1.

Ὁμιλία εἰς τὴν Ε΄Κυριακὴν τῶν νηστειῶν.

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς.

Εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἰδού ἡ πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Κυριακή [πού σφραγίζει τήν ἑβδομάδα] τῶν μεγάλων ἀγρυπνιῶν καί τῶν μεγάλων ἀσκήσεων, τήν ἑβδομάδα τῶν μεγάλων θρήνων καί ἀναστεναγμῶν, ἡ Κυριακή τῆς πιό μεγάλης μεταξύ τῶν ἁγίων γυναικῶν Ἁγίας, τῆς ὁσίας μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας…

Σαράντα ἑπτά χρόνια ἔκανε στήν ἔρημο, καί ὁ Κύριος τῆς ἔδωσε ἐκεῖνο πού σπάνια δίνει σέ κάποιον ἀπό τούς Ἁγίους. Χρόνια ὁλόκληρα δέν γεύθηκε ψωμί καί νερό. Στήν ἐρώτησι τοῦ ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4). Ὁ Κύριος τήν ἔτρεφε μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο καί τήν ὡδηγοῦσε στήν ἐρημητική ζωή, στούς ἐρημητικούς της ἀγῶνες.

Καί ποιό ἦταν τό ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἁγία μετέτρεψε τήν κόλασί της σέ παράδεισο! Νίκησε τόν διάβολο καί ἀνέβηκε ψηλά στόν Θεό! Πῶς, μέ τί; Μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή, μέ νηστεία καί προσευχή! Διότι ἡ νηστεία, ἡ νηστεία μαζί μέ τήν προσευχή, εἶναι δύναμις πού νικᾶ τά πάντα. Ἕνας θαυμάσιος ὕμνος τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς λέγει: «ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Μέ τήν νηστεία μᾶς ἔδειξε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου… Δέν ὑπάρχει ἄλλο ὅπλο, δέν ὑπάρχει ἄλλο μέσον.

Νηστεία! Ἰδού τό μέσον γιά νά νικήσῃς τόν διάβολο, τόν κάθε διάβολο. Παράδειγμα νίκης, ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Τί θεία δύναμις ἡ νηστεία! Νηστεία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό σου.

Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει σταυρός, ἡ νίκη εἶναι σίγουρη. Τό σῶμα τῆς πρώην πόρνης τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Μαρίας, μέ τήν ἁμαρτία παραδόθηκε στήν δουλεία τοῦ διαβόλου. Ἀλλά ὅταν ἀγκάλιασε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν πῆρε αὐτό τό ὅπλο στά χέρια της, νίκησε τόν διάβολο. Νηστεία εἶναι ἡ ἀνάστασις τῆς ψυχῆς ἐκ νεκρῶν. Ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή ἀνοίγουν τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά ἀντικρύσῃ καί νά καταλάβῃ πραγματικά τόν ἑαυτό του, νά ἰδῇ τόν ἑαυτό του. Βλέπει τότε ὅτι κάθε ἁμαρτία στήν ψυχή του εἶναι ὁ τάφος του, ὁ τάφος, ὁ θάνατός του. Καταλαβαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία μέσα στήν ψυχή του δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά μετατρέπῃ σέ πτώματα ὅλα ὅσα ἀνήκουν στήν ψυχή: τούς λογισμούς της, τά συναισθήματά της καί τίς διαθέσεις της· σειρά ἀπό τάφους. Καί τότε…, τότε ξεχύνεται θρηνητική κραυγή ἀπό τήν ψυχή: «Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με». Αὐτή εἶναι ἡ κραυγή μας κατά τήν ἁγία αὐτή ἑβδομάδα: Κύριε, προτοῦ χαθῶ τελείως, σῶσε με. Ἔτσι προσευχηθή¬καμε αὐτή τήν ἑβδομάδα στόν Κύριο, τέτοιες προσευχητικές ἀναβοήσεις μᾶς παρέδωσε στόν Μεγάλο Κανόνα του ὁ μεγάλος ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἀνδρέας Κρήτης.

«Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Αὐτή ἡ κραυγή μᾶς ἀφορᾶ ὅλους, ὅλους ὅσους ἔχουμε ἁμαρτίες. Ποιός δέν ἔχει ἁμαρτίες; Εἶναι ἀδύνατον νά κυττάξῃς τόν ἑαυτό σου νά μή εὕρῃς κάπου, σέ κάποια γωνία τῆς ψυχῆς σου, νά μή ἐντοπίσῃς σέ κάποια ἄκρη της μία ξεχασμένη ἴσως ἁμαρτία. Καί… κάθε ἁμαρτία, γιά τήν ὁποία δέν ἔχεις μετανοήσει, εἶναι ὁ τάφος σου, εἶναι ὁ θάνατός σου. Καί ἐσύ, γιά νά μπορέσῃς νά σωθῇς καί νά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν τάφο σου, κρᾶζε μέ τίς προσευχητικές θρηνητικές κραυγές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».

Ἄς μή ξεγελᾶμε τόν ἑαυτό μας, ἀδελφοί, ἄς μή ἀπατώμεθα. Καί μία μόνο ἁμαρτία ἄν ἔμεινε στήν ψυχή σου, καί σύ δέν μετανοεῖς καί δέν τήν ἐξομολογεῖσαι ἀλλά τήν ἀνέχεσαι μέσα σου, αὐτή ἡ ἁμαρτία θά σέ ὁδηγήσῃ στό βασίλειο τῆς κολάσεως. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στόν παράδεισο τοῦ Θεοῦ. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Γιά νά ἀξιωθῇς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, φρόντισε νά ἀποδιώξῃς ἀπό μέσα σου κάθε ἁμαρτία, νά ξεριζώσῃς ἀπό μέσα σου διά τῆς μετανοίας κάθε ἁμαρτία. Διότι, τίποτε δέν γλυτώνει ἀπό τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Τέτοια δύναμι ἔδωσε ὁ Κύριος στήν Ἁγία Μετάνοια.

Κοίταξε! Ἀφοῦ ἡ μετάνοια μπόρεσε νά σώσῃ μία τόσο μεγάλη ἄσωτη γυναῖκα, ὅπως ἦταν κάποτε ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, πῶς νά μή σώσῃ καί ἄλλους ἁμαρτωλούς, τόν κάθε ἁμαρτωλό, καί τόν πιό μεγάλο ἁμαρτωλό καί ἐγκληματία; Ναί, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι τό πεδίο τῆς μάχης, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή νικᾶμε τόν διάβολο, νικᾶμε ὅλες τίς ἁμαρτίες, νικᾶμε ὅλα τά πάθη καί ἐξασφαλίζουμε στόν ἑαυτό μας τήν ἀθανασία καί τήν αἰώνιο ζωή. Στήν ζωή τῶν ἁγίων καί ἀληθινῶν Χριστιανῶν ὑπάρχουν ἀναρίθμητα παραδείγματα πού δείχνουν ὅτι ὄντως μόνο μέ τήν προσευχή καί τήν νηστεία ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί νικᾶμε τούς δαίμονες, ὅλους ἐκείνους πού μᾶς βασανίζουν καί θέλουν νά μᾶς παρασύρουν στό βασίλειο τοῦ κακοῦ, στήν κόλασι. Αὐτή ἡ Ἁγία Νηστεία…! εἶναι νηστεία τῶν ἁγίων ἀρετῶν μας. Κάθε ἁγία ἀρετή ἀνασταίνει τήν ψυχή μου καί τήν ψυχή σου ἐκ τῶν νεκρῶν.

Προσευχή! Τί εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ μεγάλη ἀρετή πού σέ ἀνασταίνει καί μέ ἀνασταίνει. Σηκώθηκες μήπως γιά προσευχή, ἔκραξες πρός τόν Κύριο νά καθαρίσῃ τήν ψυχή σου ἀπό τίς ἁμαρτίες, ἀπό τό κάθε κακό, ἀπό κάθε πάθος; Τότε οἱ τάφοι σου καί οἱ τάφοι μου ἀνοίγουν καί οἱ νεκροί ἀνασταίνονται. Ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό φεύγει, ὅ,τι σύρει πρός τό κακό ἐξαφανίζεται. Ἡ ἁγία προσευχή ἀνασταίνει τόν καθένα ἀπό μᾶς, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, ὅταν φέρνει ὅλη τήν ψυχή στόν οὐρανό, ὅταν ἐσύ μέ φόβο καί τρόμο λέγῃς στόν Κύριο: Δές, δές τούς τάφους μου, ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ τάφοι μου, Κύριε! Μέσα σέ κάθε ἕναν ἀπό αὐτούς τούς τάφους, νά’την ἡ ψυχή μου, νά’την νεκρή, μακρυά ἀπό Σένα, Κύριε! Εἰπέ λόγον καί ἀνάστησον πάντας τούς νεκρούς μου! Διότι, Σύ, Σύ, Κύριε, μᾶς ἔδωσες πολλές θεῖες δυνάμεις νά μᾶς ἀνασταίνουν διά τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως, νά μᾶς ἀνασταίνουν ἀπό τόν τάφο τῆς ραθυμίας.

Ναί, μέ τήν ἁμαρτία, μέ τά πάθη μας, πεθαίνουμε ψυχικά. Ἡ ψυχή ἀποθνήσκει, ὅταν χωρίζεται ἀπό τόν Θεό. Ἡ ἁμαρτία εἶναι δύναμις πού χωρίζει τήν ψυχή ἀπό τόν Θεό. Καί ἐμεῖς, ὅταν ἀγαπᾶμε τήν ἁμαρτία, ὅταν ἀγαπᾶμε τίς ἁμαρτωλές ἡδονές, στήν πραγματικότητα ἀγαπᾶμε τόν θάνατό μας, ἀγαπᾶμε τούς τάφους, τούς δυσώδεις τάφους, μέσα στούς ὁποίους ἡ ψυχή μας ἀποσυντίθεται.

Ἀντίθετα, ὅταν ἀνανήψουμε, ὅταν μέ τόν κεραυνό τῆς μετανοίας χτυπήσουμε τήν καρδιά μας, τότε…, τότε οἱ νεκροί μας ἀνασταίνονται. Τότε ἡ ψυχή μας νικᾶ ὅλους τούς φονεῖς της, νικᾶ τόν κατεξοχήν δημιουργό ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, τόν διάβολο, νικᾶ μέ τήν δύναμι τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Γι’ αὐτό, γιά μᾶς τούς Χριστιανούς δέν ὑπάρχει ἁμαρτία πιό ἰσχυρή ἀπό μᾶς. Νά εἶσαι βέβαιος ὅτι πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε ἁμαρτία πού σέ βασανίζει, πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε πάθος πού σέ βασανίζει. Πῶς; –ἐρωτᾶς. Μέ τήν μετάνοια! Καί τί εἶναι εὐκολώτερο ἀπό αὐτήν; Πάντοτε μπορεῖς μέσα σου, μέσα στήν ψυχή σου, νά κραυγάζῃς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν θά σέ παραβλέψῃ. Θά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς νεκρούς καί θά ζῇς σ’ αὐτόν τόν κόσμο σάν κάποιος πού ἦρθε ἀπό ἐκεῖνον τόν κόσμο, πού ἀναστήθηκε καί ζῆ μία νέα ζωή, τήν ζωή τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, πού ὑπάρχουν μέσα του ὅλες οἱ θεῖες δυνάμεις, ἔτσι ὥστε καμμία ἁμαρτία πλέον δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ἴσως νά ξαναπέφτῃς, ἀλλά πλέον γνωρίζεις, γνωρίζεις τό ὅπλο, γνωρίζεις τήν δύναμι μέ τήν ὁποία ἀνασταίνεσαι ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἄν πενήντα φορές τήν ἡμέρα ἁμαρτή¬σῃς, ἄν πενήντα φορές ντροπιασθῇς, ἄν πενήντα τάφους σκάψῃς σήμερα, μόνο φώναξε: «Κύριε, δός μου μετάνοια. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».

Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον (Ματθ. ιη΄, 21-22). Αὐτό ἐντέλλεται ὁ Κύριος σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, τούς ἀσθενεῖς καί ἀδυνάτους. Συγχωρεῖ τούς ἁμαρτωλούς. Γι’ αὐτό καί δήλωσε ὅτι χαρά μεγάλη γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἐπί τῆς γῆς (πρβλ. Λουκ. ιε΄ 7). Ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος ἀτενίζει σέ σένα, ἀδελφέ καί ἀδελφή, πῶς ζῆς στήν γῆ. Πέφτεις στήν ἁμαρτία καί δέν μετανοεῖς; Νά, οἱ Ἄγγελοι κλαῖνε καί θλίβονται στόν Οὐρανό ἐξ αἰτίας σου. Μόλις ἀρχίσῃς νά μετανοῇς, νά, οἱ Ἄγγελοι στόν Οὐρανό χαίρονται, καί σάν οὐράνιοι ἀδελφοί σου χορεύουν…

Νά ἡ σημερινή μεγάλη ἁγία, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Πόσο ἁμαρτωλή! Ἀπό αὐτήν ὁ Κύριος ἔκανε μία ἁγία ὕπαρξι σάν τά Χερουβίμ. Μέ τήν μετάνοια ἔγινε ἰσάγγελη, μέ τήν μετάνοια κατέστρεψε τήν κόλασι, στήν ὁποία βρισκόταν, καί ἀνέβηκε ὁλόκληρη στόν παράδεισο τοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει Χριστιανός ἀδύνατος σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν τοῦ ἐπιτίθενται οἱ φρικωδέστερες ἁμαρτίες καί πειρασμοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀρκεῖ μόνο ὁ Χριστιανός νά μή ξεχάσῃ τά μεγάλα του ὅπλα: τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν νηστεία· νά ἐπιδοθῇ σέ κάποια εὐαγγελική ἄσκησι, σέ κάποια ἀρετή: εἴτε στήν προσευχή, εἴτε στήν νηστεία, εἴτε στήν εὐαγγελική ἀγάπη, εἴτε στήν εὐσπλαχνία. Ἄς θυμηθοῦμε τούς μεγάλους Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, ἄς θυμηθοῦμε τήν ἑορταζομένη σήμερα μεγάλη Ἁγία, τήν ὁσία Μητέρα μας Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί ἄς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Κύριος θά εἶναι εὔκαιρος βοηθός μας. Ἡ ἁγία Μαρία ἐβίωσε τόσο θαυμαστή βοήθεια ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί σώθηκε ἀπό τήν φοβερή της κόλασι, ἀπό τούς φοβερούς της δαίμονες. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί σήμερα καί πάντοτε μᾶς βοηθεῖ σέ ὅλες τίς εὐαγγελικές μας ἀρετές: στήν προσευχή, καί στήν νηστεία, καί στήν ἀγρυπνία, καί στήν ἀγάπη, καί στούς οἰκτιρμούς, καί στήν ὑπομονή, καί σέ κάθε ἄλλη ἀρετή. Εὔχομαι νά μᾶς βοηθῇ πάντα καί νά μᾶς καθοδηγῇ…

Γι’ αὐτό, ποτέ νά μήν ἀποκάμῃς στόν ἀγῶνα καί στόν πόλεμο μέ τίς ἁμαρτίες σου… Σέ ὅλες τίς δυσκολίες σου καί στίς πιό μεγάλες πτώσεις σου νά θυμᾶσαι τήν κραυγή αὐτῆς τῆς ἁγίας ἑβδομάδος, πού ἔχει τήν δύναμι νά σέ ἀναστήσῃ: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».

2.

Τὸ ποτήριο τοῦ Χριστοῦ.

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov, Ἐπίσκοπος Καυκάσου καί Μαύρης Θάλασσας.

Δύο ἀγαπημένοι μαθητές ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο θρόνους δόξης

– Αὐτός τούς ἔδωσε τό Ποτήριό Του (Μτ. κ΄, 23).

Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ ὀδύνες.

Σέ ὅσους τό πίνουν ἐδῶ στή γῆ, τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ ὑπόσχεται μετοχή στή Βασιλεία τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ. Προετοιμάζει γι’ αὐτούς τίς καθέδρες τῆς ἐπουράνιας αἰώνιας δόξης.

Στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ , δέν μπορεῖ κανείς οὔτε νά παραπονεθεῖ γι’ αὐτό, οὔτε νά τό ἀπορρίψει γιατί Αὐτός πού μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τό γευτοῦμε, πρῶτος ὁ Ἴδιος τό ἤπιε.

Ὦ, δέντρο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ ! Σκότωσες τούς προγόνους μας στόν Παράδεισο, τούς ἐξαπάτησες μέ τήν πλάνη τῆς σαρκικῆς ἀπόλαυσης καί τήν πλάνη τῆς λογικῆς. Ὁ Χριστός, ὁ Λυτρωτής τῶν πεπτωκότων, ἔφερε τό Ποτήριο τῆς σωτηρίας σ’ αὐτόν τόν κόσμο, στούς πεπτωκότες καί ἐξόριστους ἀπό τόν Παράδεισο. Ἡ πίκρα αὐτοῦ τοῦ Ποτηρίου καθαρίζει τήν καρδιά ἀπό τήν ἀπαγορευμένη, καταστροφική καί ἁμαρτωλή ἀπόλαυση μέσω τῆς ταπείνωσης πού ρέει ἀπ’ αὐτό μέ ἀφθονία, νεκρώνεται ἡ ἔπαρση ἀπό τή γνώση σέ σαρκικό ἐπίπεδο. Γι’ αὐτόν πού πίνει ἀπό τό Ποτήριο μέ πίστη καί ὑπομονή, ἡ αἰώνιος ζωή, πού ἔχασε δοκιμάζοντας τόν ἀπαγορευμένο καρπό, ἐπανακτᾶται.

«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι»(Ψ. 115, 4)

Ὁ χριστιανός ἀποδέχεται τό Ποτήριο ὅταν ὑπομένει τίς ἐπίγειες δοκιμασίες μέ πνεῦμα ταπείνωσης, ὅπως διδάσκεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο.

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔβγαλε τό μαχαίρι του γιά νά ὐπερασπιστεῖ τόν θεάνθρωπο, πού ἦταν περικυκλωμένος ἀπό τόν ὄχλο ἀλλά ὁ πρᾶος Ἰησοῦς εἶπε στὸν Πέτρο: «βάλε τήν μάχαιραν εἰς τήν θήκην· τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό;» (Ἰω. ιη΄ 11)

Ἔτσι κι ἐσύ, ὅταν σέ περικυκλώνουν συμφορές, θά πρέπει νά παρακαλεῖς καί νά ἐνισχύεις τήν ψυχή σου λέγοντας : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό ; »

Οἱ Φαρισαῖοι σκέπτονται μοχθηρά, ὁ ‘Ιούδας προδίδει, ὁ Πιλᾶτος διατάσσει τήν παράνομη θανάτωση, οἱ στρατιῶτες τῆς ἐξουσίας ἐκτελοῦν τήν ἐντολή του. Μέσω τῶν ἄνομων πράξεών τους ὅλοι αὐτοί ἑτοίμασαν τή δική τους ἀληθινή καταδίκη. Μήν ἑτοιμάζεις γιά τον ἑαυτό σου τήν ἴδια καταδίκη, ὄντας μνησίκακος, ζητώντας καί σχεδιάζοντας ἐκδίκηση, ἀγανακτώντας μέ τούς ἐχθρούς του.

Ὁ ἐπουράνιος Πατήρ εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης: βλέπει τήν ὀδύνη σου καί ἄν τό ἔβρισκε ἀπαραίτητο καί συμφέρον νά ἀποσύρει τό Ποτήριο ἀπό σένα, σίγουρα θά τό ἔκανε.

Ὁ Κύριος – ὅπως οἱ Γραφές καί ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μαρτυροῦν –συχνά ἐπέτρεψε θλίψεις στούς ἀγαπημένους Του καί συχνά ἀπέτρεψε θλίψεις ἀπό αὐτούς, σύμφωνα μέ τούς ἀκατάληπτους δρόμους τῆς Θείας Προνοίας.

Ὅταν ἔρχεσαι ἀντιμέτωπος μέ τό Ποτήριο, ἀπόστρεψε τό βλέμμα σου ἀπό τούς ἀνθρώπους πού σοῦ τό δίνουν· σήκωσε τά ματια σου στόν Οὐρανό καί πές : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μη πίω αὐτό;»

«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι». Δέν μπορῶ νά ἀρνηθῶ τό Ποτήριο, τήν ὑπόσχεση τοῦ ἐπουρανίου καί αἰωνίου ἀγαθοῦ. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ μοῦ διδάσκει τήν ὑπομονή ὅταν λέει : «… διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πρ. ιδ΄ 22). Πῶς μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθεῖ τό Ποτήριο πού εἶναι ὁ τρόπος νά κερδίσεις τήν Βασιλεία καί νά αὐξηθεῖς μέσα σ’ αὐτήν; Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι – τή δωρεά τοῦ Θεοῦ.

Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ μέγας Παῦλος γράφει πρός τούς Φιλιππησίους, «ὅτι ἡμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνο τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλ. α’, 29)

Λαμβάνεις τό Ποτήριο τό ὁποῖο φαινομενικά προέρχεται ἀπό ἀνθρώπινα χέρια. Τί σέ νοιάζει ἐσένα ἄν αὐτός πού σοῦ τό δίνει ἐνεργεῖ δίκαια ἤ ἄδικα; Ὡς ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ἔγνοια σου εἶναι νά φέρεσαι ἐνάρετα· νά λάβεις τό Ποτήριο μέ εὐγνωμοσύνη πρός τό Θεό καί μέ ζωντανή πίστη καί γενναῖα νά τό πιεῖς ὡς τόν πάτο.

Λαμβάνοντας τό Ποτήριο ἀπό ἀνθρώπινα χέρια, θυμήσου ὅτι εἶναι Ποτήριο ἀπό Αὐτόν, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι μόνο ἀθῶος ἀλλά καί πανάγιος. Σκεπτόμενος αὐτό, θυμήσου καί ἐσύ καί οἱ ἄλλοι πάσχοντες ἁμαρτωλοί, τά λόγια πού ὁ μακάριος καί φωτισμένος ληστής στά δεξιά τοῦ ἐσταυρωμένου Θεανθρώπου εἶπε «ἄξια ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν … μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῆ βασιελεία σου» (Λκ. κγ΄, 41 – 42)

Καί τότε στρεφόμενος πρός τούς ἀνθρώπους θά τούς πεῖς : Μακάρι ἐσεῖς πού εἶστε τά μέσα τῆς δικαιοσύνης καί τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Μακάριοι ἐσεῖς ἀπό τοῦ νῦν καί ἔως τοῦ αἰῶνος! (Ἄν δέν εἶναι σέ θέση νά κατανοήσουν καί νά δεχθοῦν τούς λόγους σας, μή ρίχνετε τούς πολύτιμους μαργαρίτες σας τῆς ταπείνωσης κάτω ἀπό τά πόδια ἐκείνων πού δέν μποροῦν νά τούς ἐκτιμήσουν, ἀλλά πεῖτε αὐτούς τούς λόγους νοερά, στήν καρδιά σας).

Μ’ αὐτό καί μόνο θά ἐκπληρώσεις τήν ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου πού λέει : «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς» (Μτ. ε΄, 44).

Γιά ἐκεῖνους πού σ’ ἔχουν προσβάλει καί σ’ ἔχουν ἐξοργίσει, προσευχήσου στόν Κύριο ὅ,τι ἔχουν κάνει γιά σένα νά ἀνταμοιφθεῖ μέ μιά προσωρινή εὐλογία καί μέ αἰώνια ἀνταμοιβή σωτηρίας, καί ὅταν αὐτοί θά στέκονται ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ γιά νά κριθοῦν, νά μετρηθεῖ γι’ αὐτούς ὡς πράξη ἀρετῆς.

Παρόλο πού ἡ καρδιά σου δέν θέλει νά ἐνεργεῖ ἔτσι, βίασέ την. Γιατί μόνο ὅσοι ἀσκοῦν βία στήν ἴδια τους τήν καρδιά, γιά νά ἐκπληρώνουν τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου, μποροῦν νά κληρονομήσουν τόν Οὐρανό.

Ἄν δέν θέλεις νά ἐνεργεῖς μ’ αὐτόν τόν τρόπο, τότε δέν θέλεις νά εἶσαι ἀκόλουθος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κοίταξε βαθιά μέσα σου καί ἐρεύνησε : μήπως ἔχεις βρεῖ ἄλλον δάσκαλο, τόν δάσκαλο τοῦ μίσους –τόν διάβολο –καί ἔχεις πέσει ὑπό τήν ἐξουσία του ;

Εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα κανείς νά προσβάλλει ἤ νά καταπιέζει τόν πλησίον του· εἶναι πολύ πιό μεγάλο ἁμάρτημα τό νά σκοτώσει. Ὅμως ὅποιος μισεῖ αὐτόν πού τόν καταπιέζει, πού τόν συκοφαντεῖ, πού τόν προδίδει, πού τόν σκοτώνει, καί ὅποιος σκέφτεται ἀρρωστημένα γι’ αὐτούς καί παίρνει ἐκδίκηση ἀπ’ αὐτούς, διαπράττει ἁμάρτημα πολύ κοντινό μέ τό δικό τους. Μάταια παριστάνει στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους τόν ἐνάρετο. «Πᾶς ὁ μισῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί», κηρύττει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης, ὁ ἀγαπημένος μαθητής τοῦ Χριστοῦ. (Α΄ Ἰω. γ΄ 15)

Ἡ ζωντανή πίστη στόν Χριστό διδάσκει καθέναν νά παίρνει τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ, καί τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ ἐμπνέει δίνει ἀνδρεία καί παράκληση στήν καρδιά.

Τί μαρτύριο – τί μαρτύριο κόλασης –νά παραπονιέται ἤ νά γογγύζει κανείς μπροστά στό πρό αἰώνων ἡτοιμασμένο Ποτήριο ἐξ οὐρανοῦ!

Ὁ γογγυσμός, ἡ ἀδημονία, ἡ λιποψυχία καί εἰδικά ἡ ἀπόγνωση εἶναι ἁμαρτίες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ -εἶναι τά παιδιά τῆς ἁμαρτωλῆς ἀπιστίας, ἐκτρώματα.

Εἶναι ἁμαρτωλό τό νά παραπονιόμαστε γιά τόν πλησίον μας, ὅταν καί εἶναι ἀκόμα πιό ἁμαρτωλό ὅταναὐτός εἶναι τό μέσο τοῦ μαρτυρίου μας φωνάζουμε γιά τό Ποτήριο, τό ὁποῖο ἔρχεται γιά μᾶς ἀπευθείας ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό τό δεξί χέρι τοῦ Θεοῦ.

Ὅποιος πίνει τό Ποτήριο μέ εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό καί εὐλογώντας τόν πλησίον του, λαμβάνει θεία ἀνάπαυση, τήν χάρη τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι σάν ἀπό τώρα νά ἀπολαμβάνει τόν πνευματικό Παράδεισο τοῦ Θεοῦ.

Οἱ προσωρινές θλίψεις εἶναι ἀπό μόνες τους ἀσήμαντες: τούς προσδίδουμε ἀξία μέ τήν πρσκόλλησή μας στή γῆ καί σέ ὅλα τά διεφθαρμένα πράγματα καί μέ τήν ψυχρότητά μας πρός τόν Χριστό καί τήν αἰωνιότητα.

Εἶσαι διατεθειμένος νά ὑπομείνεις τήν πικρή καί ἀποκρουστική γεύση τῶν φαρμάκων· νά ὑπομείνεις τόν ὀδυνηρό ἀκρωτηριασμό καί καυτηριασμό τῶν ἄκρων σου· νά ὑπομείνεις τήν πείνα, τήν παρατεταμένη ἀπομόνωση στό δωμάτιό σου· εἶσαι διατεθειμένος νά ὑπομείνεις ὅλα αὐτά προκειμένου νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑγεία τοῦ σώματός σου, τό ὁποῖο ἀφοῦ γιατρευτεῖ, σίγουρα πάλι θά ἀρρωστήσει καί σίγουρα θά πεθάνει καί θά ἀποσυντεθεῖ. Ὑπόμεινε τότε καί τήν πίκρα τοῦ Ποτηρίου τοῦ Χριστοῦ τό ὁποῖο θά φέρει ἵαση καί αἰώνια μακαριότητα στήν ἀθάνατη ψυχή σου.

Ἄν τό Ποτήριο σοῦ φαίνεται ἀφόρητο, ἀδυσώπητο, τότε ἀποκαλύπτει ὅτι παρόλο πού φέρεις τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, δέν ἀνήκεις στόν Χριστό.

Γιά τούς ἀληθινούς ἀκολούθους τοῦ Χριστοῦ, τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι Ποτήριο χαρᾶς. Ἔτσι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἀφοῦ τούς ἔδειραν στή σύναξη τῶν πρεσβυτέρων τῶν Ἰουδαίων, «ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπό προσώπου τοῦ συνεδρίου, ὄτι ὑπέρ τοῦ ὀνόματος Αὐτοῦ κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι» (Πρ. ε΄, 40-41)

Ὁ δίκαιος Ἰώβ ἄκουσε πιρκά μαντάτα. Ἡ μιά εἴδηση μετά τήν ἄλλη διαπερνοῦσαν τήν ἀσάλευτη καρδιά του· ἡ τελευταία ἀπό αὐτές ἦταν ἡ πιο ὀδυνηρή -ὅλοι οἱ υἱοί καί οἱ θυγατέρες εἶχαν πεθάνει μέ σκληρό καί βίαιο θάνατο. Μέσα στή μεγάλη ὀδύνη του, ὁ δίκαιος Ἰώβ διέρρηξε τά ἱμάτιά του, ἔριξε στάχτη στό κεφάλι του καί μέ ἀκλόνητη πίστη ἔπεσε κάτω καί προσκύνησε τόν Κύριο καί εἶπε: «Γυμνός ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός καί ἀπελεύσομαι ἐκεῖ· ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο· ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω και ἐγένετο· εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰῶνας» (Ἰώβ α΄, 21-22)

Ἐμπιστεύσου τήν καρδιά σου μέ ἁπλότητα σέ Αὐτόν ἀπό τόν ὁποῖο Ἐκεῖνος γνωρίζει τή δόση ἀπό τόεἶναι μετρημένες καί οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σου λυτρωτικό Ποτήριο πού πρέπει νά λάβεις.

Νά συλλογίζεσαι συχνά τόν Ἰησοῦ, νά στέκεται μπροστά σέ αὐτούς πού Τόν θανάτωσαν – «ὡς ἀμνός ἄφωνος ἐνώπιον τοῦ κείραντος αὐτόν». Παραδόθηκε πρός θάνατο, νά σφαγιαστεῖ ὡς πρόβατο ἀνυπεράσπιστο. Μεῖνε μέ τό βλέμμα καρφωμένο σέ Αὐτόν καί ὁ πόνος σου θά μεταμορφωθεῖ σέ οὐράνια πνευματική γλυκύτητα. Οἱ πληγές τῆς καρδιᾶς σου θά γιατρευτοῦν ἀπό τίς πληγές τοῦ Ἰησοῦ.

«’Εᾶτε ἕως τούτου», εἶπε ὁ Κύριος σέ αὐτούς πού θέλησαν νά Τόν ὑπερασπιστοῦν στόν Κῆπο τῆς Γεσθημανῆ, καί ἴασε τό κομμένο αὐτί τοῦ δούλου τοῦ ἀρχιερέα. (Λκ. κβ΄, 51)

«Δοκεῖς ὅτι οὐ δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τόν πατέρα μου, καί παραστήσει μοι πλείους ἤ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων ;», εἶπε ὁ Κύριος σέ ἐκεῖνον πού προσπάθησε νά πάρει τό Ποτήριο ἀπ’ Αὐτόν (Μτ. κστ΄23)

Σε καιρούς θλίψεων μήν ψάχνεις τή βοήθεια ἀπό τούς ἀνθρώπους· μήν ξοδεύεις τή δύναμη τῆς ψυχῆς σου ἀναζητώντας αὐτήν τήν ἀνίσχυρη βοήθεια. Νά ἀναμένεις τή βοήθεια ἀπό τό Θεό: μετά ἀπό δική Του ἐντολή καί ὅταν Ἐκεῖνος θέλει, θά ἔρθουν οἱ ἄνθρωποι πρός βοήθειά σου.

Ὁ Κύριος παρέμεινε σιωπηλός ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου καί τοῦ Ἡρώδου, δέν ἔκανε καμία προσπάθεια νά ὑπερασπιστεῖ τόν ἑαυτό Του. Μιμήσου αὐτήν τήν ἁγία καί σοφή σιωπή Του ὅταν βλέπεις τούς ἐχθρούς σου νά σέ κατηγοροῦν προσπαθώντας νά κρύψουν τίς μοχθηρές προθέσεις τους κάτω ἀπό τό πρόσχημα τῆς ὀρθοφροσύνης.

Εἴτε τό Ποτήριο ἔρχεται σταδιακά σάν σύννεφα πού βαθμιαῖα πυκνώνουν, εἴτε ξαφνικά σάν λυσσώδης ἀνεμοστρόβιλος, πές στό Θεό «Γεννηθήτω τό θέλημά Σου».

Εἶσαι μαθητής, ἀκόλουθος καί διάκονος τοῦ Ἰησοῦ. Καί ὁ Ἰησοῦς εἶπε: «ἐάν ἐμοί διακονῆ τίς, ἐμοί ἀκολουθείτω, καί ὅπου εἰμί ἐγώ, ἐκεῖ καί ὁ διάκονος ὁ ἐμός ἔσται» (Ἰω, ιβ΄26). Ὅμως ὁ Ἰησοῦς πέρασε τή ζωή Του πάνω στή γῆ μέσα σέ ὀδύνες· καταδιωκόταν ἀπό τή γέννησή Του μέχρι τόν τάφο· ἀπό τά σπάργανα ὁ φθόνος ἑτοίμαζε γι’ Αὐτόν ἕνα βίαιο θάνατο. Οὔτε καί κατέπαυσε ὁ φθόνος ἐπιτυγχάνοντας τό σκοπό αὐτό, ἀλλά προσπάθησε νά ξεριζώσει ὁποιαδήποτε ἀνάμνησή Του πάνω στή γῆ.

Ἀκολουθώντας Τον, ὅλοι οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Κυρίου περνοῦν ἀπό τό δρόμο τῶν προσωρινῶν θλίψεων πού ὁδηγεῖ στή μακάρια αιωνιότητα. Ὅσο οἱ σαρκικές ἀπολαύσεις κυριαρχοῦν πάνω μας, εἶναι ἀδύνατο νά ὑπερισχύσει μέσα μας ἡ πνυεματική κατάσταση. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ὁ Κύριος ἀδιάκοπα προσφέρει τό Ποτήριό Του σέ ὅσους ἀγαπᾶ, γιά νά τούς κρατήσει νεκρούς γιά τόν κόσμο καί νά τούς καταστήσει ἱκανούς νά ζήσουν ή ζωή τοῦ Πνεύματος. Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος εἶπε :Αὐτός στόν ὁποῖο στέλνονται ἀδιάκοπα θλίψεις, εἶναι κάτω ἀπό τήν ἰδιαίτερη φροντίδα τοῦ Θεοῦ». Ὡστόσο, μήν ἐκθέτετε τόν ἑαυτό σας παράτολμα σέ βάθη θλίψεων, γιατί αὐτό εἶναι ὑπερήφανη αὐτοπεποίθηση. Προσευχηθεῖτε στό Θεό, νά ἀλλά ὅταν αὐτές ἔρθουν ἀπό μόνες τους, ἀποτρέψει τίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες μήν τίς φοβηθεῖτε, μή νομίζετε ὅτι ἦρθαν τυχαῖα, συμπτωματικά. Ὄχι, ἐπετράπηκαν ἀπό τήν ἀνεξιχνίαστη Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Γεμάτοι πίστη, μέ καρτερικότητα καί μεγαλοψυχία πού πηγάζουν ἀπ’ αὐτήν, κολυμπεῖστε ἄφοβα ἐν μέσῳ τῆς σκοτεινῆς καί ἄγριας καταιγίδας πρός τό εἰρηνικό λιμάνι τῆς αἰωνιότητας : τό ἀόρατο χέρι τοῦ Ἰησοῦ θά σᾶς ὁδηγεῖ.

Μέ ταπείνωση καί ἀπόλυτη προσήλωση μάθετε τήν προσευχή τήν ὁποία προσέφετε ὁ Κύριος πρός τόν Πατέρα Του στόν Κῆπο τῆς Γεσθημανῆ, στίς δύσκολες ὧρες τοῦ πόνου πρίν ἀπό τό Πάθος Του καί τό θάνατο στό Σταυρό. Μ’ αὐτή τήν προσευχή ἀντιμετωπίστε καί ὑπερνικῆστε κάθε θλίψη. «Πάτερ μου,» προσευχήθηκε πλήν οὐχ ὁ Λυτρωτής μας, «εἰ δύνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ’ὡς σύ» (Μτ. κστ΄, 39)

Προσευχηθεῖτε στό Θεό νά ἀποτρέψει τίς δυστυχίες καί ταυτόχρονα ἀποποιηθεῖτε τοῦ θελήματός σας, σάν νά εἶναι ἁμαρτωλό θέλημα, τυφλό. Ἐμπιστευθεῖτε τόν ἑαυτό σας, τήν ψυχή καί τό σῶμα σας, τίς περιστάσεις τῆς ἡμέρας καί τοῦ μέλλοντος, ἐμπιστευθεῖτε τά πλησιέστερα στήν καρδιά σας, στο πανάγιο καί πάνσοφο θέλημα τοῦ Θεοῦ.

«Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειραμόν· τὸ μέν πνεῦμα πρόθυμον ἡ δέ σάρξ ἀσθενής» (Μτ. κστ΄ 41). Ὅταν περικυκλώνεστε ἀπό θλίψεις νά προσεύχεστε περισσότερο, ὥστε νά ἑλκύσετε τήν ἰδιαίτερη χάρη τοῦ Θεοῦ πρός ἐσᾶς. Μόνο μέ τή βοήθεια αὐτῆς τῆς χάρης μποροῦμε νά ξεπεράσουμε τίς ἐγκόσμιες δυστυχίες.

Ὅταν λάβετε ἀπό τόν Οὐρανό τό δῶρο τῆς ὑπομονῆς, νά εἶστε προσεκτικοί μέ τόν ἑαυτό σας καί νά ἐπαγρυπνεῖτε, ὥστε νά κρατήσετε καί νά διατηρήσετε μέσα σας τή χάρη τοῦ Θεοῦ, διαφορετικά ἡ ἁμαρτία θά εἰσβάλει χωρίς νά τό καταλάβετε στήν ψυχή ἤ στό σῶμα σας καί θά διώξει αὐτή τή χάρη.

Ἀλλά ἐάν ἀπό ἀπροσεξία καί ἀμέλεια ἀφήσετε τήν ἁμαρτία νά εἰσβάλει μέσα σας, καί εἰδικά ἐκεῖνο τό πάθος πρός τό ὁποῖο ἡ ἀσθενής σάρκα σας εἶναι ἰδιαίτερα ἐπιρρεπής καί τό ὁποῖο σπιλώνει τό σῶμα καί τήν ψυχή, τότε ἡ χάρις θά φύγει ἀφήνοντάς σας ἀπογυμνωμένους καί μόνους. Τότε θλίψη, σταλμένη γιά τή σωτηρία και τήν τελειώσή σας, θά πέσει βαριά πάνω σας, θά σᾶς συντρίψει μέ λύπη, κατάθλιψη, ἀπόγνωση, ὡς κάποιον πού κρατᾶ τό δῶρο τοῦ Θεοῦ χωρίς τήν πρέπουσα εὐσέβεια πρός τό δῶρο. Βιαστεῖτε νά ἐπαναφέρετε τήν ἁγνότητα στήν καρδιά σας μέ ἀληθινή καί ἀκλόνητη μετάνοια καί μέσῳ τῆς ἁγνότητας, τό δῶρο τῆς ὑπομονῆς· ἀφοῦ αὐτό τό δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπαναπαύεται μόνο στούς ἀγνούς.

Οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἔψαλλαν ὕμνο χαρᾶς ἐν μέσῳ φλογισμ΄νεων καμίνων, ὅταν περπατοῦσαν πάνω σέ καρφιά, σέ κοφτερά μαχαίρια, ὅταν κάθονταν σέ καζάνια βραστοῦ νεροῦ ἤ λαδιοῦ. Ἔτσι καί ἡ δική σας καρδιά θά εὐφρανθεῖ ὅταν μέ τήν προσευχή ἑλκύσετε τή δωρεά τῆς χάριτος καί τή διαφυλάξετε μέ διαρκῆ προσοχή τοῦ ἑαυτοῦ σας. Τότε ἡ καρδιά σας θά ψάλλει ὕμνους ἐν μέσῳ συμφορῶν καί τρομερῶν θλίψεων, δοξάζοντας καί εὐχαριστώντας τόν Θεόν.

Ὁ νοῦς ἐξαγνισμένος ἀπό τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ, προικίζεται μέ πνευματική ὅραση· ἀρχίζει νά βλέπει τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ πού ἀγκαλιάζει τά πάντα, καί εἶναι ἀόρατη μέ τά σαρκικά μάτια· βλέπει τήν ἀπεραντοσύνη τῆς αἰωνιότητας οἰκεία· βλέπει τό Θεό στὰ θαυμαστά ἔργα Του, στή δημιουργία Του καί τήν ἐπαναδημιουργία τοῦ σύμπαντος. Τότε ἡ ἐπίγεια ζωή ἀρχίζει νά φαίνεται σάν ἕνα σύντομο ταξίδι, τοῦ ὁποίου τά γεγονότα εἶναι ὄνειρα, τοῦ ὁποίου οἱ εὐλογίες δέν εἶναι παρά σύντομες ὀπτικές ἀπάτες, βραχεῖες λόγῳ τῶν ἐπικίνδυνων παρανοήσεων τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς.

Τί καρπούς φέρουν οἱ προσωρινές θλίψεις γιά τήν αἰωνιότητα; Ὅταν ἀποκαλύφθηκε ὁ Παράδεισος στόν Ἀπόστολο Ἰωάννη, μέ ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος φορέων τοῦ φωτός, ντυμένων στά ἄσπρα, ἐξυμνώντας τή σωτηρία καί τή μακαριότητά τους ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, ἕνας ἀπό τούς κατοικοῦντες στή Βασιλεία τόν ρώτησε: «οὗτοι οἱ περιβεβλημένοι τάς στολάς τάς λευκάς τίνες εἰσί καί πόθεν ἦλθον;» «καί εἴρηκα αὐτῶ»λέει ὁ Ἅγιος καί θεῖος Ἰωάννης «Κύριε μου, σύ οἶδας». Τότε ὁ πρεσβύτερος ἀπάντησε στόν Ἅγιο Ἰωάννη ὁὗτοι εἰσίν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καί ἔπλυναν τάς στολάς αὐτῶν καί ἐλεύκαναν αὐτάς ἐν τῶ αἵματι τοῦ ἀρνίου. Διά τοῦτο εἰσίν ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ καί λατρεύουσιν αὐτῶ ἡμέρας καί νυκτός ἐν τῶ ναῶ αυτού. Καί ὁ καθημένος ἐπί τοῦ θρόνου σκηνώσει ἐπ’ αὐτούς. Οὐ πεινάσουσιν ἔτι οὐδί πᾶν καῦμα, ὅτι τό ἀρνίον τό ἄνα μέσον τοῦ θρόνου ποιμαίνει αὐτούς, καί ὁδηγήσει αὐτούς ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων, καί ἐξαλείψει ὁ Θεός πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν»(Ἀποκ. ζ΄13-17)

Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τό Θεό εἶναι αἰώνιο μαρτύριο στήν κόλαση, αἰώνια ἐπαφή μέ τόν διάβολο καί διαβολικούς ἀνθρώπους· μέ φλόγες, πικρό ψύχος, τό σκοτάδι τῆς Γέεννας· αὐτό εἶναι ἡ πραγματική ὀδύνη. Αὐτό εἶναι μαρτύριο τεράστιο, φρικτό καί ἀβάσταχτο. Ἡ ἀπόλυτη παράδοση στήν ἡδύτητα τῶν ἐπίγειων ἀπολαύσεων ὁδηγεῖ σέ μεγάλο αἰώνιο μαρτύριο.

Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ σώζει ἀπό αὐτό τό μαρτύριο ὅποιον πιεῖ ἀπ’ αὐτό μέ εὐχαριστία καί δοξολογία πρός τόν πανάγαθο Θεό, ὁ Ὁποῖος μέσῳ τοῦ πικροῦ Ποτηρίου τῶν προσωρινῶν θλίδεων ἐκχωρεῖ στόν ἄνθρωπο τό ἄμετρο καί αἰώνιο ἔλεός Του.

3.

Φιλοδοξία καὶ ταπεινοφροσύνη (Μάρκ. ι΄32-45)

Καραγιάννης Νικάνωρ, Ἀρχιμανδρίτης.

Ὁ Χριστὸς μιλάει προφητικὰ γιὰ τὸ πάθος Του. Προετοιμάζει τοὺς μαθητές του γιὰ τὶς σκληρὲς ὧρες τῶν δραματικῶν γεγονότων ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν. Προλέγει τὸ ποτήριο τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου ποὺ θὰ πιοῦν καὶ τὸ βάπτισμα τῆς θυσίας τοῦ αἵματος ποὺ θὰ ὑποστοῦν. Ὅμως οἱ μαθητὲς ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν καταλληλότητα τῆς στιγμῆς ζητοῦν πρωτεῖα καὶ τιμές. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι σαφὴς καὶ κατηγορηματική, «οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε», δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καὶ στὴν προσωπική μας ζωή, ὅταν τὰ αἰτήματά μας εἶναι μικροπρεπῆ. Ὅταν λαχταρᾶμε, διακρίσεις, χρῆμα, προβολὴ καὶ ἐπιβολὴ στοὺς ἄλλους. Καὶ τὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι τὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ τὰ περιφρόνησε καὶ ἀποκάλυψε τὴ μηδαμινότητά τους.

Τὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας

Τὸ φυσικὸ αἴτημα γιὰ ἄνοδο καὶ πρωτιὰ ἔχει τὶς ρίζες του στὴν ἀρχὴ τῆς δημιoυργίας, τότε ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ στοὺς ἀνθρώπους «ἀρχέτωσαν ἐπὶ πάσης τῆς γῆς». Ἡ ἔμφυτη τάση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀνεβαίνει ψηλὰ καὶ νὰ προοδεύει στὴν ἐπιστήμη, τὴν τεχνολογία καὶ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδά τῆς ζωῆς βελτιώνει τὴν ποιότητά της καὶ προάγει τὸν πολιτισμό. Ἡ ἔμφυτη, ὅμως, αὐτὴ τάση διαστρέφεται ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ σὲ πάθος καὶ ἁμαρτία. Εἶναι ἡ συνέπεια τῆς πτώσης τῶν πρωτοπλάστων, τότε ποὺ τὰ πράγματα ἀντιστράφηκαν. Ὁ ἐγωισμὸς παραβίασε τὰ ὅρια τῆς φύσης καὶ τῆς ζωῆς. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι προσανατολισμένος στὸν Θεό, γίνεται ἀναπόφευκτα ἐγωκεντρικὸς καὶ φιλόδοξος, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι γίνονται μέσα γιὰ τὴ δική του ἱκανοποίηση.

Ὁ πόθος τῆς φιλοδοξίας γίνεται πάθος ποὺ ἀναζητᾶ νὰ παραμερίσει, νὰ ὑποτάξει, νὰ καταδυναστεύει καὶ νὰ καταπιέσει τοὺς ἄλλους. Γι’ αὐτὸ ὁ φιλόδοξος εἶναι ἀδίστακτος καὶ σκληρός. Κατεβάζει τοὺς ἄλλους προκειμένου νὰ ἀνεβεῖ αὐτός. Ἐπιδιώκει ἀξιώματα ὄχι γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν. Ἔτσι δηλητηριάζει τὶς διαπροσωπικές του σχέσεις καὶ τὶς ὁδηγεῖ σὲ ἀδιέξοδο. Γίνεται μισητὸς καὶ ἀτιμώτερος πάντων. Μέσα στὴ φιλαρχία του πνίγεται ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια, τὴν κολακεία, τὴν ὑποκρισία καὶ καταλήγει στὸ πικρὸ κενό τῆς ματαιοφροσύνης. Ἔστω καὶ ἂν ἀναρριχηθεῖ σὲ ὑψηλὰ ἀξιώματα, ἔστω καὶ ἂν πετύχει τὶς ματαιόδοξες ἐπιδιώξεις του, παραμένει ἀχόρταγος, παραδομένος στὸ τυραννικὸ καὶ ἀνικανοποίητο πάθος του.

Τὸ μεγαλεῖο της ταπεινοφροσύνης

Ὁ Χριστὸς μᾶς προτρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν ψυχικὴ ἀρρώστια τῆς φιλοδοξίας μὲ τὴ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῆς ταπεινοφροσύνης. Στὴν πληγὴ τῆς φιλαρχίας μᾶς ὑποδεικνύει τὸ φάρμακο τῆς διακονίας καὶ τῆς θυσίας. Μὲ τὸν λόγο καὶ τὸ παράδειγμά Του φανερώνει τὸν ἀσφαλῆ δρόμο τῆς κατάκτησης τοῦ μεγαλείου. Ὁ Χριστὸς εἶναι ταπεινός, «μάθετε ἀπ\’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμι καὶ ταπειvoς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11,29) καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ δόξα Του. Μία δόξα ποὺ προέρχεται καὶ ἐκφράζεται μὲ τὴν ταπείνωση ἀνατρέπει τὴ συνηθισμένη ἀνθρώπινη λογική. Ἀκοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ μιλάει γιὰ δόξα τὴ νύχτα τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τῆς ἀτίμωσης στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ «νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ» (Ἰω. 13,31). Ἡ ταπείνωση γίνεται ἡ πηγὴ τῆς τελειότητας, ὁ μαγνήτης ποὺ ἑλκύει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ· «Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Α\’ Πέτρ. 5,5).

Γιὰ τὰ μέτρα τοῦ κόσμου ἡ δύναμη μετριέται μὲ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐπιβολὴ στοὺς ἄλλους. Γιὰ τὰ σταθμὰ τοῦ Θεοῦ ἡ ἀξία ζυγίζεται μὲ τὴ διακονία καὶ τὴ θυσία γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τονίζει ὅτι «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Μαρκ. 10,45). Ὁ σταυρικός Του θάνατος ὑπῆρξε τὸ ἀποκορύφωμα καὶ ἡ ἀπόδειξη τῆς διακονίας Του. Ὅταν διακονοῦμε τοὺς ἄλλους, ἐπιβεβαιώνουμε ὅτι ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ καὶ θεραπεύουμε ὅ,τι πονάει τὸν ἄνθρωπο. Κάθε φορὰ ποὺ ὑπηρετοῦμε τοὺς ἄλλους μᾶς διαπερνᾶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ γινόμαστε ὁ πραγματικὸς ἐαυτός μας.

Ἀγαπητοί ἀδελφοί, τὸ μεγαλεῖο τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς μέχρι θυσίας διακονίας πρὸς τὸν ἄλλον δὲν ἦταν ποτὲ καὶ δὲν εἶναι καὶ σήμερα ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸν πολιτισμό του. Μία ἀκόμη ἀνατροπὴ καὶ ἀντίφαση μέσα στὶς τόσες πολλὲς στὸν ἀγώνα τῆς σωτηρίας. Φαίνεται ἰδεώδης καὶ ἀκατόρθωτη. Ὅμως ἂς μὴν ξεχνᾶμε «τὰ ἀδύνατα παρ\’ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι» (Λκ. 18,27). Γι’ αὐτὸ ἂς ἐμπιστευόμαστε τὸν Θεὸ καὶ ἂς προσπαθοῦμε. Ἂς κάνουμε ἐμεῖς τὴν προσπάθεια γιὰ νὰ βάλει ὁ Θεὸς τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀμήν.

4.

Ἡ ζωοποιὸς νέκρωση.

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας, Ἀρχιμανδρίτης.

Πλησιάζοντας στὸ τέλος τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, σὰν μία τελευταία ὤθηση «πρὸς διέγερσιν τῶν ραθύμων», ὅπως μᾶς λέει τὸ συναξάρι τῆς ἡμέρας, ἡ Ἐκκλησία μᾶς θυμίζει τὸ συγκλονιστικὸ παράδειγμα μετανοίας τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Ἐπειδὴ συχνὴ αἰτία τῆς ραθυμίας εἶναι ἡ ἔλλειψη ἐλπίδας στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνίοτε ἡ πλήρης ἀπογοήτευση λόγω τῆς χρόνιας βύθισης σὲ βοῦρκο παθῶν, προβάλλεται ἡ μετάνοια μιᾶς γυναίκας, ἡ ὁποία παρ’ ὅλο ποὺ κατάντησε σὲ πυθμένα ἀπωλείας, δὲν ἀπελπίστηκε· ἀποτόλμησε τόσο δυναμικὸ ἀγώνα μετανοίας, ὥστε ὄχι ἁπλῶς σώθηκε, ἀλλὰ ἔγινε ἁγία. Πῶς γεννήθηκε ἡ ἐλπίδα σωτηρίας στὴν καρδιὰ τῆς πόρνης; «Ἐλπίδα τίκτει δώρων Κυρίου πεῖρα», ἀπαντάει ὁ Σιναΐτης ἅγιος Ἰωάννης· καὶ τὸ πρῶτο δῶρο ποὺ δέχθηκε ἡ ἁγία Μαρία ἦταν τὸ νὰ ἀνοίξει καὶ γι’ αὐτὴν ἡ πόρτα τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ μπορέσει νὰ προσκυνήσει τὸν Πανάγιο Τάφο.

Τὸ δῶρο καὶ ἡ θύρα

Γιὰ ἀσύγκριτα μεγαλύτερο δῶρο καὶ γιὰ ἀπροσμέτρητα σπουδαιότερη θύρα μᾶς μιλάει στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὁ θεηγόρος Παῦλος. Τὸ δῶρο εἶναι ἡ διὰ τῆς ἀρχιερωσύνης τοῦ Χριστοῦ λύτρωσή μας· καὶ ἡ θύρα, ποὺ Ἐκεῖνος μᾶς ἄνοιξε καὶ Πρῶτος μετὰ σαρκὸς εἰσῆλθε, εἶναι ἡ θύρα τοῦ ἐπουρανίου Ναοῦ καὶ θυσιαστηρίου του. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη προέβαλλε σκιωδῶς τὰ θεῖα δῶρα ποὺ θὰ ἀπολάμβαναν οἱ κληρονόμοι τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅταν οἱ προφητεῖες θὰ ἐκπληρώνονταν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχιερατικὴ μεσιτεία του. Οἱ δωρεὲς ποὺ ἤδη ἀπολαμβάνουμε, καθὼς καὶ ἐκεῖνες ποὺ πρόκειται νὰ μᾶς ἐπιδαψιλευθοῦν στὴ δόξα καὶ στὴ μακαριότητα τοῦ οὐρανοῦ, ὅλες ἀπὸ τὴν ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ ἐκπηγάζουν καὶ στὴ θυσία του βασίζονται. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος τὸν ὀνομάζει «ἀρχιερέα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν».

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ ἀρχιερέας γιὰ νὰ μπεῖ μία φορὰ τὸν χρόνο, τὴν ἡμέρα τοῦ ἐξιλασμοῦ, στὰ Ἅγια τῶν ἁγίων, στὸν πιὸ ἱερὸ χῶρο τῆς Σκηvῆς τοῦ Μαρτυρίου, καὶ νὰ προσφέρει τὴ θυσία τοῦ θυμιάματος, ἔπρεπε πρῶτα νὰ θυσιάσει καὶ νὰ προσφέρει αἷμα μόσχων γιὰ τὶς δικές του ἁμαρτίες καὶ ἔπειτα αἷμα τράγων γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ. Μὲ αὐτὸ τὸ αἷμα ράντιζε τὸ ἰλαστήριο καὶ τὸ θυσιαστήριο. Ἀνάλογοι καθαρτήριοι ραντισμοὶ γίνονταν καὶ μὲ νερὸ ἀναμεμειγμένο μὲ στάχτη δαμάλεως. Ποιὲς συγκρίσεις, ἆραγε, θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν ἀνάμεσα σ\’ αὐτὲς τὶς προτυπώσεις καὶ στὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ;

Συγκρίνοντας τὰ ἀσύγκριτα

(α) Κατ’ ἀρχὴν ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ δὲν προσφέρθηκε σὲ χειροποίητο ἐπίγειο ναό, ὅπως ἦταν ἡ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου. Τὴ Σάρκα του, ποὺ δημιουργήθηκε χωρὶς ἀνθρώπινη παρέμβαση, τὴν ἔκανε ἀνώτερη καὶ τελειότερη Σκηνή, μὲ τὸ νὰ σκηνώσει σ’ Αὐτὴν «πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς». Καὶ μὲ αὐτὴ τὴν «ἀχειροποίητη Σκηνὴ» εἰσῆλθε στὸ ἐπουράνιο θυσιαστήριο, ὅπου παραμένει Ἀρχιερέας μας «εἰς τὸν αἰῶνα».

(β) Ὁ Μέγας Ἀρχιερέας Χριστός, ὡς ἀναμάρτητος, δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ προσφέρει πρῶτα θυσία γιὰ τὸν Ἑαυτό του. Τὸ αἷμα του προσφέρθηκε μόνο γιὰ τὴ σωτηρία τὴ δική μας.

(γ) Τὸ αἷμα ποὺ προσέφεραν οἱ ἱερεῖς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου ἦταν αἷμα κτηνῶν. Ἐνῶ τὸ αἷμα στὴν τέλεια θυσία τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι τὸ ἄχραντο αἷμα τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο «δὲν εἶναι μόνον αἷμα λογικοῦ θύματος ἀλλὰ καὶ ἑνωμένο μὲ τὴ θεότητα» (Ζιγαβηνός). Τὸν Ἑαυτό του, λοιπόν, προσέφερε ὁ Χριστὸς στὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν ἁγίων, ποὺ εἶναι καὶ ὁ θρόνος τῆς Θεότητάς του. Ἑπομένως, ὁ Ἴδιος ἦταν θύτης, θύμα καὶ θυσιαστήριο.

(δ) Τὰ ἄλογα καὶ ἀκούσια θύματα τῶν Νομικῶν θυσιῶν δὲν εἶχαν συνείδηση τοῦ σκοποῦ τῆς θυσίας οὔτε δυνατότητα ἐλεύθερης ἀποδοχῆς τῆς σφαγῆς τους. Ἀντίθετα, ὁ Χριστὸς ἑκούσια θυσίασε τὸν Ἑαυτό του, ἀφοῦ τελείως ἐλεύθερα ὑπέταξε τὸ θέλημά του στὸ θέλημα τοῦ Πατέρα του.

(ε) Μὲ τὸ αἷμα, τέλος, τῶν θυσιῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τοὺς ποικίλους ραντισμοὺς ἐξασφαλιζόταν μόνο ἡ πρόσκαιρη καθαρότητα τοῦ σώματoς, ὥστε νὰ μποροῦν οἱ ἀπὸ ὁποιαδήποτε παράβαση τοῦ Νόμου μολυνθέντες νὰ συμμετέχουν στὴ λατρεία· δὲν μποροῦσε νὰ καθαρίσει καὶ ἐσωτερικὰ ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους προσφερόταν οὔτε νὰ ἐξασφαλίσει ἄφεση ἁμαρτιῶν. Ἀντίθετα, τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καθαρίζει καὶ ἁγιάζει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, προσφέροντας ὄχι μόνο προσωρινὴ συγχώρηση ἀλλὰ καὶ αἰώνια λύτρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὶς συνέπειές της, ποὺ εἶναι ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ μέτοχος τῆς ἱερωσύνης τοῦ Χριστοῦ λειτουργός τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅταν μᾶς μεταδίδει τὰ Τίμια Δῶρα: «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον».

Πρόθυμη συνεργασία

Αὐτὰ ὅμως τὰ ἀπερίγραπτης ἀξίας δῶρα δὲν δίνονται μαγικὰ καὶ ἀπροϋπόθετα. Γιὰ νὰ καθαριστεῖ ἡ συνείδησή μας ἀπὸ τὰ νεκρὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας καὶ γιὰ νὰ μπορέσουμε ἔτσι νὰ λατρεύσουμε τὸν ζῶντα Θεό, ἀπαιτεῖται ὁλόκληρη νεκρανάσταση. Πρόκειται γιὰ ἕνα μεγάλο θαῦμα, ποὺ πηγάζει μὲν ἀπὸ τὴν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ δὲν ἐπιβάλλεται χωρὶς τὴ συγκατάθεσή μας. Καί, φυσικά, δὲν ἀρκεῖ μία ἁπλὴ διὰ νεύματος συγκατάνευση· ἀπαιτεῖται ἡ ὁλόκαρδη μετάνοιά μας, ποὺ δὲν θὰ εἶναι μόνο λόγια, ἀλλὰ πρόθυμη ἐργασία τῶν ζωοποιῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλιῶς, «ὅποιος ἐπιμένει νὰ δουλεύει σὲ νεκρὰ ἔργα, δὲν μπορεῖ νὰ λατρεύει Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ὄντως ζωή», θὰ πεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει -κατὰ τὸν ἅγιο Θεοφύλακτο- ἁπλούστατα διότι «δουλεύοντας ὁ ἄνθρωπος στὰ νεκρὰ ἔργα τῶν παθῶν του, οὐσιαστικὰ τὰ θεοποιεῖ καταντώντας εἰδωλολάτρης».

Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ὅπως λέει ἕνα τροπάριό της, «προθύμως διήγειρε τὸν ἑαυτό της σὲ ἔνθεο ζῆλο καὶ μόνο ἀφοῦ νέκρωσε τὰ σκιρτήματα τῶν παθῶν προσορμίσθηκε στὸ λιμάνι τῆς ἀπαθείας». Μὲ τὶς πρεσβεῖες της ἂς ἀγωνιζόμαστε κι ἐμεῖς γι’ αὐτὴ τὴ ζωοποιὸ νέκρωση.

5.

Τὸ πάθος τῆς φιλοπρωτίας (Μάρκ. ι΄32-45)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος, Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας.

‹‹Ὅς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος››

Ἡ τελευταία πορεία τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα ἦταν δραματικὴ ὄχι μόνο γι’ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ γιὰ κείνους ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν. ‹‹Ἦσαν ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα›› (Μάρκ. 10,32). Ὁ Χριστὸς προπορευόταν καὶ ἀκολουθοῦσαν φοβισμένοι οἱ μαθητές. Ὁ Κύριος, ὅσο πλησιάζει τὸ πάθος του, τόσο πιὸ συχνὰ ὁμιλεῖ στοὺς μαθητὲς γι’ αὐτὸ καὶ γιὰ τὸ θάνατό του. Τοὺς μίλησε γιὰ τὸ ποτήριο τοῦ θανάτου καὶ γιὰ τὸ βάπτισμα τοῦ αἵματος. Τοὺς ἔκανε σαφὲς πὼς ἡ πορεία τους θὰ ἔχει πολλὲς ὁμοιότητες μὲ τὴ δική Του κατάληξη στὴ ζωή. Οἱ μαθητὲς φοβοῦνται. Μέχρι τώρα δὲν εἶχαν περάσει κανένα μαρτύριο. Σ’αὐτὲς τὶς δραματικὲς στιγμὲς δύο μαθητὲς Του Τοῦ ζητοῦσαν πρωτοκαθεδρίες, πράγμα ποὺ ἀνάγκασε τὸ Χριστὸ νὰ τοὺς πεῖ πὼς ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, ὀφείλει νὰ εἶναι διάκονος καὶ δοῦλος ὅλων.

\”\”

Ἡ ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ

Ὁ Χριστός, ‹‹ὁ βασιλεὺς τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων››, καταδέχθηκε νὰ γεννηθεῖ βρέφος μέσα σὲ φάτνη σπηλαίου, νὰ ἀνατραφεῖ ‹‹ἐν οἴκῳ τέκτονος καὶ μητρὸς πενιχρός››, κατὰ τὸ Μέγα Βασίλειο. Ἐπίσης νὰ βαπτισθεῖ ἀπὸ ἕνα δημιούργημά του, νὰ σταυρωθεῖ μὲ τὸν πιὸ φρικτὸ θάνατο. Τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν συγκινοῦν τοὺς μαθητές. Αὐτὸ συμβαίνει, γιατί ἡ φιλοπρωτία καὶ ἡ φιλοδοξία εἶναι πάθη τυραννικὰ καὶ πολὺ συχνὰ ἐνοχλοῦν πολλοὺς καὶ μάλιστα καὶ μεγάλους ἄνδρες. Ὁ Χριστὸς μιλοῦσε γιὰ τοὺς ἀγῶνες του κι ἐκεῖνοι ὀνειρευόντουσαν τιμὲς καὶ δόξες. Μπορεῖ νὰ εἶναι κάποιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά, ἐὰν δὲν εἶναι καλλιεργημένος, ἐνδέχεται νὰ εἶναι ὑποχείριο κάποιου πάθους. Στὰ ὕψιστα ἀξιώματα ἀνεβαίνουμε, ἀλλὰ τὰ πάθη μας παραμένουν ζωντανὰ μέσα μας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λέγουν πὼς τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἡ μόνη φιλοδοξία εἶναι, ἐὰν μετανοήσει, νὰ ἀποτινάξει ἀπὸ πάνω του ‹‹πάντα τὰ ἑαυτοῦ πάθη››, δηλ. τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες του καὶ νὰ ζήσει τὴ χαρισματικὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ πνευματικὸς νόμος ἔχει πιστοποιήσει, πὼς ὅποιος ἐπιζητήσει νὰ καταδυναστεύσει τοὺς ἄλλους καὶ νὰ τοὺς κάνει ὑποχείρια του, ἴσως γίνει ‹‹ἀτιμώτερος πάντων››, θὰ γίνουμε πιὸ ἄδοξοι καὶ μισητοὶ ἀπ’ ὅλους. Παράδειγμα ὁ διάβολος θέλησε νὰ γίνει πρῶτος καὶ κατάντησε τελευταῖος. ‹‹Ἄξιος τῆς δόξας δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἐπιδιώκει, ἀλλ’ ἐκεῖνος ποὺ τὴν περιφρονεῖ. Ἡ δόξα μοιάζει μὲ τὴ σκιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο τὴν κυνηγᾶς, τόσο περισσότερο ἀπομακρύνεται.

Τὰ φάρμακα τοῦ πάθους τῆς φιλοπρωτίας

Στὴν πληγὴ τῆς φιλοπρωτίας καὶ φιλοδοξίας ὁ Χριστὸς βάζει τὸ φάρμακο τῆς ταπεινώσεως. Ἐὰν ὁ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, δηλ. ὁ Χριστός, ταπεινώθηκε τόσο πολύ, τὸν ἴδιο δρόμο ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθήσουμε καὶ ἐμεῖς, ‹‹Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ›› (Φιλιπ. 2,8), θὰ τονίσει ἐμφαντικὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ ἄνθρωπος ὅσο πιὸ ψηλὰ ἀνεβαίνει, τόσο πιὸ πολὺ ὀφείλει νὰ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του καὶ μὴν ἐπαίρεται. Ἡ ἐξουσία τοῦ δόθηκε ὄχι γιὰ νὰ καταδυναστεύει, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τοὺς ἄλλους. ‹‹Ὄχι μόνο νὰ τέμνει, ἀλλὰ καὶ νὰ περιποιεῖται τὰ τραύματα τῶν ἄλλων. Μόνο μὲ τὴν ταπείνωση ὁ ἡγέτης ἀποκτᾶ φυσιολογικὴ συμπεριφορὰ ἔναντι τῶν ἄλλων. Ἐμεῖς μὲ τὸ Θεὸ ἔχουμε συνάψει συνθήκη μετανοίας κι ὄχι ἐξουσίας, λέγει ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας.

Ἡ συμπεριφορὰ τῶν σημερινῶν ἀρχόντων

Σήμερα αὐτοὶ ποὺ φαίνονται ἄρχοντες τῶν Ἐθνῶν κι ὅλοι ὅσοι ἔχουν κάποια ἐξουσία κινδυνεύουν νὰ πέσουν στὸ ἁμάρτημα τῆς φιλοπρωτίας καὶ τῆς καταδυναστεύσεως τῶν ἄλλων. Ὅλοι θέλουμε νὰ ἐξουσιάζουμε τοὺς ἄλλους. Στρατιωτικοὶ ἡγέτες, ἄνδρες, γυναῖκες, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, πολιτικοὶ ταγοὶ καὶ ὅλοι ὅσοι ἔχουν κάποια ἐξουσία, κινδυνεύουν νὰ γίνουν τυραννίσκοι τῶν ἄλλων. Ὁ ἡγέτης δὲν ἀνοίγει μόνον τὶς πληγές, ἀλλὰ περιποιεῖται καὶ τὰ τραύματα. Ἡ ἐξουσία νὰ ἀσκεῖται μὲ ταπείνωση, γιὰ νὰ ἔχει θετικὰ ἀποτελέσματα. Γιὰ μᾶς παράδειγμα εἶναι ὁ Κύριος ποὺ ταπεινώθηκε πολύ, γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε ἐμεῖς μέχρι τὸν οὐρανό. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀσφαλὴς δρόμος τῆς ἐξουσίας. Ἡ ταπείνωση εἶναι τὸ φάρμακο τῆς φιλοπρωτίας.

6.

Κυριακὴ Ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Anthony Bloom, Metropolitan of Sourozh (1914- 2003).

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

Ἑβδομάδα μ’ ἑβδομάδα νοιώθουμε ὅτι πλησιάζουμε ὁλοένα τὴν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μᾶς φαίνεται ὅτι κινούμαστε γρήγορα, ἀπὸ Κυριακὴ πρὸς Κυριακή, πρὸς τὴν ἡμέρα ποὺ κάθε φόβος, κάθε φρίκη θὰ χαθεῖ.

Κι ὅμως τόσο εὔκολα ξεχνᾶμε ὅτι πρὶν φτάσουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, πρέπει μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του, νὰ βαδίσουμε τὴν ὁδὸ τῆς Σταύρωσης. «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ θὰ Τὸν σταυρώσουν, καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ ἀναστηθεῖ». Ὅλοι ξέρουμε ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ, ἀλλὰ ἔχουμε πότε ἀναρωτηθεῖ πῶς γύρισαν οἱ μαθητές Του στὴν Ἱερουσαλήμ, ξέροντας ὅτι ἡ Σταύρωση ἦταν κοντά; Κινοῦνταν φοβισμένοι. Δὲν εἶχαν ὡριμάσει τόσο, ὥστε νὰ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ καὶ τὴν ζωή τους θὰ ἔδιναν γιὰ νὰ διαδοθεῖ τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Κινοῦνταν μὲ φόβο. Ὅταν ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε νὰ γυρίσουν στὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν πόλη ποὺ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, βάζοντας τὴν ζωή Του σὲ κίνδυνο, ἐκεῖνοι Τοῦ εἶπαν: «ἂς μὴν πᾶμε..», καὶ μόνον ἕνας μαθητής, ὁ Θωμᾶς, εἶπε: «..Ὄχι. Ἂς πᾶμε μαζί Του, κι ἂς πεθάνουμε μαζί Του…»

Ὁ μαθητὴς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἀνόητα πιστεύω, ὀνομάσαμε Ἄπιστο: ὁ μόνος ποὺ δὲν ἦταν ἕτοιμος νὰ δώσει τὴν ἐμπιστοσύνη του, τὴν πίστη, τὴν ζωή του, τὸ αἷμα του, χωρὶς βεβαιότητα. Ἀλλὰ ἡ καρδιὰ του ἦταν ἀνεπιφύλακτα δοσμένη στὸν Χριστό. Πόσο ὑπέροχο νὰ εἶναι κάποιος ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος! Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς δὲν θὰ ἐγκαταλείψουν τὸν Χριστό. Θὰ βαδίσουν μαζί Του πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ.

Ἔχουμε σήμερα ἀκόμα τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ζοῦσε μιὰ τραγωδία πρὶν συναντήσει τὸν Χριστό. Εἶναι ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Ἦταν ἁμαρτωλή. Ἦταν πόρνη. Δὲν πίστευε στὸν Θεό, οὔτε μὲ τὴν ψυχή, οὔτε μὲ τὸ σῶμα. Δὲν εἶχε σεβασμὸ σὲ αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει δημιουργήσει, οὔτε σ’ αὐτὴ τὴν ψυχή. Κι ὅμως ἦρθε, μὲ τραγικὸ τρόπο, ἀντιμέτωπη μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχε τρόπος νὰ τῆς ἐπιτραπεῖ ἡ εἴσοδος στὸν Ναὸ ἐκτὸς ἂν ἀπέρριπτε τὸ κακὸ καὶ διάλεγε τὴν ἁγνότητα, τὴν μετάνοια, τὴν νέα ζωή.

Ἂς συλλογιστοῦμε τοὺς μαθητὲς ποὺ σχεδὸν ἱκέτεψαν τὸν Χριστὸ νὰ μὴν ἐπιστρέψει στὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπειδὴ ἡ Ἱερουσαλὴμ ἦταν μιὰ πόλη ὅπου ὅλοι οἱ προφῆτες εἶχαν πεθάνει, δὲν ἤθελαν νὰ πεθάνει ὁ Χριστός, καὶ φοβόντουσαν. Ἂς ἀναρωτηθοῦμε πόσο τοὺς μοιάζουμε. Ἂς ἀναρωτηθοῦμε εἰλικρινὰ σήμερα πόσο μοιάζουμε ἢ ὄχι στὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία – τὴν Μαρία ποὺ εἶχε ζήσει τὴν ζωὴ της σύμφωνα μὲ τοὺς τρόπους καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, παρασυρόμενη ἀπ’ ὅλους τοὺς πειρασμοὺς τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς· καὶ μία μέρα συνειδητοποίησε ὅτι στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν δὲν μποροῦσε νὰ εἰσέλθει στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ.

Πόσο εὔκολα μπαίνουμε ἐμεῖς στὸ ναὸ, ξεχνώντας τόσο εὔκολα ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα μικρὸ κομμάτι τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπιλέξει νὰ ζεῖ ἀποκομμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ἔχει ἀπορρίψει τὸν Θεό, ἔχει χάσει τὸ ἐνδιαφέρον του γι’ Αὐτόν• κι ὅτι οἱ λίγοι πιστοὶ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ σὰν καταφύγιο – ναί, ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ πληρότητα τοῦ Παραδείσου, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα τραγικὸ καταφύγιο, τὸ μόνο μέρος ποὺ ἔχει δικαίωμα νὰ βρίσκεται ὁ Θεὸς ἐπειδὴ εἶναι καταζητούμενος. Κι ὅταν ἐρχόμαστε ἐδῶ, μπαίνουμε στὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ. Θὰ πρέπει νὰ ἐρχόμαστε μὲ μία αἴσθηση δέους ὄχι ἁπλὰ νὰ περπατᾶμε ἐκεῖ ὅπως σ’ ἕνα ἄλλο μέρος, ἀλλὰ σ’ ἕναν τόπο ποὺ εἶναι ἤδη τὸ Βασίλειο τοῦ Θεοῦ.

Ἂν εἴχαμε αὐτὴν τὴν διάθεση, ὅταν ἐρχόμαστε στὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε, ἂν καὶ ἀσήμαντοι, σὰν τὴν Μαρία τὴν Αἰγυπτία. Θὰ σταματούσαμε καὶ θὰ λέγαμε, «πῶς μπορῶ νὰ μπῶ στὸν ναό;» Καὶ ἂν τὸ κάναμε αὐτὸ ὁλόψυχα, μὲ μιὰ καρδιὰ συντετριμμένη, μὲ μιὰ αἴσθηση τρόμου ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε τόσο μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό, τόσο ξένοι, τόσο ἄπιστοι, τότε θὰ ἄνοιγαν οἱ θύρες, καὶ θὰ βλέπαμε ὅτι δὲν βρισκόμαστε ἁπλὰ σ’ ἕναν μεγάλο χῶρο περιτριγυρισμένο ἀπὸ τοίχους, ἀλλὰ βρισκόμαστε σ’ ἕναν τόπο ποὺ εἶναι ὁ Παράδεισος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦλθε στὴν γῆ.

Ἂς μάθουμε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία τί σημαίνει νὰ προχωρᾶμε βῆμα-βῆμα πρὸς τὴν Ἀνάσταση, ἐπειδὴ γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν Ἀνάσταση πρέπει νὰ περάσουμε μέσα ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ, πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴν τραγωδία τῆς Μ. Ἑβδομάδας καὶ νὰ τὴν κάνουμε δική μας, μετέχοντας μὲ τὸν Χριστό, τοὺς μαθητές Του καὶ τὰ πλήθη ὁλόγυρα, στὸν φόβο, στὸν τρόμο αὐτοῦ τοῦ γεγονότος· κι ἐπίσης νὰ τὸ ζήσουμε σὰν μιὰ φωτιὰ ποὺ θὰ κατακάψει ὅ,τι εἶναι εὐτελὲς γιὰ τὸν Θεὸ καὶ θὰ μᾶς καθαρίσει. Κι ἴσως μία μέρα, ὅταν ἡ φωτιὰ θὰ ἔχει κατακάψει ὅ,τι δὲν εἶναι ἄξιο γιὰ τὸν Θεό, καθένας ἀπὸ μᾶς ἴσως γίνει μιὰ εἰκόνα τῆς φλεγομένης βάτου, πυρακτωμένης ἀπὸ τὴν θεία φλόγα καὶ μὴ καιομένης, ἐπειδὴ θὰ εἶχε ἀπομείνει σὲ μᾶς μόνο ὅ,τι θὰ ἐπιβίωνε ἀπὸ τὴν θεϊκὴ φωτιά. Ἀμήν.