Ἀνδρουτσόπουλος Πέτρος, Ἱστορικὸς – Ἐρευνητὴς παραδοσιακῶν τραγουδιῶν.

29η Μαΐου 1453. Ἡ ἀποφράδα ἡμέρα στὴν ἱστορία τοῦ ὀρθόδοξου ἑλληνισμοῦ. Ἡ Βασιλὶς τῶν πόλεων, ἡ Κωνσταντινούπολη, ἔπεφτε στὰ χέρια τῶν Τούρκων. Ἡ πτώση της καὶ ἡ κατάλυση τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου ἀλλὰ καὶ τῆς ὀρθόδοξης χριστιανοσύνης συνδέθηκαν στὴ λαϊκὴ στιχουργία μὲ τὴν ἀτελείωτη Θεία Λειτουργία στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Τοῦ Θεοῦ Σοφίας καὶ μὲ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο, ποὺ ὑπῆρξε ὁ τελευταῖος πρόμαχος τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἀφοῦ ἔπεσε μαχόμενος ἡρωϊκὰ στὴν πύλη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ.

Τὰ θλιβερὰ μαντάτα συνεκίνησαν τὸν ἄγνωστο ποιητὴ νὰ συνθέσει θρήνους. Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἐπισημαίνει ὁ ἀείμνηστος δάσκαλος τῆς ἐθνικῆς μας μουσικῆς, Σίμων Καράς, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀσχοληθεῖ εἰς βάθος μὲ τὰ ἱστορικὰ αὐτὰ τραγούδια -θρήνους ποὺ ἔρχονται ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ, οἱ ἱστοριογράφοι κατέγραψαν λεπτομερῶς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ χρονικό τῆς Ἁλώσεως καὶ ποὺ αὐτὰ εἶχαν παγκόσμια ἀπήχηση. Ἔκαμε καλάμους τῶν ποιητῶν τῆς ἐποχῆς νὰ γράψουν ποιήματα καὶ γενικότερα ἡ Ἅλωση ἐκκέντρισε τὴ λαϊκὴ ψυχὴ, στὸ νὰ συνθέσει θρήνους, νὰ κάμει μοιρολόγια ποὺ εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλο τὸν ἑλληνισμό, ἔχοντας ὡς κύριο θέμα τους τὴν τελευταία Θεία Λειτουργία στὴν Ἁγία Σοφία. Ὁ λαὸς τοὺς τραγουδοῦσε τὴν διακαινήσιμο ἑβδομάδα, ὡς ἐλπιδοφόρο ἀναστάσιμο μήνυμα τοῦ γένους.

Σημαίνει ὁ Θὸς, σημαίνει ἡ γῆ, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια

σημαίνει κι ἡ Ἁγιὰ Σοφιὰ, τὸ Μέγα Μαναστήρι

μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἐξηνταδυὸ καμπάνες

κάθε καμπάνα καὶ παπὰς, κάθε παπὰς καὶ διάκος

ψέλνει δεξιὰ ἡ Βασιλιὰς, ζερβὰ ἡ Πατριάρχης

φωνὴ τοὺς ἢρθ’ ἐξ’ οὐρανοῦ κι ἀπ’ ἀρχαγγέλου στόμα

πάψετε τὸ χερουβικὸ καὶ τ’ ἄξιον ἐστὶν ὡς

γιατ’ εἶναι θέλημα Θεοῦ, ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει.

(θρῆνος ἀπὸ τὸ Νεοχώριο Χαλκιδικῆς, ἀπὸ τὴ συλλογὴ τοῦ Σίμωνος Καρᾶ)

Κατακλείδα ὅλων αὐτῶν τῶν θρήνων εἶναι ἡ παρηγοριὰ τοῦ ἀνωνύμου καὶ προικισμένου ποιητὴ πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἀφοῦ ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν ἀφιερωμένη στὴ χάρη της.

Σώπασε κυρὰ Δέσποινα καὶ μὴν πολυδακρύζεις

πάλι μὲ χρόνια μὲ καιροὺς πάλι δικά μας θὰ ‘ναι

Κατὰ τὸν λαϊκὸ ποιητὴ, τὰ πουλιὰ εἶναι ἐκεῖνα, ὅπου μεταφέρουν σὲ ὄλον τὸν ἑλληνισμὸ τὰ θλιβερὰ μαντάτα τῆς Ἁλώσεως τῆς Πόλεως. Στὴν αὐτοκρατορία τῆς Τραπεζούντας, ποὺ ἀγωνιοῦσε γιὰ τὴν τύχη τῆς πολιορκημένης Κωνσταντινουπόλεως, ὁ πόνος κι ὁ καημὸς ἔγινε μεγαλύτερος, ὅταν ἕνα πουλὶ πετώντας ἀπὸ τὴν Πόλη πρὸς τὴν Τραπεζούντα μεταφέρει τὸ ἐξαιρετικὰ δυσάρεστο γεγονὸς γραμμένο σὲ χαρτὶ στὸ ἕνα τὸ φτερὸ του, ἐνῶ τὸ ἄλλο του φτερὸ εἶναι βουτηγμένο στὸ αἷμα.

Ἐσεῖξεν τ’ ἕναν τὸ φτερὸν σὸ αἷμα βουτεμένον,

ἐσεῖξεν τ’ ἄλλο τὸ φτερόν, χαρτὶν ἔχει γραμμένον,

Βλέποντας ὁ λαὸς τὸ πληγωμένο πουλὶ νὰ ἀφήνει τὸ γράμμα, ἀντιλαμβάνεται πὼς θὰ μεταφέρει μαῦρα μαντάτα καὶ δὲ τὸ πλησιάζει κανεὶς νὰ τὸ ἀναγνώσει, παρὰ μόνο ἡ ἁγνὴ ψυχὴ ἑνὸς παιδιοῦ.

Ἀτὸ κανεὶς κι ἀνέγνωσεν, οὐδ’ ὁ μητροπολίτης

ἕναν παιδίν, καλὸν παιδίν, ἔρχεται κι ἀναγνώθει.

Ν’ ἀϊλὶ ἐμᾶς νὰ βάϊ ἐμᾶς, οἱ Τούρκ’ τὴν Πόλ’ ἐπαίραν…

ἐπαίραν τὸ βασιλοσκάμν’ ἑλλάγεν ἡ ἀφφεντία.

Μοιρολογοῦν τὰ ἐκκλησιὰς, κλαῖγνε τὰ μαναστήρεα

κι Ἄι Γιάννες ὁ Χρυσόστομον, κλαίει δερνοκοπᾶται.

Μὴν κλαῖς μὴν κλαῖς Ἄι Γιάννε μου, καὶ μὴ δερνοκοπᾶσαι

ἡ Ρωμανία πέρασεν, ἡ Ρωμανία ἐπάρθεν

(Ποντιακὸς θρῆνος)

Μέσα στὸν κλαυθμὸ καὶ τὸν ὀδυρμὸ γιὰ τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης, τῆς Νέας Ρώμης, ὅπως κυριαρχεῖ στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ τοῦ Πόντου μὰ καὶ ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ὑπάρχει καὶ τὸ ἀναστάσιμο μήνυμα ποὺ ἀναπτερώνει τὸ ἠθικὸ τοῦ γένους.

«ἡ Ρωμανία ἂν πέρασεν, ἀνθεῖ καὶ φέρει κι ἄλλο»

Ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη πετοῦν πουλιὰ πρὸς τὴ Μακεδονία ἔχοντας σαφῆ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν ἄγνωστο ποιητὴ νὰ διαδώσουν τὴν πικρὴ ἀλήθεια.

Ἰσεῖς πουλιὰ μ’ πιτούμινα πιτάτι στοῦν ἀέρα

χαμπέρ’ νὰ πάτι στοῦ Μουριὰ, χαμπέρι στὴν Ἑλλάδα

Τοῦρκοι τὴν Πόλη πήρανε, πῆραν τὴν Σαλονίκη

πῆραν καὶ τὴν Ἁγιὰ Σουφιὰ, τὸ Μέγα Μοναστήρι

ποὺ ‘χει τρακόσια σήμαντρα κι ἑξῆντα δυὸ καμπάνες

κάθε καμπάνα καὶ παπὰς, κάθε παπὰς καὶ διάκος…..

(Θρῆνος ἀπὸ τὴ Νιγρίτα Σερρῶν, ἀπὸ τὴ συλλογὴ τοῦ Σίμωνος Καρᾶ)

Μὲ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλεως δημιουργήθηκαν θρύλοι, τῶν ὁποίων ἀναφορᾶ γίνεται καὶ στὴ λαϊκὴ στιχουργία. Ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Θράκη, κληρονομοῦμε σὲ θαυμάσια μελωδικὴ γραμμὴ καὶ χαρακτηριστικὴ ρυθμικὴ ἀγωγὴ τὸ θρύλο τῆς Καλόγριας ποὺ τηγανίζει ψάρια, ὅταν μία φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τῆς μεταφέρει τὸ θλιβερὸ γεγονὸς, ὥστε νὰ καταστεῖ πιστευτό.

Καλογριὰ μαγέρευε ψαράκια στὸ τηγάνι

καὶ μία φωνὴ ψιλὴ φωνὴ ἐπάνωθεν τῆς λέει

πάψε κυρὰ τὸ μαγεργειὸ κι ἡ Πόλη θὰ τουρκέψει

κι ὁ Μωχαμέτης θὲ νὰ μπεῖ στὴν Πόλη καβαλάρης

ὅταν τὰ ψάρια πεταχτοῦν καὶ βγοῦν καὶ ζωντανέψουν

τότε κι ὁ Τοῦρκος θὲ νὰ μπεῖ κι ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει

τὰ ψάρια πεταχτήκανε, τὰ ψάρια ζωντανέψαν

κι ὁ Ἀμιρὰς εἰσέβηκεν στὴν Πόλη καβαλάρης

(θρῆνος Ἀνατολικῆς Θράκης, ἀπὸ τὴ συλλογὴ τοῦ Σίμωνος Καρᾶ)

Πρὶν ἐπιχειρήσει τὴν τελικὴ ἕφοδο στὴν Πόλη ὁ Μωάμεθ ἔστειλε ἕναν συγγενῆ του στὸν Κωνσταντῖνο, τὸν Ἰσμαὴλ Χάμσαν, ρωτώντας τὰ ἑξῆς: «ἐκχωρεῖς ἐκ τῆς πόλεως ἀπερχόμενος ὅπου βούλεσαι μετὰ τῶν σῶν ἀρχόντων καὶ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῖς, καταλείπων τὸν δῆμον ἀζήμιον καὶ παρ’ ἡμῶν καὶ παρά σοῦ, ἢ ἐπιμένεις εἰς τὴν ἀντίστασιν, δι’ ἧς σὺ τὲ καὶ οἱ μετά σοῦ θέλετε ἀπολέσει σὺν τῇ ζωῇ τὰ ὑπάρχοντα, οἱ δὲ ἄλλοι κάτοικοι αἰχμαλωτευθέντες θέλουσι διασπαρῆ ἐν πάσῃ γῇ;»

Ὁ Κωνσταντῖνος ἀπάντησε:

«Ἔχε τὰ ἀφ’ ἡμῶν ἁρπαγέντα ἀδίκως φρούρια καὶ γῆν, ὡς δίκαια, ὅρισε τὸν πληρωτέον σοὶ ἐτήσιον φόρον ἀνάλογον πρὸς τοὺς πόρους ἡμῶν καὶ ἄπελθε ἐν εἰρήνῃ. Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὐκ ἐμὸν ἐστὶν οὒτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐνταύθα, κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν μὴ φειδόμενοι τῆς ζωῆς ἡμῶν».

Μετὰ τὴ γενναία αὐτὴ ἀπάντηση τοῦ Κωνσταντίνου, ὁ Μωάμεθ συγκάλεσε συμβούλιο, παρουσίᾳ ὅλων τῶν μουσουλμάνων ἀξιωματούχων, σχεδιάζοντας περὶ τοῦ πρακτέου. Ταυτοχρόνως, ὁ Κωνσταντῖνος φρόντισε γιὰ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἐπισκευὴ τῶν τειχῶν καὶ διέταξε νὰ γίνει λιτανεία τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὁδηγήτριας, παρακολουθοῦντος πλήθους λαοῦ, ἰδίως γυναικῶν καὶ παιδιῶν, ἀναφωνούντων τὸ Κύριε Ἐλέησον. Τὴν παραμονὴ τῆς ἐπιθέσεως, ὁ Κωνσταντῖνος συγκέντρωσε τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς ἄρχοντες, προτρέποντάς τους ν’ ἀγωνισθοῦν γιὰ τὰ τέσσερα μεγάλα ἀγαθὰ τὴν Πίστη, τὴν Πατρίδα, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους. Ὅλοι φώναξαν: θὰ ἀποθάνουμε ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος. Κατόπιν τούτων, μετέβη εἰς τὸ ναὸν τῆς Ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας, ὅπου ἐκεῖ προσευχήθηκε, μετέλαβε τῶν Ἁγίων Ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων καὶ ὕστερα ἐπιθεώρησε τελευταῖα φορᾶ τὰ τείχη.

29η Μαΐου….. ὧρα πρώτη τῆς ἡμέρας. Ἐξεδηλώθη ἡ πρώτη ἕφοδος μεταξὺ τῆς πύλης τοῦ Πορφυρογεννήτου κι ἐκείνης τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, ὅπου ἐπιτίθετο τὰ ἄτακτα τμήματα τοῦ Μωάμεθ. Ὁ Κωνσταντῖνος ἔχει στὸ πλευρὸ τὸν Ἰουστινιάνη καὶ ἀπεκρούουν ἐπιτυχῶς τὴν ἐπίθεση. Ὧρα τρίτη. Δεύτερη ἐπίθεση τῶν Τούρκων στὴν πύλη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, ποὺ καὶ αὐτὴ ἀποκρούεται ἐπιτυχῶς. Ὁ Κωνσταντῖνος περιχαρὴς φωνάζει: «Συστρατιῶται καὶ ἀδελφοὶ, αὔτη ἡμῶν ἐστὶν ἡ νίκη. Ὁ Θεὸς ὁ ὑπὲρ ἡμῶν πολεμεῖ». Τρίτη ἐπίθεση τῶν κατακτητῶν. Ὁ Μωάμεθ παροτρύνει τὸ σῶμα τῶν γενιτσάρων: «ἔχομεν, ὦ φίλοι, τὴν πόλιν ἔχομεν ἤδη, φεύγουσιν οἱ ἄνδρες ἡμᾶς οὐκέτι παραμένειν ἀνέχονται. Γυμνῶν τῶν προμαχώνων τὸ τεῖχος ὀλίγου πόνου τὸ ἔργον καὶ ἡ Πόλις ἑάλω…. χωρεῖτε πρὸς τὸ ἔργον εὐψύχως καὶ γίνεσθε ἄνδρες ἀγαθοὶ καγῶ μεθ’ ἡμῶν». Τότε οἱ Τοῦρκοι, ὀρμητικότεροι μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς ἀποκρούσεις τῶν ὑπερασπιστῶν, ἐπικράτησαν. Ὁ Ἰουστινιάνης τραυματίζεται. Πενήντα περίπου Τοῦρκοι εἰσβάλλουν στὸ ἐσωτερικὸ τῶν τειχῶν τῆς Πόλεως κι ἀνακαλύπτουν, ὅτι κοντὰ στὴν πύλη τοῦ Χαρσίου ἢ Καλιγαρείας ὑπάρχει μία ἀνοιχτῆ δρύινη πόρτα. Λεγόταν κερκόπορτα ἢ ἀλλιῶς πύλη τοῦ κίρκου καὶ ὁδηγοῦσε σὲ ἕναν ἱπποδρόμιο ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη, τὸν Ξυλόκερκο. Ἀπὸ αὐτὴν εἰσῆλθαν, διασπώντας τὴν ἄμυνα τῶν ὑπερασπιστῶν, προκαλώντας τὴν Ἅλωση. Οἱ βυζαντινοὶ στρατιῶτες μόλις ἀντελήφθησαν τὴν εἰσβολὴ τῶν γενιτσάρων ἄρχισαν νὰ φωνάζουν ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ!

Ὁ Κωνσταντῖνος εἶδε νὰ σκοτώνονται ὁ Θεόφιλος ὁ Παλαιολόγος, ὁ Ἰωάννης Καντακουζηνὸς, ὁ Ἰώαννης Δαλμάτης καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί του. Εὐθὺς φώναξε: «Ἡ Πόλις ἁλίσκεται κι ἐγὼ ἔτι ζῶ;». Τὴ φοβερὴ αὐτὴ στιγμὴ ὁρμάει στὸ πυκνότερο ἀντίπαλο τμῆμα, ἀγωνιζόμενος ὡς ὁ ἔσχατος τῶν στρατιωτῶν. Μαχόμενος ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς ἀντιλαμβάνεται, πὼς ἡ Ἅλωση βρίσκεται πρὸ τῶν πυλὼν καὶ φώναζει πάλι: «Δὲν ὑπάρχει ἕνας χριστιανὸς, νὰ λάβῃ τὴν κεφαλήν μου;». Τότε κάποιος γενίτσαρος τοῦ πετυχαίνει θανατηφόρο χτύπημα καὶ πέφτει ἐν μέσῳ τοῦ σωροῦ τῶν νεκρῶν. Αὐλαία γιὰ τὸ Βυζάντιο, τὸν πυρφόρο ἑλληνοχριστιανικὸ πολιτισμό. Ἡ ὀθωμανικὴ κυριαρχία ἔρχεται σὰν ταφόπετρα νὰ σκεπάσει τὸν ἑλληνισμὸ, ποὺ περίμενε 400 χρόνια τὴν Ἀνάστασή του. Στὴ μνήμη τῶν Ἑλλήνων ὀρθοδόξων, ὁ Κωνσταντῖνος εἶναι ὁ μαρμαρωμένος βασιλιὰς, ὁ ζωντανὸς νεκρὸς ποὺ κατευθύνει τὴν πορεία τοῦ Γένους ἀπὸ τοῦ τάφου καὶ περιμένει τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὥστε ὁ ἄγγελος ποὺ τὸν μαρμάρωσε νὰ τὸν ἀναστήσει.

Σήκω καημένε Κωνσταντή, στὴν ἐκκλησιὰ νὰ πᾶμε,

Σήκω καὶ ψέλνουν ἐκκλησιές, ψέλνουν τὰ μαναστήρια.

Ψέλνει καὶ ἡ Ἁγιὰ Σοφιὰ μὲ τὶς χρυσὲς καμπάνες.

Σιμὰ νὰ βγοῦνε τὰ Ἱερά, σιμὰ νὰ βγοῦνε τ’ Ἅγια,

φωνὴ τοὺς ἦρθ’ ἀπ’ οὐρανοῦ, ποὺ μες’ ἀπ’ τὰ οὐράνια:

«Πάψετε τὸ χερουβικὸ καὶ τὴν Τιμιωτέρα,

παπάδες πάρτε τὰ ἱερά, ψαλτάδες τὰ χαρτιά σας,

τι’ σήμερα πατήσανε τὴν πόλη μας οἱ Τοῦρκοι».

Ἡ Παναγιὰ ἡ Δέσποινα τ’ ἄκουσε καὶ δακρύζει.

«Σώπα, κυρά μου Δέσποινα καὶ μὴν πολυδακρύζεις

πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά σου θὰ ‘ναι».

Ἥλιε ποὺ βγαίνεις τὸ πρωὶ καὶ βράδυ βασιλεύεις.

Ὅλο τὸν κόσμο γκεζερᾶς, τὴ γῆ τὴν οἰκουμένη,

γιὰ πές μας τ’ εἶδες σήμερα κι εἶσαι σκοτεινιασμένος;» _

«Τί νὰ σᾶς πῶ, μωρὲ παιδιά, τί νὰ σᾶς μολοήσω;

Ἐπὴρ’ ὁ Τοῦρκος τὴ Σοφιά, τὸ Μέγα Μαναστήρι»,

μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι δικουχτῶ καμπάνες.

Κάθε καμπάνα καὶ παπάς, κάθε παπὰς καὶ διάκος

(Ρουμελιώτικοι θρῆνοι ἀπὸ τὴ συλλογὴ τοῦ Κωνσταντῖνου Μάρκου)

Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, ὁ τελευταῖος Βυζαντινὸς Αὐτοκράτορας, γεννήθηκε στὶς 7 Φεβρουαρίου στὰ 1405 στὴν Πόλη. Γιὸς τοῦ Μανουὴλ Β’ καὶ τῆς Ἑλένης Δράγαση, Δράγαζη ἢ Δραγάτση. Τὸ συγκεκριμένο ἐπωνύμιο χρησιμοποιήθηκε ἀργότερα ἀπὸ λόγιους συγγραφεῖς στὰ συγγράμματά τους. Δὲν ἀναφέρεται, ὅμως, στὰ διασωθέντα χειρόγραφα τῶν Δούκα Φραντζὴ, Χαλκοκονδύλη καὶ Κριτοβούλου. Ὁ λαὸς τὸν ἀποκαλοῦσε καὶ Δράκο. Ὅσο ἦταν ἐν ζωῇ, ὁ πατέρας του διοικοῦσε τὶς πόλεις τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Μετὰ τὶς ἐπιθέσεις κατὰ τῆς Πόλης ἀπὸ τὸν Μουρὰτ τὸν Β΄ στὰ 1422, τοῦ στρατηγοῦ τοῦ Τουραχᾶν στὰ 1423 καὶ τὴν συναφθεῖσα εἰρήνη στὰ 1424, οἱ Βυζαντινοὶ ἐγκατέλειψαν τὶς θρακικὲς πόλεις καὶ ὁ Κωνσταντῖνος τρία χρόνια ἀργότερα, στὰ 1427, κατέβηκε μαζὶ μὲ τὸν ἀδερφὸ του, Ἰωάννη τὸν Η΄ Παλαιολόγο, στὴν Πελοπόννησο. Στρατοπέδευσαν στὴν Ἀχαΐα, μὲ σκοπὸ τὴν ἕνωση τῆς Πελοποννήσου καὶ τὴ συγκρότηση ἀξιόμαχης ἑλληνικῆς δύναμης. Τὸ 1428, στεφανώνεται τὴ γυναίκα του, τὴ Μαγδαληνὴ, κόρη τοῦ Λεονάρδου τοῦ δευτέρου, κυρίου τῆς Ζακύνθου, ἡ ὁποία βαπτίστηκε χριστιανὴ καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Θεοδώρα. Ὁ γάμος τελέσθηκε στὸ ναΐδριο τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, στὴν περιοχὴ Σαραβαλίου Πατρῶν, ποὺ ἀπὸ τότε ἀνήκει στὸ ἱστορικὸ μοναστήρι τοῦ Ὀμπλοῦ. Ἔλαβε προῖκα ἀρκετὲς ἐκτάσεις γῆς τῆς Πελοποννήσου, μεταξὺ αὐτῶν τὴν ὀχυρωμένη πόλη Γλαρέντζα, ποὺ τὰ ἐρείπιά της σήμερα βρίσκονται πλησίον τοῦ λιμανιοῦ τῆς Κυλλήνης. Ὅμως, στὰ 1428, ἡ Θεοδώρα πέθανε στὸ χωριὸ Σανταμέρι τῆς Ἀχαΐας καὶ τὸ λείψανό της μεταφέρθηκε στὸ Μυστρὰ γιὰ ταφῆ. Στὸν ἄτυχο αὐτὸ γάμο τοῦ Κωνσταντίνου, ἀναφέρεται τὸ κάτωθι τραγούδι-θρῆνος:

Ἕνας ἀσίκης διάβαινε στοὺς κάμπους καβελάρης

σέρνει νταούλια τριανταδυὸ, καλάμια ἐξηνταπέντε

στοῦ πεθεροῦ του τὴν αὐλὴ πολλοὶ ‘ναι μαζωμένοι

κι ὁ πεθερὸς τοὺς ἔλεγε, κι ὁ πεθερὸς τοὺς λέει

πάφτε μαστόροι τ’ ἄργανα, πάφτε καὶ τὰ νταούλια

τί ἦρθαν οἱ χρόνοι δίσεχτοι, κι οἱ μῆνες ὀργισμένοι

τὴ Θεοδώρα ἐθάψανε ψηλὰ στὸ Σανταμέρι

(Θρῆνος ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο)

Ἡ Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως θρηνήθηκε ὅσο κανένα ἄλλο ἀτυχὲς γεγονὸς στὴν ἱστορία τοῦ ὀρθόδοξου Ἑλληνισμοῦ. Ὁ λαὸς, βαθύτατα συγκινημένος, δημιούργησε αὐθορμήτως μοιρολόγια, ποὺ συνεχίζουν νὰ λέγονται μέχρι τὶς ἡμέρες μας καὶ θὰ συνεχίσουν, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νὰ λέγονται εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων, προσδοκώντας τὴν Ἀνάσταση τοῦ Γένους, γιατί πάλι μὲ χρόνια καὶ μὲ καιροὺς, πάλι δικά μας θά ‘ναι!