. 51 κ. .