1.

Ἡ Ἀνάληψη.

Anthony Bloom, Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

(Πρ. 1. 1-12, Λκ. 24.36-53)

Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικοὺς κρίκους τῆς ἁλυσίδας τοῦ αἰώνιου ἀνθρώπινου πεπρωμένου. Ἡ ἱστορία ἀρχίζει τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς καλεῖ τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὸ εἶναι μὲ τὸν Παντοδύναμο δημιουργικό Του Λόγο. Ὁ κόσμος αὐτὸς τοποθετεῖται ἀπέναντι στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὸ δημιουργικὸ Λόγο καλεῖται ὄχι ἁπλῶς στὴν παροδικὴ ζωὴ ἀλλὰ στὸ νὰ παραμείνει αἰώνια μέσα στὴ χαρὰ καὶ τὴ δόξα τοῦ Κυρίου του. Τὸ πεπρωμένο τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου γεννιέται μὲ μία προσφορὰ ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ μακαριότητα τῆς φιλίας μαζί Του μέχρι τὰ τέλη τῶν αἰώνων.

Ὅταν ὕστερα ὁ ἄνθρωπος ἀποσκίρτησε ἀπὸ τὸ Θεό, ὅταν ἐξ αἰτίας τῆς προδοσίας τοῦ ἀνθρώπου τὸ σύμπαν παραδόθηκε στὴ φθορὰ ὁ Θεὸς δὲν ἀπόσυρε τὴν ἀγάπη Του, δὲ μᾶς ἐγκατέλειψε. Ὁ Θεὸς δὲν ἔγινε ποτὲ ἕνας ἀπέξω γιὰ τὸν κόσμο Του, οὔτε στὶς ὧρες τῆς ζωῆς τοῦ Παραδείσου οὔτε καὶ στὰ χρόνια καὶ τοὺς αἰῶνες τῆς πτώσης. Ἐργαζόταν ἀδιάκοπα μέσα στὸν κόσμο ζωντανεύοντας στὶς ἀνθρώπινες καρδιὲς κάθε τι τὸ καλὸ καὶ ἀληθινό, στέλνοντας τοὺς φύλακές Του ἀγγέλους, τοὺς προφῆτες Του καὶ τοὺς ἀγγελιαφόρους τοῦ λόγου Του. Ὅταν τέλος ὡρίμασαν οἱ καιροί, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἰσῆλθε προσωπικὰ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου. Μὲ τὴν ἐνσάρκωσή Του ὁ Θεὸς εἰσῆλθε στὸ ἱστορικὸ πεπρωμένο τοῦ ἀνθρώπου διαγράφοντας ἔτσι τὴ διαχωριστικὴ γραμμὴ ἀνάμεσα στὸ ἱστορικὸ αὐτὸ πεπρωμένο καὶ τὴ Θεϊκὴ αἰωνιότητα. Ἕνωσε ἀκόμα μὲ τὸν Ἑαυτό Του, μὲ τὴ Θεϊκή Του φύση ὁλόκληρη τὴν κτίση Του – τὴν ἀνθρώπινή μας σάρκα τὴν ὁποία φόρεσε ὄχι γιὰ ἕνα ὁρισμένο χρονικὸ διάστημα ἀλλὰ γιὰ πάντα, τὴ γῆ μας, τὸ στερέωμα – καὶ ἀπέδειξε ἔτσι τὶς ὑπέροχές της ἰδιότητες καὶ τὴ δόξα της: τὸ κάθε θεϊκὸ δημιούργημα εἶναι ἱκανὸ ὄχι ἁπλῶς νὰ συναντήσει τὸ Θεὸ ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι πνευματοφόρο, Θεοφόρο.

Ὁ κτιστὸς κόσμος ὄχι μόνο δὲν καταστράφηκε ἀπὸ τὴν ἐπαφή του μὲ τὸ αἰώνιο καὶ τὴν ἕνωσή του μὲ τὴ θεϊκὴ φωτιὰ ἀλλὰ ἀντίθετα ἀναζωογονήθηκε, μεταμορφώθηκε καὶ πῆρε τὴν ἀληθινὴ ἀξιοπρέπειά του, εἰσῆλθε στὸ ἀληθινὸ πεπρωμένο τῆς Δημιουργίας. Οὔτε κι αὐτὸ ὅμως δὲ στάθηκε ἀρκετό. Ὅταν ὁ Χριστὸς μὲ τὸ θάνατό Του νίκησε τὸ θάνατο ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό· καὶ ἀνεβαίνοντας στὰ βάθη τῆς θεϊκῆς ἀκαταληψίας ὁ Κύριος πῆρε τὴν ἀνθρώπινή μας φύση, τὴ σάρκα ποὺ δέχτηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο, τὴν ὕλη τοῦ κτιστοῦ κόσμου, μαζί Του μέσα στὸ Μυστήριο τῆς Τριάδας.

Ὁ Χριστὸς ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ τὴν ἡμέρα ἑνὸς εὐλογημένου καὶ ὑπέροχου χωρισμοῦ ὁ ὁποῖος ἀποδείχτηκε πὼς δὲν ἦταν μία ἀπομάκρυνση, διότι μὲ τὸ νὰ ἀναληφθεῖ στοὺς οὐρανοὺς ὁ Κύριος δὲν ἔφυγε μακριά μας. Ὁ οὐρανὸς δὲν εἶναι τὸ στερέωμα, μία ὁρισμένη ἀπόσταση ἀπὸ ἐμᾶς ἀλλὰ τὸ μυστήριο τῆς πανταχοῦ Θεϊκῆς Παρουσίας, ἡ δόξα τὴν ὁποία εἶχε ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Ὅταν δὲ ὁ Χριστὸς λέει: «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ.16.24), δὲ μᾶς λέει ἁπλῶς ὅτι κατὰ τὴ διάρκεια τῆς παροδικῆς ὕπαρξής μας ὀφείλουμε νὰ ἀποδεσμευτοῦμε ἀπὸ τὴν κάθε μορφὴ ἀγάπης τοῦ ἑαυτοῦ μας, νὰ δεχτοῦμε τὸ βάρος τῆς ἐπίγειάς μας ζωῆς καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε, πρῶτα ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπ\’ ἐκεῖ στὴ Γεθσημανῆ καὶ τὴ δίκη καὶ τὸ σταυρό, οὔτε ἀκόμα μόνο ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θὰ Τὸν ἀκολουθήσει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θὰ ἀναστηθεῖ καὶ πάλι τὴν ἔσχατη μέρα: ἀνοίγει μπροστὰ μας ἀκόμα μεγαλύτερες δυνατότητες. Καλούμαστε νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε καὶ σύμφωνα μὲ τὸ δικό Του λόγο (Ἰω. 17.24) νὰ εἴμαστε ἐκεῖ ποὺ εἶναι καὶ Ἐκεῖνος, μέσα στὴν αἰώνια δόξα τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.

Ὕστερα ἀπὸ δέκα μέρες θὰ γιορτάσουμε τὴν Πεντηκοστή. Περιμένουμε πὼς θὰ μπορέσουμε νὰ δεχτοῦμε τὴ Δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ\’ ὅσον μὲ τὸ βάπτισμα ἔχουμε γίνει, μέχρις ἑνὸς ὁρισμένου σημείου τουλάχιστο, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐφ\’ ὅσον γιὰ χρόνια τώρα παίρνουμε τὴ θεία Κοινωνία. Μέσω τῆς δωρεᾶς αὐτῆς ἡ ἀνανεωμένη μας ἀνθρωπότητα μπορεῖ νὰ πυρποληθεῖ μὲ τὴ φωτιὰ τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Ἂς προετοιμαστοῦμε εὐλαβικὰ καὶ προσεκτικὰ ὥστε νὰ γίνει πράγματι δυνατὴ ἡ ἀνανέωση τῆς ζωογονητικῆς καὶ μεταμορφωτικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἂς ἔλθουμε ἐκείνη τὴ μέρα στὴν ἐκκλησία ἕτοιμοι νὰ ξεκινήσουμε μέσα στὸ Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μία καινούρια ζωὴ καὶ νὰ γίνουμε πραγματικὰ καὶ ὄχι μόνο στὰ ὄνειρά μας αὐτὸ ποὺ ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας ὀνομάζει τὸ ζωντανὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸν «ὁλοκληρωμένο Χριστό», ὅπου ἐνοικεῖ ἡ πληρότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δεχόμενοι λοιπὸν τὸ Πνεῦμα αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς υἱοθεσίας ἂς γίνουμε – ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος τῆς Λυὼν μὲ ἀκόμη περισσότερη τόλμη – «ὁ Μονογενὴς Γιὸς τοῦ Θεοῦ μέσα στὸ Μονογενῆ». Εἴθε ἡ εὐλογία καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου νὰ εἶναι μὲ ὅλους μας.

2.

Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου.

Gillet Lev Fr. (1893- 1980)

Ἐὰν ἔχουμε ζήσει τὴ χαρὰ τῆς Πασχαλινῆς περιόδου, εἶναι σπάνιο νὰ μὴν νιώσουμε ἕνα σφίξιμο στὴν καρδιά, ὅταν ἔρχεται ἡ μέρα τῆς Ἀναλήψεως. Ξέρουμε πολὺ καλὰ ὅτι εἶναι μία ἀπὸ τὶς μεναλύτερες γιορτὲς τῆς Χριστιανοσύνης. Κι ὅμως, μᾶς φαίνεται σὰν ἀναχώρηση, σὰν χωρισμός, ὅτι ὁ Κύριός μας δὲν εἶναι πιὰ παρὼν μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο. Οἱ μαθητὲς δὲν ἀντέδρασαν ἔτσι. Θὰ μποροῦσε ἡ λύπη νὰ τοὺς ἔχει καταβάλει, αὐτοὶ ὅμως ἀντιθέτως» ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλnς» (Λουκ. 24:36-53). Γιατί n Ἀνάληψη χαροποιεῖ τοὺς χριστιανούς;

Καταρχάς, διότι n δόξα τοῦ Κυρίου μας εἶναι πολύτιμη γιά μᾶς. Ἡ Ἀνάληψη ἐπιστέφει τὴν ἐπίγεια ἀποστολή Του. Ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο ποὺ Τοῦ ἀνάθεσε ὁ Πατήρ, καὶ πρὸς Αὐτὸν τείνει τώρα μὲ ὅλο τὸ εἶναι Του. Σὲ λίγο ὁ Πατέρας θὰ Τὸν ὑποδεχθεῖ, ὅπως ἁρμόζει στὴ νίκη ποὺ κέρδισε κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, μία νίκη ποὺ κατακτήθηκε μὲ τόσο πόνο. Σὲ λίγο θὰ δοξαστεῖ στὸν οὐρανό. Ἡ δόξα καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Κυρίου μας πρέπει νὰ εἶναι σημαντικότερες γιὰ μᾶς ἀπὸ τὴν «αἰσθητὴ παρηγοριὰ» ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν παρουσία Του. Ἂς μάθουμε νὰ ἀγαποῦμε τόσο τὸν Κύριό μας, ὥστε νὰ χαιρόμαστε μὲ τὴ δική Του χαρά.

Στὴ συνέχεια, ἡ Ἀνάληψη σηματοδοτεῖ τὸ γενονὸς ὅτι ὁ Πατὴρ ἀποδέχεται ὅλο τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Υἱοῦ. Ἡ Ἀνάσταση ἦταν τὸ πρῶτο ἐκτυφλωτικὸ σημεῖο αὐτῆς τῆς ἀποδοχῆς. Ἡ Πεντηκοστὴ θὰ εἶναι τὸ τελικό. Ἡ νεφέλη ποὺ σήμερα περιβάλλει τὸν Ἰησοῦ καὶ ἀνεβαίνει μαζί Του στὸν οὐρανὸ ἀντιπροσωπεύει τὸν καπνὸ τοῦ ὁλοκαυτώματος ποὺ ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο πρὸς τὸν Θεό. Ἡ θυσία ἔγινε δεκτή. Ὁ Πατὴρ ὑποδέχεται τὸ Θύμα, ὅπου κοντά Του θὰ συνεχίσει νὰ προσφέρει αἰωνίως τὴ θυσία Του. Τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας ὁλοκληρώθηκε.

Ὁ Ἰησοῦς δὲν ἐπιστρέφει μόνος στὸν Πατέρα. Εἶναι ὁ ἀσώματος Λόγος ποὺ κατέβηκε καὶ ἔζησε μετὰ τῶν ἀνθρώπων. Σήμερα εἶναι ὁ Λόγος ποὺ ἐγένετο Σάρξ, ἀληθινὸς Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ποὺ εἰσέρχεται στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Φέρνει μαζί Του τὴν ἀνθρώπινη φύση τὴν ὁποία εἶχε ἐνδυθεῖ. Ἀνοίγει τὶς πύλες τῆς Βασιλείας γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα . Κατακτοῦμε « μέσῳ πληρεξουσίου» τὰ ἐπουράνια ἀγαθά: «Ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι … συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖs ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Ἐὰν εἴμαστε πιστοί, προόρισε γιὰ μᾶς θέση στὴ Βασιλεία. Ἡ παρουσία μας ἐκεῖ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ καὶ περιμένει.

Ἡ Ἀνάληψη καθιστᾶ γιὰ μᾶς τὴ σκέψη τοῦ οὐρανοῦ περισσότερο παροῦσα καὶ ἐπίκαιρη. Σκεπτόμαστε ἄραγε ἀρκετὰ τὴ μόνιμη κατοικία μας; Γιὰ τοὺς περισσότερους χριστιανούς, ἡ οὐράνια ζωὴ εἶναι κάτι σὰν συμπλήρωμα τῆς ἐπίγειας. Κάτι σὰν ὑστερόγραφο, σὰν τὸ παράρτημα ἑνὸς βιβλίου, τοῦ ὁποίου τὸ κυρίως κείμενο ἔχει γραφτεῖ στὴ γῆ. Τὸ ἀντίθετο ὅμως εἶναι τὸ ἀληθινό. Ἡ ἐπίγεια ζωή μᾶς δὲν εἶναι παρὰ ὁ πρόλογος τοῦ βιβλίου. Ἡ ζωὴ στὸν οὐρανὸ θὰ εἶναι τὸ κείμενο, καὶ τὸ κείμενο δὲν θὰ ἔχει τέλος. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μία ἄλλη εἰκόνα, ἡ γήινη ζωὴ μας εἶναι μία σήραγγα-στενή, σκοτεινὴ καὶ πολὺ σύντομη- ποὺ ὁδηγεῖ σ’ ἕνα ὑπέροχο καὶ ἡλιόλουστο τοπίο. Σκεπτόμαστε πάρα πολὺ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ μαs τώρα. Δὲν σκεπτόμαστε ἀρκετὰ αὐτὸ ποὺ θὰ εἶναι στὸ μέλλον: «Ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε… ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν».

Στὸν Ὄρθρο τῆs ἑορτῆς ψάλλουμε: «Ἀγγελικῶs οἱ ἐν κόσμῳ πανηγυρίσωμεν…». Πράγμα ποὺ σημαίνει, ἂς σκεπτόμαστε περισσότερο τοὺs ἀγγέλουs, ἂς προσπαθήσουμε νὰ εἰσέλθουμε στὰ δικά τους αἰσθήματα, νὰ γευθοῦμε κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ γεύθηκαν αὐτοί, ὅταν ὁ Υἱὸς ἐπέστρεψε ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός. Ἂς μεταφερθοῦμε πρῶτα-πρῶτα κοντὰ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τοὺs ἁγίους, ποὺ θὰ εἶναι οἱ ἀληθινοὶ συμπολίτες μας: «Τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ ἀπεκδεχόμεθα σωτῆρα Κύριον Ἰησοῦ Χριστόν». Ἡ ζωή μας θὰ μεταμορφωνόταν, ἐάν, ἤδη ἀπὸ τώρα, ρίχναμε τὴν καρδιά μας στὴν ἀντίπερα ὄχθη, πέρα ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, στὴ Βασιλεία, ὅπου βρίσκονται ὄχι μόνον τὰ ἀληθινὰ ἀγαθά μας, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀγαθὰ ὅλων ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦμε.

Οἱ μαθητές, ἀφοῦ ἀποχωρίστηκαν τὸν Ἰησοῦ, παρέμεναν πλήρειs ἐλπίδας, διότι ἤξεραν ὅτι θὰ τοὺs ἐδίδετο τὸ Πνεῦμα. Τοὺς παρήγγειλε «ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός…». Ἡ νεφέλη περιβάλλει τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχει πάρει ἀκόμη τὸ χρῶμα τῆς φλόγας τῆς Πεντηκοστῆς Ὁ Ἰησοῦς φεύγοντας μᾶς σταθεροποιεῖ σὲ μία στάση, ὄχι λύπης ἀλλὰ χαρούμενης καὶ γεμάτης ἐμπιστοσύνη προσμονῆς .

«Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ἐπέστρεψαν εἰς Ἱερoυσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης.» Νὰ τί θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι γιὰ μᾶς ἡ γιορτὴ τῆς Ἀναλήψεως. Ἐὰν ὁ Ἰησοὺs ἀπομακρύνεται εὐλογώντας, κι ἂν ἐμεῖς Τὸν προσκυνοῦμε γονατιστοὶ ἐνῶ ἀνεβαίνει, θὰ σηκωθοῦμε γεμάτοι μὲ καινούργια δύναμη-καρπὸ τῆς εὐλογίας καὶ τῆς προσκύνησης- καὶ θὰ ἐπιστρέψουμε, ὅπως οἱ ἀπόστολοι, «μετὰ χαρᾶς μεγάλης».

3.

Τὶ νὰ γνωρίζουμε γιὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου.

Δράγας Γεώργιος, Πρωτοπρεσβύτερος.

Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ (δέκα τοποθετήσεις σὲ δέκα ἐρωτήσεις)

1. Γιατί ἔγινε ἡ Ἀνάληψη μετὰ ἀπὸ 40 μέρες καὶ ὄχι ἀμέσως μετὰ τὴν Ἀνάσταση;

Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς, ποὺ ἔλυσε τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου μὲ τὴν Ἀνάστασή του, συναναστράφηκε μὲ τοὺς μαθητὲς του ἐπὶ σαράντα ἡμέρες καὶ ἐπιβεβαίωσε σ’ αὐτοὺς τὴν Ἀνάστασή του μὲ πολλὲς ἀποδείξεις. Δὲν ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ ἀναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θὰ δημιουργοῦσε ἀμφιβολίες καὶ ἐρωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄπιστους θὰ μποροῦσαν νὰ προβάλλουν τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Ἀνάσταση δὲν ἦταν παρὰ ἕνα ἀκόμη ἀπὸ τὰ ὄνειρα εὐσεβῶν πόθων ποὺ γρήγορα ἔρχονται καὶ πιὸ γρήγορα παρέρχονται. Γιὰ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔμεινε ὁ Χριστὸς σαράντα ὁλόκληρες ἡμέρες στὴ γῆ, καὶ ἐμφανίστηκε ἐπανειλημμένα στοὺς μαθητές του, καὶ τοὺς ἔδειξε τὶς οὐλὲς ἀπὸ τὰ πληγές του, τοὺς μίλησε γιὰ τὶς προφητεῖες ποὺ ἐκπλήρωσε μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὰ πάθη του ὡς ἄνθρωπος, καὶ μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.

2. Γιατί ἔφαγε ὁ ἀναστημένος Χριστὸς ψητὸ ψάρι καὶ μέλι;

Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ἑορτῆς ἀκοῦμε ὅτι ζήτησε καὶ ἔφαγε ὁ Χριστὸς «ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου», δηλ. ἕνα κομμάτι ἀπὸ ψητὸ ψάρι καὶ ἀπὸ κηρύθρα μὲ μέλι (Λουκ. 24:42). Γιατί ἀναφέρεται ἡ λεπτομέρεια αὐτή; Κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ λεπτομέρεια αὐτὴ εἶχε πολὺ σπουδαία ἀλληγορικὴ σημασία. Ὅσον ἀφορᾶ στὸ ψάρι, γνωρίζουμε ὅτι ἂν καὶ ζεῖ μέσα στὴν ἁλμυρὴ θάλασσα, τὸ σῶμα του δὲν εἶναι ἁλμυρό, ἀλλὰ γλυκό. Κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ Χριστός, ποὺ ἔζησε μέσα στὴν «ἁλμυρὴ θάλασσα τῆς ἁμαρτίας» τοῦ κόσμου τούτου, «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησε, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ», δηλ. δὲν ἔκανε καμιὰ ἁμαρτία, οὔτε ξεστόμισε τίποτε τὸ δόλιο (Ἠσ. 53:9). Ἐπίσης, ὁ Χριστὸς παρέμεινε πιὸ ἄφωνος καὶ ἀπὸ τὸ ψάρι ὅταν ὑπέστη τὸ σωτήριο πάθος του καὶ δέχτηκε τὰ ἀνήκουστα ἐκεῖνα βασανιστήρια καὶ ἀκατανόμαστους ὑβρισμούς. Ὅσον ἀφορᾶ στὸ μέλι καὶ στὸ κερί, γνωρίζουμε ὅτι τὸ μέλι εἶναι γλυκὸ καὶ τὸ κερὶ φωτιστικό, γι’ αὐτὸ καὶ θεωροῦνται σὰν σύμβολα τῆς πνευματικῆς ἡδονῆς καὶ τοῦ φωτισμοῦ ποὺ μεταδίδει στοὺς πιστοὺς ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάστασή του. Ἐπίσης, συμβολίζουν, τὸ μὲν πρῶτο τὴν θεραπεία τῆς μεγάλης πίκρας τῆς ἁμαρτίας τὴν ὁποίαν συμβολίζει ἡ χολὴ ποὺ τοῦ δόθηκε στὸ πάθος του, τὸ δὲ δεύτερο, τὴν διάλυση τοῦ πυκτοῦ σκοταδιοῦ τῆς ἁμαρτίας τὴν ὁποία συμβολίζει τὸ σκοτάδι ποὺ ἔγινε κατὰ τὴν σταύρωσή του.

3. Γιατί ἔγινε ἡ Ἀνάληψη στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν;

Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπιβεβαίωσε ὁ Χριστὸς τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή του στοὺς μαθητές του μὲ μελιστάλακτους λόγους, καὶ φώτισε τὸν νοῦ τους καὶ θέρμανε τὴν καρδιά τους μὲ τὴν παρουσία του, τοὺς ὁδήγησε τὴν 40ην ἡμέρα ἀπὸ τὴν Ἀνάστασή του στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ποὺ βρίσκεται στὰ ἀνατολικά τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἔπρεπε σ’ αὐτὸ τὸ Ὄρος νὰ γίνει ἡ Ἀνάληψη, γιατί σ’ αὐτό, σύμφωνα μὲ μία ἀρχαία παράδοση, θὰ ἐπανέλθει ὁ Κύριος σωματικὰ καὶ μὲ δόξα γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο κατὰ τὴν ἔσχατη ἡμέρα. Ἐκεῖ θὰ ἐλεηθοῦν μὲ τὸ μέγα ἔλεος οἱ δίκαιοι, καὶ ἐκεῖ θὰ θρηνήσουν μὲ τὸν αἰώνιο καὶ ἀπαρηγόρητο θρῆνο οἱ ἁμαρτωλοί. Τὶς δύο αὐτὲς ἀντίθετες καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων δηλώνει ἡ ὀνομασία τοῦ Ὄρους τούτου, γιατί οἱ κορυφὲς του ὀνομάζονται Ὄρος Ἐλαιῶν, ἐνῶ οἱ πρόποδές του, κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος. Τὸ ἴδιο προμήνυσε καὶ ὁ χρησμὸς τοῦ προφήτη Ζαχαρία ποὺ ρητὰ δήλωσε «Ἰδοὺ ἡμέρα ἔρχεται Κυρίου, καὶ στήσονται οἱ πόδες αὐτοῦ ἐπὶ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν κατέναντι Ἱερουσαλὴμ ἐξ ἀνατολῶν» (Ζαχ. 14:4).

4. Γιατί ἔπρεπε νὰ ἦταν παρόντες οἱ Ἀπόστολοι καὶ ἡ Θεοτόκος;

Σ’ αὐτὸ τὸ Ὄρος ὁδήγησε ὁ Κύριος τοὺς μαθητές του καὶ τὴν Θεοτόκο ποὺ τὸν γέννησε, γιὰ νὰ δοῦν μὲ τὰ μάτια τους τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή του. Ἔπρεπε ἡ κατὰ σάρκα Μητέρα του νὰ εἶναι παροῦσα σ’ ἐκείνη τὴν μεγάλη δόξα τοῦ Υἱοῦ της, ἔτσι ὥστε ὅπως σὰν Μητέρα πληγώθηκε ψυχικὰ γιὰ τὸ πάθος του πάνω ἀπὸ ὅλους, ἔτσι κατὰ τρόπο ἀνάλογο νὰ χαρεῖ πάνω ἀπὸ ὅλους βλέποντας τὸν Υἱό της νὰ ἀνέρχεται μὲ δόξα στοὺς οὐρανούς, νὰ προσκυνεῖται σὰν Θεὸς ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους καὶ νὰ καθίζεται στὸν θρόνο τῆς Μεγαλοσύνης πάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία. Ἔπρεπε ἐπίσης καὶ οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι νὰ γίνουν αὐτόπτες τῆς Ἀνάληψής του, γιὰ νὰ πληροφορηθοῦν, ὅτι ὁ θεῖος Διδάσκαλός τους ποὺ ἀνεβαίνει τώρα στοὺς οὐρανούς, ἀπὸ ἐκεῖ εἶχε κατεβεῖ, καὶ ἐκεῖ θὰ τοὺς περιμένει σὰν ἀληθινὸς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου.

5. Πῶς ἔγινε ἡ πρωτόγνωρη καὶ μοναδικὴ Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ;

Εἶχαν ἤδη φτάσει στὴ μεσαία κορυφὴ τοῦ Ὄρους. Μπροστά τους ἁπλωνόταν ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων. Ἦταν ἀκόμα ἀνοιχτὴ στὸ χῶμα ἡ ὀπὴ στὴν ὁποία στήθηκε ὁ Σταυρός. Ἀνοιχτὴ ἦταν ἐπίσης καὶ ἡ εἴσοδος στὸν Τάφο τοῦ Σωτήρα, ἀφοῦ ἦταν ἀκόμα πεσμένος στὸ χῶμα ὁ μέγας λίθος μὲ τὸν ὁποῖον εἶχε σφραγισθεῖ. Τότε στρέφει ὁ Σωτήρας τὰ νῶτα του πρὸς τὴν ἀχάριστη πόλη τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τὸ βλέμμα του ἀτενίζει πρὸς ἀνατολάς, ὅπως ἀναφέρει ὁ Δαυὶδ μὲ χαρὰ σὲ κάποιο ψαλμό του, «Ψάλλατε τῷ Θεῷ τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ κατὰ ἀνατολάς» (Ψαλμ. 67:34). Καὶ ἐνῶ ἀποχαιρετάει τοὺς μαθητές του, ὑψώνει τὰ ἄχραντα χέρια του καὶ εὐλογεῖ γιὰ τελευταία φορὰ –τὰ χέρια ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα ἀνάπλασε τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε δημιουργήσει στὴν ἀρχή, καὶ τὰ ὁποῖα ἅπλωσε ἀπὸ φιλανθρωπία ἐπάνω στὸν Σταυρὸ καὶ συνένωσε «τὰ διεστῶτα», δηλ. αὐτὰ ποὺ βρίσκονταν σὲ διάσταση. Ἐνῶ δὲν χόρταιναν τὰ μάτια τῶν μαθητῶν νὰ βλέπουν τὸ θεοειδὲς καὶ γλυκύτατο ἐκεῖνο πρόσωπο τοῦ Κυρίου τους, ξαφνικὰ ἄρχισε Ἐκεῖνος νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανό. Τὸ βλέμμα τους ἔμεινε καρφωμένο στὸ παράδοξο καὶ ἀκατανόητο ἐκεῖνο θέαμα τῆς σωματικῆς Ἀνάληψης τοῦ Κυρίου, μέχρις ὅτου τὸν ἔκρυψε ἡ φωτεινὴ νεφέλη.

Τί πρωτόγνωρη καὶ μοναδικὴ ποὺ ἦταν ἡ μεγαλοπρέπεια αὐτῆς τῆς Ἀνάληψης! Καὶ ὁ Ἠλίας εἶχε ἀναληφθεῖ στοὺς οὐρανούς, ὅπως ἀναφέρει ἡ Γραφή, ὅμως ἡ ἀνάληψή του ἔγινε μὲ πύρινο ἅρμα καὶ πύρινους ἵππους, γιατί ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος καὶ χρειαζόταν βοήθεια γιὰ νὰ ἀναληφθεῖ πάνω ἀπὸ τὴν γῆ. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἦταν Θεάνθρωπος ποὺ ἀναλήφθηκε ἀπὸ μόνος του, μὲ μόνη τὴν παντοδυναμία του. Ὅσον ἀφορᾶ στὴν νεφέλη ἐκείνη, ἐπρόκειτο γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη καὶ στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ἡ κάθοδός του καὶ ἡ Ἐνσάρκωσή του ἔγιναν «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου», σύμφωνα μὲ τὸ μήνυμα τοῦ Γαβριὴλ πρὸς τὴν Παρθένο («Πνεῦμα Κυρίου ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σε» Λουκ. 1:35), ἔτσι καὶ τώρα «συνανέρχεται» (ἀνεβαίνει μαζὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα) γιατί Ἐκεῖνο τὸν παρακολουθεῖ καὶ συνυπάρχει μαζί του ὡς ὁμοούσιό του, συμπροσκυνούμενο καὶ συνδοξαζόμενο.

6. Γιατί ἐστάλησαν οἱ δύο ἀνθρωπόμορφοι καὶ λευκοφόροι Ἄγγελοι;

Ἐνῶ ἀτένιζαν ἔκθαμβοι στὸν οὐρανὸ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, δύο ἄνδρες παρουσιάστηκαν σ’ αὐτοὺς ντυμένοι μὲ λευκὴ στολή. Ἦταν ἄγγελοι οἱ δύο αὐτοὶ ἄνδρες ποὺ εἶχαν πάρει ἀνθρώπινη μορφὴ γιὰ νὰ μὴ φοβίσουν τοὺς μαθητές. Καὶ ἦταν λευκοφόροι γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ ἁγνότητά τους καὶ τὸ διαφωτιστικὸ καὶ χαρμόσυνο μήνυμά τους τὸ ὁποῖο εἶχαν ἀποσταλεῖ νὰ παραδώσουν. Τοὺς ἀπόστειλε ὁ Χριστὸς ποὺ ἀναλήφθηκε, γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει τὴν στιγμὴ τῆς λύπης τους γιὰ τὸν ἀποχωρισμό του, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς διαφωτίσει ὅτι ὁ ἀόρατος πλέον Κύριός τους καθόταν στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ ὅτι θὰ κατεβεῖ καὶ πάλι στὴ γῆ γιὰ νὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς νεκρούς.

7. Ποιὸ ἦταν τὸ μήνυμα τῶν λευκοφόρων Ἀγγέλων;

«Ἄνδρες Γαλιλαῖοι», τοὺς εἶπαν, «γιατί στέκεστε μὲ τὸ βλέμμα σας προσηλωμένο στοὺς οὐρανούς; Αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖον σήμερα βλέπετε νὰ ἀναλαμβάνεται, θὰ ἐπανέλθει γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο, καὶ ἡ ἐπάνοδός του θὰ εἶναι ἴδια μὲ τὴν ἀνάληψή του». Δηλαδή, θὰ ἔλθει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ φορώντας τὸ ἴδιο ἄχραντο Σῶμα, τὸ ὁποῖο παρέλαβε ἀπὸ τὰ αἵματα τῆς ἁγνῆς Παρθένου, καὶ τὸ ὁποῖο θὰ ἔχει ἐπάνω του χαραγμένες τὶς πληγὲς ποὺ ἔλαβε στὸ πάθος του. Τώρα μόνο ἐσεῖς οἱ λίγοι τὸν βλέπετε νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανό, ὅταν ὅμως ἐπανέλθει, ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς θὰ τὸν δοῦν νὰ κατεβαίνει ἀπὸ ἐκεῖ μὲ δόξα ἐπάνω σὲ νεφέλες. Ἡ ἔνδοξη αὐτὴ κατάβασή του θὰ ἀποβεῖ πρόξενος μακαριότητας καὶ χαρᾶς γιὰ ὅσους ἔζησαν δίκαια. Γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ὅμως θὰ εἶναι αἰτία θλίψεως καὶ συμφορᾶς.»

8. Ποιὸς ἦταν ὁ ἀντίκτυπος τῆς Ἀνάληψης στοὺς Ἀποστόλους καὶ στὸ μικρὸ ποίμνιο τῆς πρώτης Ἐκκλησίας;

Αὐτὰ ἄκουσαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ προσκύνησαν τὸν Σωτήρα στὴν Ἀνάληψή του καὶ ὕστερα ἐπέστρεψαν μὲ χαρὰ στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἡ χαρὰ τους ἦταν πολὺ μεγάλη, γιατί ἔμαθαν ὁριστικά, ὅτι ὁ θεῖος Διδάσκαλός τους εἶναι Θεὸς ἀληθινός, ποὺ ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς, ὄχι γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὴ γῆ, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν ἐνώσει μὲ τὸν οὐρανό. Ἡ χαρὰ τους ἦταν ἐπίσης πολὺ μεγάλη γιατί πῆραν τὴν εὐλογία τοῦ Σωτήρα τους στὴν Ἀνάληψή του. Μὲ αὐτὴν τὴν εὐλογία ἡ ὀλιγάριθμη Ἐκκλησία τῶν μαθητῶν, τὸ μικρὸ ἐκεῖνο ποίμνιο, αὐξήθηκε μέσα σὲ ἕνα μικρὸ διάστημα καὶ ἔγινε πολὺ μεγάλη, καὶ παίρνοντας τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀναδείχτηκε στὴν Ἐκκλησία ἐκείνη ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε σὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς.

9. Ποιὸς ἦταν ὁ ἀντίκτυπος τῆς Ἀνάληψης στὶς ταξιαρχίες τῶν Ἀγγέλων στοὺς οὐρανούς;

Ἐνῶ αὐτὰ συνέβαιναν στὴ γῆ ἐξ αἰτίας τῆς Ἀνάληψης, στοὺς οὐρανοὺς οἱ Ἄγγελοι ἔστηναν μεγαλειῶδες πανηγύρι. Οἱ τάξεις τῶν Ἀγγέλων ποὺ ὑπηρέτησαν τὸν Σωτήρα ἐπάνω στὴ γῆ καὶ τὸν συνόδευαν τώρα στὴν θεία του Ἀνάληψη καλοῦσαν τὶς ἄνω ταξιαρχίες νὰ ἀνοίξουν τὶς οὐράνιες πύλες γιὰ νὰ εἰσέλθει ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης. «Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν,» ψάλλει ὁ προφητάναξ Δαυίδ, «καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης» (Ψαλμ. 23:7). Ἐπειδὴ μὲ τὸ σωτήριο πάθος του ἔγινε ὁ Σωτήρας Χριστὸς ἐνδοξότερος καὶ ὑψηλότερος –ὅπως τὸ διατυπώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐταπείνωσε τὸ ἑαυτόν του καὶ ἔγινε ὑπήκουος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου Σταυρικοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλιππ. 2:9), γι’ αὐτὸ ἀπαιτοῦν καὶ οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ νὰ γίνουν ὑψηλότερες γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχτοῦν ἐπάξια. Ἐπίσης, ἐπειδὴ ἡ δόξα τοῦ νικητῆ τοῦ Ἅδη καὶ τοῦ θανάτου, ποὺ δὲν χώρεσε στὴν μικρὴ γῆ, πλήρωσε τοὺς οὐρανούς, ἀπαιτοῦν νὰ ὑψωθοῦν καὶ ἐκεῖνοι (οἱ Ἄγγελοι) στὴν ἐμφάνισή του.

Ὡστόσο, οἱ ἀνώτερες ταξιαρχίες τῶν Ἀγγέλων, βλέποντας ἀνθρώπινο σῶμα νὰ μεταφέρεται πάνω ἀπὸ αὐτούς, καταλαμβάνονταν ἀπὸ θάμβος καὶ ἔκπληξη. Γιατί, ὅπως ἕνας ἄνθρωπος ποὺ βλέπει Ἄγγελο στὴ γῆ καταλαμβάνεται ἀπὸ ἔκπληξη φόβου, ἔτσι καὶ οἱ ἀσώματοι Ἄγγελοι, βλέποντας τότε ἕνα σῶμα νὰ ὑψώνεται μέσα σὲ νεφέλη, ζητοῦσαν ἔκθαμβοι νὰ μάθουν γι’ αὐτὸ τὸ παράδοξο θέαμα, ζητώντας δύο φορὲς νὰ βεβαιωθοῦν, Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης; Μαθαίνοντας, ὅμως, ὅτι εἶναι ὁ ἰσχυρὸς στοὺς πολέμους Κύριος, ποὺ πάλεψε μὲ τὸν διάβολο καὶ τὸν κατέβαλε, ποὺ τώρα ἀνέρχεται στοὺς οὐρανούς, ἀποροῦν, πῶς τὸ ὑπέρλαμπρο ἐκεῖνο σῶμα εἶναι ἐρυθρό, καὶ ρωτοῦν, «Τὶς οὗτος ὁ παραγενόμενος ἐξ Ἐδώμ; ;» ὅπως ψάλλει ὁ πρῶτος τῶν προφητῶν, «ἐρύθημα ἱματίων αὐτοῦ ἐκ Βοσόρ; Οὗτος ὡραῖος ἐν στολῇ αὐτοῦ» (Ἠσαΐας 63:1); Δηλαδή, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ γήινος ποὺ ἔρχεται φορώντας σάρκα σὰν ὑπέρλαμπρο καὶ ἐρυθρὸ ἱμάτιο; Γιατί γήινος εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἐδὼμ καὶ σὰρξ εἶναι τὸ Βοσόρ, καὶ τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς ἐδῶ εἶναι τὸ δοξασμένο ἐκεῖνο Σῶμα τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ ποὺ φαινόταν κατὰ τὴν ἄνοδό του στοὺς οὐρανοὺς σὰν ἐρυθρὸ γιατί ἔφερε ἐπάνω του τὸν τύπο τῶν πληγῶν τῆς ἄχραντης πλευρᾶς, τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν.

10. Γιατί διατηρήθηκαν τὰ ἀποτυπώματα τῶν πληγῶν στὸ Ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ;

Πῶς ὅμως φαίνονταν οἱ πληγὲς σ’ ἐκεῖνο τὸ ἄφθαρτο σῶμα; Ἦταν θέμα οἰκονομίας αὐτὸ ποὺ φαινόταν, καὶ εἶχε σὰν σκοπὸ νὰ φανερώσει τὴν ἄρρητη (ἀνέκφραστη) καὶ ὑπερβολικὴ ἀγάπη τοῦ Θεανθρώπου γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δηλαδὴ τὸ ὅτι καταδέχτηκε ὄχι μόνο νὰ δεχθεῖ πληγές, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή του νὰ τὶς διατηρήσει μὲ παράδοξο τρόπο ἐπάνω σ’ ἐκεῖνο τὸ ἀφθαρτοποιημένο σῶμα, καὶ νὰ τὶς δείξει στὴν Ἀνάληψή του καὶ στὸν κόσμο τῶν Ἀγγέλων σὰν τὰ σύμβολα τοῦ πάθους του καὶ σὰν τὰ ἀνεξίτηλα τεκμήρια τῆς ἀγάπης του πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Ἐπίσης, διατήρησε τὶς πληγὲς τοῦ ἄχραντου σώματός του γιὰ νὰ μᾶς πείσει νὰ μὴν λησμονοῦμε ποτὲ τὰ πάθη του, διότι ὅταν τὰ ἔχουμε ἐνώπιόν μας, ἡ καρδιά μας θὰ πλημμυρίζει ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς αὐτὸν καὶ ἀπὸ ἱερὰ συναισθήματα. Τίποτε ἄλλο, λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος δὲν εἶναι ἱκανὸ νὰ γεννήσει μέσα μας τὰ σωτήρια αὐτὰ ἀποτελέσματα ὅσο τὸ νὰ βλέπουμε τὸν Θεὸ νὰ μεταφέρει τὰ ἴχνη τοῦ Σταυροῦ μέχρι τὸ θρόνο τῆς μεγαλοσύνης του. Κατὰ τὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο, ὁ Θεάνθρωπος διατήρησε τὶς πληγές του στοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ μᾶς δείξει, ὅτι καὶ στὴν κατάσταση τῆς δόξης του δὲν θὰ μᾶς λησμονήσει, ὅπως ἄλλωστε μᾶς διαβεβαιώνει γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κορυφαῖος ἀπὸ τοὺς προφῆτες: «Ἰδοὺ ἐπὶ τῶν χειρῶν μου ἐζωγράφησά σου τὰ τείχη, καὶ ἐνώπιόν μου εἶ διὰ παντὸς» (Ἠσ. 49:16), δηλαδή, οὐδέποτε θὰ μᾶς ξεχάσει, διότι θὰ μᾶς ἔχει γραμμένους μὲ ἀνεξίτηλα γράμματα ἐπάνω στὰ χέρια του καὶ θὰ μεσιτεύει γιὰ μᾶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἴσως ἀκόμη καὶ νὰ διατήρησε τὶς πληγὲς γιὰ νὰ μᾶς διδάξει ὅτι μόνο μὲ παθήματα καὶ θλίψεις θὰ μπορέσουμε νὰ εἰσέλθουμε στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἂν ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος ἀνυψώθηκε μὲ σταυρικὸ πάθος, καὶ ἂν δοξάστηκε μὲ ἐπονείδιστο θάνατο, τότε πῶς ἐμεῖς θὰ μπορέσουμε νὰ εἰσέλθουμε στὴν δόξα ἐκείνη χωρὶς νὰ βαδίσουμε στὴν στενὴ ὁδὸ τῆς ἀρετῆς, καὶ χωρὶς νὰ ὑπομείνουμε θλίψεις καὶ πειρασμοὺς ἀγωνιζόμενοι τὸν καλὸν ἀγώνα; Αὐτὸ εἶναι τελείως ἀδύνατο.

4.

Ἀνάληψη: Μιά κάπως ἄγνωστη δεσποτική γιορτή.

Μελέτιος Βαδραχάνης, Ἀρχιμανδρίτης.

          Μιά γιορτή, πού ἐπειδή πέφτει πάντοτε σέ καθημερινή ἐργάσιμη μέρα, δέν ἔχει τήν ἀνάλογη θέση στή συνείδηση τοῦ λαοῦ, ὅπως οἱ μεγάλες γιορτές τῶν Χριστουγέννων, Θεοφανίων, Εὐαγγελισμοῦ, Ἀναστάσεως, Πεντηκοστῆς. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τή γιορτή τῆς Μεταμορφώσεως.

          Εἰδικά στήν Ἀνάληψη ἀπέχει μόνιμα ἡ μαθητιῶσα νεολαία τῆς χώρας μας. Εἶναι ἡμέρα πού συνήθως τά σχολεῖα ἔχουν εἰσέλθει στήν περίοδο τῶν ἐξετάσεων, μ’ ἀποτέλεσμα ν’ ἀδυνατεῖ καί ὁ πιό καλοπροαίρετος ἐκπαιδευτικός νά φέρει τούς μαθητές στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι μεγαλώνουν τά παιδιά μας, εἰσέρχονται μετά στό χῶρο τῆς βιοπάλης, καί μπορεῖ νά περάσουν δεκαετίες ὁλόκληρες καί νά μήν ἔχουν τήν εὐκαιρία ν’ ἀπολαύσουν καί νά βιώσουν λατρευτικά τή μεγάλη αὐτή γιορτή.

          Ἡ Ἀνάληψη ἕπεται τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι ἀμέσως μετά τό τεσσαρακονθήμερο τῶν ἐμφανίσεων τοῦ Χριστοῦ στούς μαθητές του. Ὁ Χριστός, σ’ αὐτές τίς σαράντα μέρες, μέ συνεχεῖς ἐμφανίσεις καί ἐξαφανίσεις ἀφ’ ἑνός μέν τούς ἀποδεικνύει τήν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεώς του, ἀφ’ ἑτέρου δέ τούς γυμνάζει στή συνεχῆ σωματική ἀπουσία του. Πρέπει οἱ μαθητές νά χειραφετηθοῦν ἀπό τήν συνεχῆ σωματική αἴσθηση καί ἀντίληψη τοῦ Χριστοῦ. Νά παύσουν νά τόν ἀπολαμβάνουν διά τῆς ὁράσεως, τῆς ἀκοῆς, τῆς ἁφῆς. Νά παύσουν νά ἔχουν αἰσθητά ντοκουμέντα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.

         Ἡ ἔνσαρκος παρουσία τοῦ Χριστοῦ πού ἄρχισε μέ τή γέννησή του ἐδῶ τελειώνει. Ἤ μᾶλλον σταματᾶ γιά νά συνεχίσει στήν Β΄ Παρουσία του. Τότε τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως θά ξαναφανεῖ. Τότε «πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς ὄψονται τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς» (Ματθ. 24,30). Μέχρι τότε οἱ πιστοί μαθαίνουν νά ζοῦν μέ τήν διαρκῆ ἀόρατη παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

         «Ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. 28,20). Εἶναι μαζί μας ὁ Χριστός. Συνεχῶς ἀλλά ἀοράτως. Οἱ πιστοί ἀντλοῦν δύναμη ἀπό αὐτή τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀλλά δέν παύουν νά νοσταλγοῦν καί νά ἐπιθυμοῦν καί νά ἀδημονοῦν γιά τήν ἔνσαρκη Β΄ Παρουσία τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία θά κραυγάζει συνεχῶς ἕως τότε· «ναί ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ». Καί ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ θ’ ἀκούγεται συνεχῶς «ναί, ἔρχομαι ταχύ» (Ἀπόκ. 22,20).

         Ἀναλήφθηκε, λοιπόν εἰς τούς οὐρανούς ὁ Χριστός μας. Τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ὁποία ἕνωσε μέ τή θεία του φύση ἀχωρίστως, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως κατά τήν διδασκαλία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τήν παίρνει καί τήν τοποθετεῖ ὑπεράνω Χερουβίμ καί Σεραφίμ, ἀγγέλων καί ἀρχαγγέλων, δίπλα στό θρόνο τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

         Ἄπειρες εἶναι οἱ εἰκόνες καί οἱ μεγαλοπρεπεῖς ἐκφράσεις τῶν προφητῶν καί τῶν ὑμνωδῶν τῆς Ἐκκλησίας μας πού ἐξυμνοῦν καί ἐκθειάζουν καί γεραίρουν τό θαυμαστό αὐτό γεγονός. «Ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλλαλαγμῶ, Κύριος ἐν φωνῆ σάλπιγγος». «Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν καί ἐπάρθητε πῦλαι αἰώνιοι καί εἰσελεύσεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης» θά πεῖ ὁ προφητάναξ Δαυίδ.

         Πίσω ἀπ’ ὅλες αὐτές τίς ποιητικές καί μεγαλοπρεπεῖς καί ἀνθρωποπαθεῖς ἐκφράσεις, ἕνα εἶναι τό οὐσιαστικό γεγονός, ἕνα εἶναι τό θαῦμα τῶν θαυμάτων, ἕνα εἶναι τό «καινόν ὑπό τόν ἥλιον» ὅπως λέγει τό βιβλίο τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη· ἡ ἕνωση θείας καί ἀνθρώπινης φύσεως. Ἡ ἕνωση αὐτή ἡ τόσο σωτηριώδης γιά μᾶς, ἐν τούτοις, ἔχει τήν «ἀρνητική» πλευρά νά παρασύρει στήν ἀορασία καί στὀ μυστήριο τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ μέχρι τήν Β΄ Παρουσία του. Εἶναι κάτι γιά τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖται ἀπό τή σάρκα, ζεῖ καί βιώνει κυρίως μέ τήν παρουσία καί τήν ἐνέργειά της, ἐπαναστατεῖ. Διότι θέλει νά ὑπάρχει τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· νά μπορεῖ νά τό βλέπει, νά τό πιάνει, νά τό ἀκουμπᾶ, νά τό ἀγκαλιάζει, ν’ ἁρπάζει τή χάρη πού ἐμφωλεύει μέσα του ὅπως ἡ αἱμορροοῦσα. Γι’ αὐτό ὅπως προαναφέραμε κραυγάζει «ναί ἔρχου κύριε Ἰησοῦ».

         Προσοχή ὅμως! Δέν ἐξέλειπε ἐντελῶς ἡ σωματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει καί θά ὑπάρχει συνεχῶς ἕως «τερμάτων αἰῶνος». Ποῦ ὅμως εἶναι αὐτή ἡ σωματική παρουσία; Εἶναι στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Στά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, πού στά ‘‘σά ἐκ τῶν σῶν…’’ μεταβάλλονται σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ. Καί δύναται ὁ πιστός ὄχι ἁπλῶς νά δεῖ, ν’ ἀκουμπήσει, νά ψηλαφίσει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί νά τό φάει. Νά τό βάλει μέσα του. Νά εἰσέλθει μέχρι τό τελευταῖο κύτταρό του. Νά εἰσδύσει στήν οὐσία τῆς ὑπάρξεώς του καί ἔτσι νά θεωθεῖ.

         Συνεπῶς δέν ἐξέλειπε ἡ σωματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας. Ἁπλῶς γιά νά τήν ἀπολαύσουμε πρέπει νά συχνάζουμε εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου μας. Νά μετέχουμε στό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας, τό μυστήριο γιά τό ὁποῖο ὑπάρχουν ὅλα τά ἄλλα, τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὅταν τό κάνουμε αὐτό συνειδητά καί μέ μετάνοια, τότε θά ἰσχύσει καί γιά μᾶς αὐτό πού λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος· «ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σύν αὐτοῖς ἀρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα.» (Α΄ Θεσ. 4,17).

5.

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Η Ανάληψη, που ακολουθεί την Ανάσταση, είναι μίά δεσποτική εορτή. Είναι αμέσως μετά το διάστημα των σαράντα ημερών, που ο Κύριος εμφανιζόταν συχνά στους μαθητές του. Στο διάστημα αυτό ο Κυριος, με τις συνεχείς εμφανίσεις Του αλλά και εξαφανίσεις Του, πρώτον αποδεικνύει το γεγονός της Αναστάσεως Του και δεύτερον γυμνάζει πνευματικά τους μαθητές Του. Πρέπει οι μαθητές Του και μελλοντικοί Απόστολοι να χειραφετηθούν από τη συνεχή σωματική αίσθηση και αντίληψη του Χριστού. Τους προετοιμάζει ώστε να Τον επιζητούν με τα πνευματικά τους μάτια στο επόμενο διάστημα της δικής τους αποστολής προς τα έθνη. Έτσι η ένσαρκος παρουσία του Κυρίου στη γη, που άρχισε με τη γέννησή Του, εδώ σταματά. Όμως, ο ένσαρκος Κύριος θα ξαναφανεί. Τότε: “φανήσεται τὸ σημείον του υιου του ανθρώπου εν τω ουρανώ, και τότε κόψονται πάσαι αι φυλαὶ της γης και οψονται τον υιὸν του ανθρώπου ερχόμενον επὶ των νεφελων του ουρανού μετὰ δυνάμεως και δόξης πολλής” (Ματθ. Κδ΄30). Μέχρι τότε οι πιστοί ανά τους αιώνες μαθαίνουμε να ζούμε με τη διαρκή, αόρατη παρουσία Του, όπως ο Ίδιος τόνισε: “και ιδοὺ εγὼ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν.” (Μτθ. κη΄20). Βεβαίως η σωματική παρουσία του Κυρίου δεν εξέλειπε εντελώς. Η σωματική Του παρουσία που ακόμη υπάρχει και θα υπάρχει έως της συντελείας του κόσμου είναι στο ιερό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στον άρτο και τον οίνο, που μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Κυρίου. Έτσι ο πιστός μπορεί να δεχθεί τον Κύριο μέσα του και Εκείνος να εισέλθει μέχρι και το τελευταίο του κύτταρο, να εισδύσει στην ουσία της ύπαρξής του, και εν τέλει ο δεχόμενος τον Κύριον να θεωθεί.

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος οδήγησε τους μαθητές Του προς το δρόμο της Βηθανίας και το όρος των Ελαιών. Εκεί, αφού σήκωσε τα χέρια Του, τους ευλόγησε (Λούκ. κδ΄50). Έτσι, “εγένετο εν τω ευλογειν αυτὸν αυτοὺς, διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν. και αυτοὶ προσκυνήσαντες αυτὸν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλὴμ μετὰ χαράς μεγάλης” (Λούκ. κδ΄51-51). Αλλά πώς ανελήφθη; Και με την ανθρώπινη Του φύση! Έτσι την ανθρώπινή Του φύση, την ενωμένη με τη Θεία Του υπόσταση, που την ένωσε αχωρίστως, ατρέπτως, ασυγχύτως και αδιαιρέτως, την πήρε και την τοποθέτησε πάνω από Αγγέλους και Αρχαγγέλους, ψηλότερα από Χερουβείμ και Σεραφείμ, δίπλα στο θρόνο του Θεού Πατέρα. Με απλά λόγια ο Κύριος θέωσε και την ανθρώπινη φύση Του, δίνοντας μας μια ιδέα για το πώς θα είναι τα σώματα των αναστημένων πιστών κατά την Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ: Αξίζει να τονιστεί πως η Ανάληψη οδηγεί στην Πεντηκοστή, τη γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας μας. Κι αυτό διότι ο Κύριος είχε υποσχεθεί, πριν την Ανάληψη Του, ότι θα τους έστελνε το Άγιο Πνεύμα. Πράγμα που τελικά έγινε δέκα ημέρες αργότερα. Ο Κύριος Ιησού Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού (Μάρκ. ιστ΄ 19), στους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των πιστών ανθρώπινων προσώπων. Νοητή ψυχή του σώματός Του, της Εκκλησίας δηλαδή, είναι ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας (Ιωάν. ιε΄26), ο οποίος επεδήμησε (ήρθε και εγκαταστάθηκε) κατά την ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει εως τη συντέλεια του κόσμου.

Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ: Κατά το γεγονός της Αναλήψεως, πραγματοποιήθηκε εμπράκτως η συμφιλίωση του Θεού με το ανθρώπινο γένος. Διαλύθηκε η παλιά έχθρα, τελείωσε ο μακροχρόνιος πόλεμος. Κι αυτό συνέβαινε πριν απ’ αυτό το γεγονός, όχι επειδή μισούσε ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος επιδείκνυε αδιαφορία και αχαριστία. Και τώρα, η αλλαγή δεν έγινε εξαιτίας ανθρωπίνων κατορθωμάτων ή αλλαγής στάσης και συμπεριφοράς, αλλά λόγω της απροσμέτρητης αγάπης και του ενδιαφέροντος του Θεού. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσθέτει: “Τώρα στην Ανάληψη, εμείς που δεν ήμασταν άξιοι να κατοικούμε στον παράδεισο, (…) εμείς οι ανάξιοι, ανεβαίνουμε στον ουρανό. Τα χερουβίμ, παλαιά, φυλάγανε τον παράδεισο για να μην μπούμε ξανά και τώρα εμείς τα υπερβαίνουμε. Η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο του Χριστού, έτυχε τιμής που δεν έτυχε η φύση των αγγέλων. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Δεν έγινε άγγελος. Ενώθηκε μόνο με την ανθρώπινη φύση. Και οι άγγελοι δεν ζηλεύουν, αντίθετα χαίρονται, διότι χαρά των αγγέλων είναι η προκοπή μας και πόνος τους η εξαθλίωσή μας.”

Ο ΜΕΣΙΤΗΣ ΚΥΡΙΟΣ: Για την αλλαγή αυτή οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον Χριστό. Αυτός ο Ίδιος, κι όχι κάποιος άγγελος, έγινε μεσίτης. Ο Θεός ήταν οργισμένος με μας και εμείς τον μισούσαμε. Και μας συμφιλίωσε ο Υιός Του. Μας συμφιλίωσε δεχόμενος την τιμωρία που έπρεπε να επιβάλει σε μας. “Εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα” (Γαλ. γ΄ 13). Δέχτηκε την τιμωρία του ουρανού, δέχτηκε και τις προσβολές των ανθρώπων. “Οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ’ εμέ” (Ψαλμ. Ξη΄10). Πολλές φορές μιλούμε για τη μεσιτεία της Παναγίας και των αγίων ξεχνώντας ότι μεσίτης πάνω απ’ όλους τους αγίους είναι ο Ίδιος ο Χριστός. Αυτός ως άνθρωπος συνεχώς μεσιτεύει για μας τους ελεεινούς αδελφούς Του. Όπως ακριβώς παίρνουμε κάτι από τη σοδειά μας και το προσφέρουμε στο Θεό για να τον ευχαριστήσουμε και να ευλογήσει όλη τη σοδειά μας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε στη μήτρα της Αειπαρθένου Μαρίας την κάνει προσφορά στον Θεό, για να ευλογηθεί όλο το ανθρωπινο γενος. Ακόμη προσθέτει ο Ιερός Χρυσόστομος: “Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του, ο άνθρωπος δεν πρόσεξε και ωμοιώθη τοις κτήνεσι. Το να σέρνεται ένα φίδι είναι φυσικό, το να σέρνεται, όμως, ένας αετός είναι εσχάτη κατάπτωση. Μερικές φορές, ο άνθρωπος γίνεται χειρότερος των ζώων. Έτσι ο Ησαΐας λέγει, «έγνω βους τον κτησάμενον, και όνος την φάτνη του κυρίου αυτού· Ισραήλ, δε, εμέ ουκ έγνω» (Ησαΐας α΄ 3) … Για να μας συνετίσει ο Κύριός μας, βάζει διδασκάλους τα έντομα. «Πορεύθητι προς τον μύρμηγκα, και ζήλωσον τας οδούς αυτού» (Παροιμ. Στ΄6). Εμείς οι κατώτεροι των ζώων, τα παιδιά του διαβόλου, με την Ανάληψη του Χριστού γίναμε ανώτεροι και από τους αγγέλους.1”

Απολυτίκιο:

Ανελήφθης εν δόξη, Χριστό ο Θεός ημών,

χαροποιήσας τους Μαθητάς, τη επαγγελία του Αγίου Πνεύματος,

βεβαιωθέντων αυτών διά της ευλογίας, ότι Συ ει ο Υιός του Θεού,

ο Λυτρωτής του κόσμου.

1. Χρυσοστόμου, Ι., «Εις την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού», Ε.Π.Ε., 36.

ΒΙΝΤΕΟ: ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΙ ΕΟΡΤΑΖΟΥΜΕ:

ΒΙΝΤΕΟ: ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΕΟΡΤΗΣ: