Καραποστόλης Βασίλης, Καθηγητής Πολιτισμοῦ καὶ Ἐπικοινωνίας τοῦ Πὰν/μίου Ἀθηνῶν.

Οἱ καιροὶ εἶναι τέτοιοι ποὺ ἐπιβάλλουν στὶς σκέψεις μας νὰ πηγαίνουν πιὸ πέρα ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου συνήθως ἔφθαναν. Συνηθίζουν πολλοὶ τελευταία νὰ μετρᾶνε καὶ νὰ ξαναμετρᾶνε τὸ δημόσιο χρέος τῆς χώρας καὶ νὰ τὸ χαρακτηρίζουν αἰτία τοῦ σημερινοῦ προβλήματος. Πράγματι, ἀκόμη κι ἂν δὲν εἶναι τόσο ὑψηλὸ ὥστε ἀπὸ μόνο του νὰ δημιουργεῖ συνθῆκες ἀποδιάρθρωσης τῆς οἰκονομίας, τὸ χρέος παραμένει ὡς μέγεθος στοιχεῖο νοσηρό. Δὲν εἶναι ὅμως αἰτία τῆς κρίσης, εἶναι ἀποτέλεσμα. Γιὰ νὰ ἐντοπίσουμε τί ὑπάρχει πρὶν ἀπ’ αὐτὸ καὶ πίσω ἀπ’ αὐτό, πρέπει νὰ θέσουμε τὸ ἐρώτημα: γιατί τόση εὐκολία μέχρι τώρα στὸ νὰ προσφεύγουμε σὲ πιστωτές; Ἡ ἀπάντηση μπορεῖ νὰ βγεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἐρώτηση. Η Ἑλλάδα δανειζόταν εὔκολα γιατί πίστευε στὴν εὐκολία.

Τὸ νὰ καταφεύγει τόσο τὸ κράτος ὅσο καὶ ὁλόκληρη ἡ κοινωνία στὸν δανεισμό, ἰδιαίτερα κατὰ τὴ μεταπολίτευση, δήλωνε πὼς τὸ «ἕτοιμο χρῆμα» προκρινόταν χωρὶς δισταγμὸ ἔναντί τοῦ χρήματος ποὺ προκύπτει μέσα ἀπὸ τὴ δουλειὰ καὶ τοὺς κόπους της. Αὐτοὶ οἱ κόποι ἦταν ποὺ ἔπρεπε νὰ λείψουν. Αὐτὸς ὁ μόχθος ποὺ μύριζε ἱδρώτα καὶ ποὺ ἐνῶ τὸν ἑλλαδικὸ ἄνθρωπο τῆς παλαιότερης ἐποχῆς τὸν ἀντάμοιβε μ’ ἕνα αἴσθημα ἱκανοποίησης ἢ ἀκόμη καὶ περηφάνειας ἐπειδὴ τὰ «ἔβγαζε πέρα», τώρα, στὸ ἄτομο τῆς μεταπολιτιστικῆς ἀδημονίας φάνταζε σὰν ἀνυπόφορη ἀγγαρεία ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ ἀπαλλαγεῖ. Τὸ κύριο μέσο γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸν καταναγκασμὸ αὐτὸ ἦταν ὁ δανεισμός. Προηγήθηκε ὅμως μία ἀλλαγὴ μέσα στὴ συνείδηση τοῦ ἀτόμου κατὰ τὴν ὁποία ὁ μόχθος ἀπαξιώθηκε, θεωρήθηκε στεῖρος. Ἀπὸ ἐκεῖ ξεκινᾶ ἡ κρίση. Η Ἑλλάδα πληρώνει σήμερα τὸ ὅτι θέλησε μ’ ἕνα ἅλμα νὰ περάσει ἀπὸ τὸν μόχθο στὴν κατανάλωση, ἐγκαταλείποντας τὸ ἐνδιάμεσο στάδιο, ποὺ ἦταν ἡ ἐργασία. Ἂν μὲ τὸν σωματικὸ κόπο, μὲ τὸ μόχθο δηλαδή, παράγονται εἴδη ποὺ προορίζονται κυρίως γιὰ τὴν αὐτοσυντήρηση (τὰ γεωργικὰ προϊόντα, πρῶτα ἀπ’ ὅλα), μὲ τὴν ἐργασία τῶν χεριῶν καὶ τῆς νόησης παράγονται εἴδη ποὺ ἀντέχουν περισσότερο στὸ χρόνο. Μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ὀργάνωσή της ἡ ἐργασία δημιουργεῖ ἕναν κόσμο διαρκείας, ἀντικείμενα, σκεύη, μηχανὲς ποὺ ἡ ζωὴ τοὺς ξεπερνᾶ κατὰ πολὺ τὸ χρόνο ποὺ διατέθηκε γιὰ τὴν κατασκευή τους ἢ καὶ τὸν ἴδιο τὸ χρόνο ζωῆς τῶν κατασκευαστῶν τους. Στὴν περίπτωσή μας ὅμως ὁ κατασκευαστὴς εἶχε πάψει νὰ βρίσκει νόημα σ’ αὐτὴ τὴν προσπάθεια. Οὐσιαστικά, θεώρησε πὼς τὸν ὑποβιβάζει νὰ μετασχηματίζει ἁπλῶς τὴν ὕλη σὲ φόρμες. Ἡ φόρμα ποὺ τὸν ἐνδιέφερε ἦταν ὁ ἴδιος του ὁ ἐαυτός. Ἤθελε νὰ δώσει στὸν ἑαυτὸ του τὴν εὐχέρεια νὰ μὴν ὑπακούει στὴν ἀνάγκη, νὰ μὴν ὑποτάσσεται στὴν ὑποχρέωση ποὺ ἔχει ὁ ἐργάτης νὰ σφυρηλατεῖ ὅπως πρέπει τὸ μέταλλο, νὰ σκαλίζει ὁ μαραγκὸς ὅπως πρέπει τὸ ξύλο, νὰ συντάσσει ὁ ὑπάλληλος ὅπως πρέπει τὸ ὑπηρεσιακὸ ἔγγραφο. Ἀπέναντι στὴν ὑποχρέωση νὰ εἶναι τελεσφόρος ὁ Ἕλληνας διάλεξε τὴν εὐχαρίστηση νὰ μὴν καταλήγει πουθενά. Τὴ δυνατότητα αὐτὴ τοῦ τὴν πρόσφερε ἡ κατανάλωση. Μποροῦσε νὰ ἀγοράζει κάτι, μετὰ νὰ τὸ ἀντικαθιστᾶ, κατόπιν νὰ ξεχνᾶ τί εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ ἐπιθυμεῖ καὶ γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ καπρίτσια νὰ μὴν πρέπει νὰ δίνει λογαριασμὸ σὲ κανένα.

Ἡ κατανάλωση ὁδήγησε τὸν στερημένο Ἕλληνα σὲ μία περιοχὴ ὅπου, ἐπιτέλους, κανεὶς δὲν τοῦ ἔλεγε τί νὰ κάνει. Ἔτσι νόμιζε στὴν ἀρχή. Γιατί λίγο ἀργότερα, ἄρχιζε νὰ ἀντιλαμβάνεται πὼς οὔτε κι ἐδῶ, στὴν πολύχρωμη καὶ δελεαστικὴ ἀγορὰ δὲν ὑπῆρχε ἐλευθερία κινήσεων. Γιὰ νὰ ψωνίζει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἀρεσκείας τοῦ ἔπρεπε νὰ ἔχει, φυσικά, τὸ ἀπαραίτητο χρῆμα. Ἐξ ὁρισμοῦ τὸ χρῆμα ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ «δύνασθαι» μὲ μία δυνητικὴ ἱκανότητα. Ὅποιος κατεῖχε ἕνα ποτὸ θὰ μποροῦσε, ἐὰν ἤθελε, νὰ ἀγοράσει τὸ ἄλφα ἢ τὸ δείνα ἀντικείμενο. Νὰ ὅμως ποὺ διαπιστώθηκε ὅτι μὲ τὴν κατανάλωση, ἀπὸ ἕνα σημεῖο κι ἔπειτα, δὲν τίθεται θέμα δυνατότητας, ἀλλὰ καὶ πάλι ὑποχρέωσης. Ὀφείλεις πλέον ὁπωσδήποτε νὰ ἀγοράζεις γιὰ νὰ εἶσαι κάποιος, ὀφείλεις νὰ ἀγοράζεις ὥστε οἱ ἄλλοι νὰ σοῦ ἀναγνωρίσουν ὅτι ἀξίζεις νὰ σὲ θεωροῦν ἀποδεκτό. Ἀναπάντεχα ἔτσι ο καταναλωτισμὸς ἔπληξε τὴ ματαιοδοξία τὴ στιγμὴ ποὺ τὴν κολάκευε. Ἀφαίρεσε ἀπὸ τὸ ἄτομο τὴν δυνατότητα νὰ νομίζει ὅτι ἀποδεσμεύτηκε ἀπὸ τὶς ἀνάγκες, τοῦ ἀνέτρεψε μὲ ἄλλα λόγια τὴν ἰδέα ποὺ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Θυμηθεῖτε ὅτι παλαιότερα πάνω στὸ κέφι του ἕνας γλεντζὲς ἦταν ἱκανὸς νὰ κάψει τὰ χαρτονομίσματά του. Διακήρυττε, ἔτσι, ὅτι αὐτὸς δὲν θὰ γινόταν ποτὲ ἕνας «δοῦλος τοῦ δούλου του», τὸ χρῆμα δηλαδὴ δὲν θὰ κυριαρχοῦσε πάνω στὸ ἐγὼ τοῦ κατόχου του. Ποιὸς τολμάει σήμερα νὰ ἰσχυριστεῖ κάτι παρόμοιο; Καὶ δὲν μιλᾶμε γιὰ τὴν τωρινὴ συγκυρία, μιλᾶμε γιὰ τὴν εἰκοσαετῆ τουλάχιστον περίοδο ποὺ προηγήθηκε.

Ἤδη ἀπὸ τότε ἦταν ἔκδηλη μία ὁρισμένη δυσθυμία μέσα στὸ νέο συρμὸ ποὺ συνίστατο στὸ νὰ ξοδεύει κανεὶς χωρὶς νὰ τὸ πολυσκέφτεται. Ἦταν ἡ περίοδος ὅπου ἡ πολυάριθμη μεσαία τάξη τὰ πρωινὰ ἐργαζόταν βαριεστημένα, τὰ ἀπογεύματα ἀνακάλυπτε ψυχολόγους γιὰ νὰ τῆς λύσουν τὶς προσωπικὲς καὶ οἰκογενειακὲς ὑποθέσεις της καὶ τὰ βράδια τὴν ἀπασχολοῦσε τόσο πολὺ τὸ ποιὰ θὰ ἦταν ἡ πιὸ «ἐπιτυχημένη» της διασκέδαση ποὺ τὸ τέλος ἡ ὅλη ἐπιχείρηση τὴν ἐξαντλοῦσε. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ δηλητηριάζεται σιγὰ-σιγὰ ἡ εὐχαρίστηση τοῦ καταναλωτῆ ἀπὸ ἕνα δυσάρεστο ἂν καὶ ἀόριστο αἴσθημα. Τρία-τέσσερα χρόνια προτοῦ ξεσπάσει ἡ κρίση ἦταν κιόλας ὁρατὸ τὸ φαινόμενο τῆς δυσκολίας ποὺ εἶχαν ὅλο καὶ περισσότερα ἄτομα νὰ νιώσουν χαρά, καὶ νὰ τὴ μοιραστοῦν μὲ ἄλλους. Δὲν ἔφταιγε ἡ κατανάλωση καθ’ ἐαυτή, κάτι τέτοιο εἶναι ἀνόητο νὰ λέγεται. Η ὑποκατάσταση τοῦ ἑαυτοῦ μὲ τὴν κατανάλωση, αὐτὸ ἔφταιγε. Τὸ ὅτι μέσα στὴν εὐχέρεια νὰ ψωνίζει κάποιος προϊόντα καὶ ἀνέσεις μειωνόταν δραστικὰ ἡ δυνατότητα νὰ δοκιμάσει τὶς δυνάμεις του πάνω σὲ κάτι ποὺ θὰ τοῦ ἀντιστεκόταν. Γιὰ νὰ βροῦμε τί ἀξίζουμε πρέπει νὰ πράξουμε, ἔλεγε ὁ Γκαῖτε. Δὲν εἶναι ζήτημα λοιπὸν ἐνδοσκόπησης ἢ διαλογισμοῦ ἡ εὕρεση τῆς προσωπικῆς μας ποιότητας. Εἶναι θέμα δοκιμῆς καὶ δοκιμασίας. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει μία πραγματικότητα ποὺ νὰ σοὺ προβάλλει ἀντίσταση, ποτὲ δὲν μαθαίνεις ἂν εἶσαι ἀρκετὰ ἔξυπνος, ἱκανός, συνεπής, ἐπινοητικὸς κ.τ.λ. Μέσα στὸν καταναλωτισμὸ ἀγνοοῦμε τὸ ποιοὶ εἴμαστε. Αὐτὸ τὸ μαθαίνουμε μόνο μὲ τὴν ἐργασία. Ἄρα ἐκεῖ βρίσκεται καὶ ἡ λύση τοῦ προβλήματος τῆς κρίσης.

Γιὰ ἕνα διάστημα τριάντα τόσων χρόνων ἡ Ἑλλάδα ἀντάλλαξε τὴ φτώχεια ποὺ εἶχε περάσει ἕως τότε μὲ τὴν εὐχαρίστηση νὰ συμπεριφέρεται σὰν νὰ ἦταν εὔπορη. Ἡ στάση αὐτὴ δὲν θὰ πρέπει νὰ καταδικαστεῖ ὁλοκληρωτικά. Γιατί ὡς ἕνα βαθμὸ ἐμπεριέχει καὶ ἀποκαλύπτει τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς, τὴν κατάφαση σὲ ὅ,τι τερπνὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Καὶ ὁ κόσμος μας διαθέτει πάντα ἀκαταμάχητα θέλγητρα (μὴ ξεχνᾶμε ἐξάλλου καὶ πόσοι ξένοι τὰ λιμπίστηκαν). Ἄλλο ὅμως νὰ ἀπολαμβάνεις πράγματα, κι ἄλλο νὰ χαίρεσαι τὸν ἑαυτό σου. Καὶ τὸν ἑαυτὸ μας μποροῦμε νὰ τὸν χαροῦμε μόνο ὅταν τοῦ δίνουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκδιπλωθεῖ, νὰ γίνει κάτι ἄλλο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι. Ἐκεῖ ὅπου μπορεῖ νὰ συμβεῖ αὐτὸ εἶναι μόνο στὴ σφαίρα τῆς ἐργασίας. Ἕνας ἄνθρωπος ἢ κι ἕνα σύνολο ἀνθρώπων κρίνεται τελικὰ ἀπὸ τὰ ἔργα του, ἀπὸ τὶς πράξεις του, ὄχι ἀπ’ αὐτὸ ποὺ θὰ ’θελε νὰ εἶναι ἢ ποὺ ἐπιδεικνύει ὅτι εἶναι. Ὁ ὑπέρμετρος δανεισμὸς τῆς Ἑλλάδας ὀφείλεται σ’ αὐτὴ τὴν παραίσθηση: θεωρήθηκε πὼς θὰ ἦταν δυνατὸν ἕναν ὁλόκληρο λαὸ κι ἕναν ὁλόκληρο πολιτισμὸ νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσουν ὁρισμένα περιουσιακὰ στοιχεῖα, κι αὐτὰ τὰ στοιχεῖα νὰ τοῦ δίνουν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα: «ποιὸς εἶμαι». Τὸ ἐγχείρημα αὐτὸ ἀπέτυχε. Μέσα στὴν οἰκονομικὴ εὐμάρεια, τὴ στηριγμένη στὸ δημοσιονομικὸ ἔλλειμμα, παρέμεινε ἐκεῖνο τὸ ἄλλο ἔλλειμμα, τὸ ψυχικὸ καὶ ἠθικό, ποὺ δὲν ἀφήνει τοὺς Ἕλληνες νὰ καυχηθοῦν γιὰ ὅσα πέτυχαν. Δὲν ἦταν μήπως ἀρκετὸ ὅτι ἔχτισαν σπίτια; Ὅτι ἀγόρασαν αὐτοκίνητα; Φαίνεται πὼς ὄχι. Για νὰ ἦταν βαθύτερα ἱκανοποιημένοι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν δουλέψει διαφορετικά, ὄχι σὰν ἐπιτήδειοι καὶ ἀπατεωνίσκοι, ὄχι κατ’ ἀπομίμηση τῶν ἀξιωματούχων τοῦ κράτους καὶ τῶν πολιτικών οι ὁποῖοι μὲ τὶς ὀλιγωρίες τους καὶ τὴν ἀσυνέπειά τους προσέφεραν ἕνα πρότυπο καὶ μαζὶ ἕνα ἄλλοθι γιὰ τὰ λαϊκὰ ἐλαττώματα. Ἡ ἄλλη προοπτική, ὡστόσο, δὲν ἔχει ἀκόμα κλείσει ἐντελῶς. Καὶ δὲν λέγεται οὔτε «ἐργασιοθεραπεία» οὔτε προτεσταντικοῦ τύπου ἀσκητισμὸς τῆς ἐργασίας, λέγεται αὐτοπραγμάτωση μέσα στὴ δουλειά.

Ὅποια λοιπὸν μέτρα καὶ νὰ ληφθοῦν ὥστε νὰ ἔλθει ἡ περιβόητη ἀνάπτυξη τῆς χώρας, δὲν θὰ εὐδοκιμήσουν ἐὰν δὲν ἀλλάξει πρῶτα ἡ στάση ἀπέναντι στὴν ἐργασία. Μέσα ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση, μέσα ἀπὸ τὴν οἰκογενειακὴ ἀγωγή, μέσα ἀπὸ τὴ θέσπιση κινήτρων, ἡ Ἑλλάδα θὰ πρέπει νὰ βρεῖ σὲ τί εἴδους ἀπασχόληση ἔχει περισσότερα πλεονεκτήματα, σὲ ποιοὺς τομεῖς ἀποδίδει καὶ κυρίως, σὲ ποιοὺς τομεῖς τὰ ψυχικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν κατοίκων της εὐνοοῦν τὶς ἐπιδόσεις τῆς παραγωγῆς. Κάποτε ὑπῆρχε μπόλικο πεῖσμα στὸν τόπο μας. Ἐὰν ἔχει μείνει κάτι ἀπ’ αὐτό, ὑπάρχουν ἀκόμη ἀκαλλιέργητα χωράφια νὰ τὸ δεχτοῦν, καΐκια νὰ ἑτοιμαστοῦν γιὰ τὸ ψάρεμα, κάποιες μηχανὲς γιὰ νὰ ξαναλαδωθοῦν. Ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ κατὰ πόσον οἱ νέες γενιὲς θὰ διδαχτούν –καὶ θὰ πεισθούν– νὰ ἀγαπᾶνε αὐτὸ ποὺ φτιάχνουν, ὅ,τι κι ἂν εἶναι, καὶ νὰ μὴ σταματᾶνε μέχρι νὰ τὸ φτιάξουν καλά. Τὰ ἡμιτελῆ ἔργα ἦταν γιὰ χρόνια ἡ κατάρα μας. Τώρα ἡ κρίση μᾶς λέει ὅτι ἢ θὰ τελειώνουμε ὅ,τι ἀρχίζουμε ἢ θὰ τελειώσουμε μαζί της.

«Πειραϊκὴ Ἐκκλησία» τεῦχος Ὀκτωβρίου 2011″.