Βερνέζος Ἰωάννης.

Πατρίδα του ἡ Ν. ΡΩΣΣΙΑ (Οὐκρανία)

Σὰν πιθανότερη χρονολογία τῆς γέννησής του εἶναι τὸ ἔτος 1690. Καὶ τοῦτο γιατί στοὺς πολέμους ποὺ ἄρχισαν τὸ 1711 καὶ τελείωσαν τὸ 1718 εἶναι στρατιώτης τοῦ Τσαρικοῦ Στρατοῦ τοῦ Μεγάλου Πέτρου τῆς Ρωσσίας. Τὰ Τουρκικὰ στρατεύματα ἦσαν ἀκατάβλητα, βάδιζαν ἀπὸ νίκη σὲ νίκη, εἶχαν σπείρει τὸν τρόμο σ’ ὅλα τὰ ἔθνη. Στρατιώτης ὁ Ὅσιος Ἰωάννης μάχεται γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴν πατρίδα του, τὴ Ρωσσία. Γαλουχημένος μὲ τὰ νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς γονεῖς του, τὸν συγκλονίζει ἡ φρίκη τοῦ πολέμου, τὰ χιλιάδες παλληκάρια, γυναικόπαιδα, γέροι ποὺ κείτονται νεκροὶ στὸ πέρασμα τῆς λαίλαπας, τῆς πολεμικῆς μανίας τῶν ἐχθρῶν.

Στὶς μάχες γιὰ τὴν ἀνακατάληψη τοῦ Ἀζὼφ μὲ χιλιάδες ἄλλους συμπατριῶτες του, αἰχμαλωτίζεται καὶ ὁδηγεῖται στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀπ’ ἐκεῖ στὸ Προκόπιο, κοντὰ στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας τῆς Μ. Ἀσίας, στὴν κατοχὴ ἑνὸς Ἀγὰ ποὺ διατηροῦσε στρατόπεδο τῶν Γενιτσάρων.

Βασανίζεται νὰ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστὸ

Καταδικασμένος ψυχολογικὰ στὴν περιφρόνηση καὶ τὸ μίσος τῶν Τούρκων, εἶναι ὁ «κιαφίρ», ὁ «ἄπιστος» ποὺ τοῦ ἀξίζουν σκληρὰ βασανιστήρια. Καὶ τὸν χτυποῦν μὲ χοντρὰ ξύλα, ραβδιά, τὸν κλωτσοῦν, τὸν φτύνουν, τοῦ καῖνε τὰ μαλλιὰ καὶ τὸ δέρμα τῆς κεφαλῆς του μὲ πύρινο τάσι. Τὸν πετοῦν στὶς κοπριὲς τοῦ σταύλου καὶ τὸν ὑποχρεώνουν νὰ ζεῖ μὲ τὰ ζῶα.

Ἀπαντᾶ στὰ βασανιστήρια

Ὑπομένει ὅλα τὰ βασανιστήρια μὲ καρτερία καὶ ἀξιοθαύμαστη γενναιότητα. Λάμπει ὁ ἀδαμάντινος χριστιανικός του χαρακτήρας. Σὰν τὸν ἥλιο λάμπει ὁ ὑπέροχος ἐσωτερικός του κόσμος ποὺ ὁλόκληρος ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια εἶναι δοσμένος στὸ Χριστό. Στοὺς ξυλοδαρμούς, στὶς βρισιὲς καὶ στὶς κλωτσιὲς τῶν Τούρκων, ἀπαντᾶ μὲ τὰ λόγια τοῦ Παύλου: «ποιὸς μπορεῖ νὰ μὲ χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μου; Θλίψις ἢ στενοχώρια ἢ διωγμὸς ἢ γυμνότης ἢ αἰχμαλωσία;». Ἔχω πεποίθηση, πίστη καὶ ἀγάπη στὸν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστὸ τὸν Μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μου καὶ τίποτε ἀπ’ ὅλα τὰ δεινά, δὲν θὰ μὲ χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του.

Σὰν αἰχμάλωτος ὑπακούω στὶς προσταγές σου, στὶς δουλικὲς ἐργασίες. Σα Χριστὸ δὲν σὲ ἔχω ἀφέντη, «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις». Ἐνθυμοῦμαι τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, τοὺς ἐμπτυσμούς, τοὺς κολαφισμούς, τὰ ραπίσματα καὶ αὐτὸν τὸν σταυρικὸ θάνατο καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ ὑποστῶ καὶ ἐγὼ τὰ μεγαλύτερα καὶ δεινότερα βάσανα καὶ αὐτὸν τὸν θάνατον, τὸν Ἰησοῦ μου ὅμως δὲν τὸν ἀρνοῦμαι.

Δέχεται ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τοὺς σκληροὺς ὅρους τῆς μαρτυρικῆς ζωῆς, τὰ βασανιστήρια, τὴ διαμονὴ μὲ τὰ ζῶα στὸ σταῦλο ποὺ τοῦ θύμιζε, ὅπως ἔλεγε, τὸ σταῦλο τῆς Βηθλεέμ· τὶς ἀσκήσεις, νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχὲς σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ δαμάσθηκε ἡ θηριωδία τῶν Τούρκων καὶ ἔκπληκτοι τὸν ὀνομάζουν «βελή», ἅγιο.

Σὲ συνεστίαση Τούρκων ἀξιωματούχων θαυματουργικὰ ἔστειλε μὲ Ἄγγελο Κυρίου φαγητὸ σὲ χάλκινο πιάτο ἀπὸ τὸ Προκόπιο τῆς Μ. Ἀσίας στὴν Μέκκα τῆς Ἀραβίας καὶ ὁ Τοῦρκος Ἀγὰς τὸ ἔφαγε ἐκεῖ ζεστό. Ἐπιστρέφοντας ἔδειξε τὸ πιάτο μὲ τὸ οἰκόσημο στοὺς ἀξιωματούχους τρεῖς μῆνες μετά. Τὸ θαῦμα αὐτὸ ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν Ὅσιο κατὰ παραχώρηση τοῦ Κυρίου, σταμάτησε τὸ μίσος καὶ τὴν ἀδιάλλακτη μανία τῶν βασανιστῶν του. Ἡ πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ ἀκτινοβολία του ἐδάμασε τὴν θηριωδία τῶν Τούρκων.

Τὸ τέλος

1730 Μαΐου 27. Ἕνα στήριγμα εἶχε σὲ ὅλους τους ἀγῶνες του καὶ μία παρηγοριὰ στὴν τραχειὰ ζωὴ τῶν βασανιστηρίων. Κατέφευγε σὲ προσευχές, γονυκλισίες, ἀγρυπνίες καὶ κοινωνοῦσε κρυφὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους, τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Ἡ Θεία Κοινωνία κάθε Σάββατο ἦταν ἡ μεγάλη του ξεκούραση καὶ ἀνάπαυση. Τελευταία ἡμέρα, 27 Μαΐου τοῦ 1730, εἰδοποίησε τὸν ἱερέα καὶ ἐκεῖνος τοῦ πῆγε τὴ Θεία Κοινωνία μέσα σὲ ἕνα μῆλο ποὺ τὸ εἶχε κουφώσει. Κοινώνησε ἐκεῖ στὸ σταῦλο γιὰ τελευταία φορά. Ἡ πρόσκαιρη αἰχμαλωσία του, ἡ δεινὴ κακοπάθεια πῆραν τέλος· ὁ θαυμαστὸς Ὅσιος Ἰωάννης πέρασε στὴν αἰώνια ἀγαλλίαση καὶ μακαριότητα, μόλις πῆρε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια.

Ὁ ἐνταφιασμὸς

Οἱ ἱερεῖς καὶ πρόκριτοι Χριστιανοὶ τοῦ Προκοπίου, μὲ ἄδεια τοῦ Τούρκου πῆραν τὸ σῶμα. Μὲ συγκίνηση καὶ δάκρυα μέσα σὲ βαθειὰ κατάνυξη καὶ εὐλάβεια ὁ μέχρι χθὲς δοῦλος καὶ σκλεται ἀπὸ Χριστιανοὺς – Τούρκους – Ἀρμενίους σὰν ἀφέντης καὶ δεσπότης. Σήκωσαν στὸν ὦμο τοὺς τὸ πολυάθλο ἐκεῖνο σῶμα, μὲ θυμιατὰ καὶ λαμπάδες, μὲ εὐλάβεια καὶ προσοχή, τὸ ὁδηγοῦν σὲ ἕναν τάφο στὸ Χριστιανικὸ κοιμητήριο, τὸ ἐναποθέτουν στὴ μάνα γῆ.

Θεῖο ὅραμα

Ὁ γέροντας ἱερέας ποὺ κάθε Σάββατο ἄκουγε τὸν πόνο καὶ τὰ βασανιστήριά του καὶ τοῦ ἔδινε, τὸν κοινωνοῦσε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, εἶδε στὸν ὕπνο τοῦ τὸν Ὅσιο Ἰωάννη τὸν Νοέμβριο τοῦ 1733. Τοῦ εἶπε ὁ Ὅσιος πὼς τὸ σῶμα του ἔχει μείνει μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν τάφο ἀκέραιο, ὁλόκληρο, ἀδιάφθορο, ὅπως τὸ ἔβαλαν στὸν τάφο πρὶν 3 1/2 χρόνια. Νὰ τὸ βγάλουν καὶ θὰ εἶναι μαζί τους ὡς εὐλογία Θεοῦ στοὺς αἰῶνες. Μετὰ τοὺς δισταγμοὺς τοῦ ἱερέα, κατὰ θεία παραχώρηση, ἕνα οὐράνιο φῶς φωτίζει τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου σὰν πύρινος στύλος. Οἱ Χριστιανοὶ ἄνοιξαν τὸν τάφο καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Τὸ σῶμα τοῦ Ὁσίου βρέθηκε ἀκέραιο, ἀδιάφθορο καὶ μυρωμένο μὲ αὐτὴ τὴ θεία εὐωδία ποὺ συνεχίζει νὰ ἔχει μέχρι σήμερα. Μὲ πνευματικὴ εὐφροσύνη καὶ εὐλάβεια σήκωσαν, πῆραν στὴν ἀγκαλιὰ τοὺς αὐτὸ τὸ θεῖο δῶρο, τὸ ἱερὸ λείψανο καὶ τὸ μετέφεραν στὸ Ναὸ ποὺ ἀγρυπνοῦσε ὁ Ὅσιος! Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, 273 τώρα χρόνια, μπῆκε τὸ ἱερὸ σῶμα στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ὀσμᾶν Πασὰς καίει τὸ Ἱερὸ Λείψανο

Σὲ μία ἐσωτερικὴ διαμάχη καὶ σύρραξη μεταξὺ Σουλτάνου καὶ Ἰμπραὴμ τῆς Αἰγύπτου ὁ ἀπεσταλμένος Πασὰς τοῦ Σουλτάνου, Ὀσμᾶν, καίει τὸ Ἱερὸ Λείψανο γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τοὺς Χριστιανούς. Τὸ ἱερὸ σῶμα οἱ Τοῦρκοι τὸ εἶδαν νὰ παίρνει κίνηση στὴ φωτιά. Ἔντρομοι ἐγκαταλείπουν τὸ ἀνίερο ἔργο τους καὶ φεύγουν. Τὴν ἄλλη ἥμερα μετὰ τὴν ἀποχώρηση τῶν Τούρκων οἱ Χριστιανοὶ ἀνασηκώνουν τὶς στάχτες καὶ τὰ κάρβουνα καὶ βρῆκαν σκεπασμένο ὁλόκληρο τὸ ἱερὸ σῶμα. Δὲν εἶχε πάθει τίποτε, εὐλύγιστο καὶ μυρωμένο, τοῦ ἔμεινε μόνο τὸ μαύρισμα ἀπὸ τοὺς καπνοὺς καὶ τὸ πύρωμα.

Τὸν τιμᾶ ὅλη ἡ Κεντρικὴ Μ. Ἀσία (Καππαδοκία)

Ὅπως εἴδαμε ὁ Ὅσιος ἔζησε μὲ ἐγκράτεια, ἁγνότητα, νηστεῖες, προσευχές, ἀρετὲς ξεχασμένες γιά μᾶς, δόξασε τὸν Θεὸ ἀνάμεσα σὲ ἀλλοδόξους καὶ ἀλλοπίστους καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἀπάντησε δοξάζοντας τὸν στὸν Οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Μπροστὰ στὴν Λάρνακα ποὺ εἶναι τὸ Ἅγιό του σῶμα, παράλυτοι περπατοῦν, τυφλοὶ βλέπουν, δαιμόνια φεύγουν, ἄλλες ἀνίατες ἀρρώστιες θεραπεύονται.

Ὄχι μόνο Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ καὶ Ἀρμένιοι, Διαμαρτυρόμενοι καὶ Τοῦρκοι αἰχμαλωτίζονται ἀπὸ τὰ θαύματά του. Στὴν ἀπόγνωση καὶ τὴ δυστυχία τους, καταφεύγουν στὸν Ὅσιο. Ἡ γλώσσα τοῦ Ὁσίου σιωπᾶ ἀλλὰ διαλαλοῦν τὰ θαύματά του. Κοιμᾶται τὸ Ἱερὸ Λείψανο, ἀλλὰ κηρύττουν τὴν παρουσία του στὰ θαυμαστὰ γεγονότα. Γίνεται ἐκεῖ μεγάλο προσκύνημα ποὺ δεσπόζει στὴν κεντρικὴ Καππαδοκία.

1922 Καταστροφὴ τῆς Μ. Ἀσίας

Ἡ συμπαιγνία τῶν Μεγάλων δυνάμεων, τὰ τρομερὰ λάθη τῶν Ἑλλήνων ὅπλισαν τοὺς Σελτζούκους Τούρκους τοῦ Κεμὰλ Ἀτατοὺρκ καὶ ξεκληρίσθηκε ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Μ. Ἀσίας. Παθιασμένοι οἱ Ἕλληνες σὲ Βασιλικοὺς καὶ ἀντιβασιλικοὺς – Βενιζελικοὺς καὶ ἀντιβενιζελικοὺς καῖνε ὁ ἕνας τὸ σπίτι τοῦ ἄλλου. Τὸ Μέτωπο καταρρέει. Οἱ πολιτικοί τῆς Ἀθήνας βγάζουν λόγους στὰ μπαλκόνια ἀντιμαχόμενοι γιὰ τὸ ποιὸς εἶναι ἄξιος νὰ κυβερνήσει! Ὁ Κεμὰλ σφάζει σὰν τὰ ἀρνιὰ τὰ παλληκάρια μας ποὺ τὰ ἔχει ἐγκλωβίσει στὸν Σαγγάριο ποταμό! Ἕνα ἑκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες νεκροὶ καὶ ἀγνοούμενοι ἀπὸ τὴ συμφορά….

Μεταφορὰ τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου

Μέσα στὴ λαίλαπα τῆς καταστροφῆς οἱ πρόσφυγες ποὺ ἔχασαν τὰ πάντα, δύο χρόνια μετὰ τὴν καταστροφὴ στὴν ἐπίσημη ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν Ἑλλάδος-Τουρκίας, πῆραν τὸ Ἱερὸ Λείψανο, ἄλλα κειμήλια τῆς Ἐκκλησίας καὶ λιγοστὰ προσωπικὰ τοὺς εἴδη καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὸ δρόμο τῆς ξενιτειᾶς. Ἀπὸ τὴν Καισάρεια στὴ Μερσίνα. Ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Μερσίνας μὲ τὸ πλοῖο «Βασίλειος Δεστούνης» ποὺ ναυλώθηκε μὲ ἔξοδα τῆς οἰκοιας Παπαδοπούλου, ἀπόγονοί του ὁποίου μένουν στὴν Ἐλευσίνα, μεταφέρεται στὴν Χαλκίδα. Παραμένει ἐκεῖ ἕνα χρόνο καὶ τὸ 1925 ἔφθασε στὸ σημερινὸ Νέο Προκόπιο.

Δημιουργία νέου Προσκυνήματος

Τὸ 1930 θεμελιώθηκε ὁ Ναὸς ποὺ φιλοξενεῖ σήμερα τὸ Ἱερὸ Λείψανο. Στεγάσθηκε τὸ 1951. Τὸ 1962 ἀπὸ ἁπλὸς προσκυνηματικὸς Ναὸς ποὺ ἦταν, μὲ σύμφωνη γνώμη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας, ὑπογράφηκε νόμος βάσει τοῦ ὁποίου λειτουργεῖ σὰν «Εὐαγὲς Ἵδρυμα», μὲ σκοποὺς ποὺ καθορίζονται στὴ διάταξη λειτουργίας καὶ διαχείρισης αὐτοῦ. Ἱδρύθηκαν δύο μεγάλοι ξενῶνες. Ὁ ἕνας γιὰ δωρεὰν φιλοξενία καὶ ὁ ἄλλος μὲ ἀντίτιμο μικρὸ ὑπὲρ τῶν σκοπῶν τοῦ Ἱδρύματος. Ἄρχισε ἡ συντήρηση καὶ λειτουργία 5 μεγάλων Ἱδρυμάτων. Δύο Ὀρφανοτροφείων, ἑνὸς στὴ Χαλκίδα καὶ ἑνὸς στὴ Νέα Ἀρτάκη, ἑνὸς Γηροκομείου στὴ Χαλκίδα, Οἰκοτροφείου σπουδαστῶν, παιδικῶν κατασκηνώσεων γιὰ 1.000 περίπου παιδιὰ κάθε θερινὴ περίοδο κ.α. Τὸ πενταμελὲς Διοικητικὸ Συμβούλιο, τὰ Συμβούλια ὅλων τῶν Ἱδρυμάτων μὲ τὴν προεδρία σήμερα καὶ τὴν εὐθύνη τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χαλκίδος, Ἰστιαίας καὶ Βορείων Σποράδων κ. Χρυσοστόμου καὶ μὲ τὴν συνδρομὴ ὅλων τῶν πιστῶν φέρουν εἰς πέρας τὸ μεγάλο αὐτὸ πνευματικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ ἔργο.

Νέα πνευματικὴ κολυμβήθρα

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης εἶναι ὑπέροχο παράδειγμα γιὰ τὴν «ἐν Θεῷ» ζωὴ τῶν ἀνθρώπων γιατί ἀποκαλύπτει μὲ τὰ θαύματά του τὴ θεία δύναμη καὶ μᾶς καθοδηγεῖ νὰ γνωρίσουμε ψυχικῶς μία ὄντως ἅγια ζωή, εὐεργετικὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δὲν εἴμαστε μόνο γι’ αὐτὴ τὴ ζωή, ἀλλὰ ἀνήκουμε μᾶλλον στὴν μέλλουσα, τὴν αἰώνια, τὴν οὐράνια. Ἡ ψυχὴ μας εἶναι ἀθάνατη, αἰώνια.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης μεταλαμπαδεύει μὲ τὰ θαύματά του, στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν, Οὐράνιο φῶς, θεία δύναμη σὲ ζῆλο καὶ ἐνθουσιασμό, θεία δύναμη σὲ αὐταπάρνηση καὶ αὐτοθυσία, δύναμη τῆς ἀτομικῆς καὶ κοινωνικῆς ἠθικότητας καὶ αὐτοελέγχου, δύναμη ἡ ὁποία ὑπερνικᾶ τὰ δεσμὰ τῆς ὕλης καὶ μεταθέτει τὰ βουνὰ τῶν ἐμποδίων καὶ δημιουργεῖ τὶς μεγάλες νίκες στὴ ζωή, στοὺς χαρακτήρες τῶν ἀνθρώπων μεταλλαγὲς καὶ ἀναγεννήσεις. Μὲ τὰ θαύματά του ὁ Ὅσιος, μὲ τὴν νυχτοήμερη προσπάθειά του ὅπως ἀποκαλύπτει, ζεῖ καὶ κινεῖται καὶ βοηθάει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀποκτήσει τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία, τὴν ψυχική, ποὺ μὲ τὴν ἀκτινοβολία της ζωογονεῖ ἄτομα καὶ λαούς. Ἑκατοντάδες χιλιάδες ἄνθρωποι κάθε χρόνο μὲ δέος, μὲ κατάνυξη, σιωπηλοί, περνοῦν μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ἱερό του Λείψανο, τὸ μέγα αὐτὸ κειμήλιο τῆς Ὀρθοδοξίας. Σὲ ὅλους δίνει τὴν ζωογόνο αὔρα τῆς χάρης ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν δωρεοδότη Παντοδύναμο Θεό.

«Ἡ Θεία Λάρναξ τῶν Λειψάνων σου, Ἰωάννη πάτερ Ὅσιε, Ἰάματα πηγάζει τοῖς πιστοῖς…»

Ἀπολυτίκιον Ὁσίου Ἰωάννου

Ἐκ γῆς ὁ καλέσας σέ, πρὸς οὐρανίους Μονάς, τηρεῖ καὶ μετὰ θάνατον ἀδιαλώβητον, τὸ σκῆνος σου Ὅσιε. Σὺ γὰρ ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ὡς αἰχμάλωτος ἤχθης, ἔνθα καὶ ὠκειώθης, τῷ Χριστῷ, Ἰωάννη. Αὐτὸν οὖν ἱκέτευε, σωθῆναι τὰς ψυχᾶς ἠμῶν.

Ἦχος δ’, πρὸς τὸ «Τῇ Θεοτόκῳ ἐκτενῶς».

Τῷ Ἰωάννῃ οἱ πιστοὶ νῦν προσδράμωμεν, οἱ ἐν δεινοῖς καὶ συμφοραῖς, καὶ προσπέσωμεν, ἐν εὐσέβεια κράζοντες, ἐκ βάθους ψυχῆς· Ὅσιε, βοήθησον, ἐφ’ ἠμῖν σοῖς ἰκέταις, πρόφθασον καὶ λύτρωσαι τῆς παρούσης ἀνάγκης· μὴ παραβλέψης δέησιν οἰκτρᾶν τῶν προσφευγόντων τῇ σκέπῃ σου, Ἅγιε.

Μεγαλυνάρια Ὁσίου Ἰωάννου

Τοὺς συναθροισθέντας τῷ σῷ ναῷ, ἀοράτων πάντας, ὁρατῶν τὲ ἐπιβουλῆς, ἠμᾶς τυραννούντων. δεόμεθα ρυσθῆναι, ὑπὸ τὴν σὴν αἰγίδα θερμῶς προσφεύγοντας.

Τὰ πεπυρωμένα βέλη ἐχθροῦ, βροτοκτόνου, πάτερ, ἀπομάκρυνον ἀφ’ ἠμῶν, ταῖς πρὸς τὴν Τριάδα, θερμαῖς σου ἰκεσίαις, ὅπως ρυσθέντες, τούτων, σὲ μεγαλύνωμεν.

Τὸν ἀστέρα πάντες τὸν φαεινόν, τὸν ἐκ Προκοπίου, ἀπαστράψαντα νοητῶς, ὁσίων τὸ κλέος, καὶ Καππαδόκων δόξαν, τὸν θεῖον Ἰωάννην ὕμνοις τιμήσωμεν.

Αἴτησαι εἰρήνην παρὰ Θεοῦ, πνευμάτων γαλήνην, μέχρι τέλους ὑπομονήν. ψυχῶν σωτηρίαν, ἠμῖν τοῖς σοῖς ἰκέταις, τοῖς εὐφημούσι πόθῳ τὰ σὰ θαυμάσια.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἠμᾶς.

Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σὲ νεκρόν.

Δεῦτε προσκυνήσωμεν, πιστοί, καὶ μετ’ εὐλαβείας καὶ πόθου κατασπαζόμενοι, λείψανον περισεπτὸν καὶ πανυπέρτιμον, Ἰωάννου θεοφρονος, ἀγνίσωμεν χείλη, ὄμματα καὶ μέτωπα, καὶ ἰκετεύσωμεν, ὅπως καὶ ἠμᾶς ἀξιώση, τέλους σωτηρίου καὶ θείου, ταῖς αὐτοῦ πρὸς Κύριον δεήσεσιν.