1.

Ὁμιλία εἰς τὴν Δ΄ Κυριακὴ τῶν νηστειῶν.

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς.

Κυριακή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος!

Γιατί ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ αὐτόν τόν Ἅγιο στό μέσον τῆς νηστείας, ὡσάν τήν πιό ἅγια εἰκόνα, ὥστε νά ἀτενίζουν ὅλοι σέ Αὐτόν;

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐβίωσε καί ἔγραψε τήν Κλίμακα τοῦ Παραδείσου, πού ἐβίωσε τήν ἀνάβασι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν κόλασι μέχρι τόν Οὐρανό, μέχρι τόν Παράδεισο. Αὐτός ἐβίωσε τήν κλίμακα ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τήν κλίμακα πού ἐκτείνεται ἀπό τόν πυθμένα τῆς κολάσεως τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τήν κορυφή τοῦ παραδείσου. Ἐβίωσε καί ἔγραψε. Ἄνθρωπος πολύ μορφωμένος, πολύ σπουδαγμένος. Ἄνθρωπος πού ὡδήγησε τήν ψυχή του εἰς τάς ὁδούς τοῦ Χριστοῦ, πού τήν ὡδήγησε ὁλόκληρη ἀπό τήν κόλασι στόν παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν ἁμαρτία στήν ἀναμαρτησία, καί πού θεόσοφα μᾶς περιέγραψε ὅλη αὐτή τήν πορεία, τί δηλαδή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πολεμώντας μέ τόν κάθε διάβολο πού βρίσκεται πίσω ἀπό τήν ἁμαρτία.

Μέ τήν ἁμαρτία μᾶς πολεμάει ὁ διάβολος, καί μένα καί σένα, ἀδελφέ μου καί ἀδελφή μου. Σέ πολεμάει μέ κάθε ἁμαρτία. Μήν ἀπατᾶσαι, μή νομίζῃς πώς κάποια μικρή καί ἀσθενής δύναμις σοῦ ἐπιτίθεται. Ὄχι! Αὐτός σοῦ ἐπιτίθεται! Ἀκόμη κι’ ἄν εἶναι ἕνας ρυπαρός λογισμός, μόνο λογισμός, γνώριζε ὅτι αὐτός ὁρμᾶ κατεπάνω σου. Λογισμός ὑπερηφανείας, κακῆς ἐπιθυμίας, φιλαργυρίας,… ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος λογισμῶν ἔρχεται κατεπάνω σου ἀπό ὅλες τίς πλευρές. Καί σύ, τί εἶσαι ἐσύ;

Ὤ, Κλίμακα τοῦ Παραδείσου! Πῶς, πάτερ Ἰωάννη, μπόρεσες νά στήσῃς αὐτή τήν κλίμακα τοῦ Παραδείσου ἀνάμεσα στήν γῆ καί στόν Οὐρανό; Δέν τήν ἔσχισαν οἱ δαίμονες, δέν τήν ἔκοψαν, δέν τήν ἔσπασαν; Ὄχι!… Ἡ νηστεία του ἦταν μιά φλόγα, μιά φωτιά, μιά πυρκαϊά. Ποιός διάβολος θά τήν ἄντεχε; Ὅλοι ἔφυγαν πανικοβλημένοι, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν κινηγημένοι ἀπό τήν ἔνδοξη καί θεία του προσευχή, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν τρομοκρατημένοι ἀπό τήν νηστεία του, ὅλοι οἱ δαίμονες ἐξαφανίσθηκαν ἀπό τήν πύρινη, τήν φλογερή, προσευχή του.

Ἡ Κλίμακα τοῦ Παραδείσου!

Τί εἶναι αὐτή; Εἶναι οἱ ἅγιες ἀρετές, οἱ ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές: ἡ ταπείνωσις, ἡ πίστις, ἡ νηστεία, ἡ πραότης, ἡ ὑπομονή, ἡ ἀγαθότης, ἡ καλωσύνη, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ φιλαλήθεια, ἡ ἀγάπη στόν Χριστό, ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, τά παθήματα χάριν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτές καί ἄλλες πολλές ἅγιες καινοδιαθηκικές ἀρετές. Κάθε ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, ἀδελφοί μου· αὐτό εἶναι ἀρετή. Τήν τηρεῖς; Τήν ἐφαρμόζεις; Π.χ. τήν ἐντολή του περί νηστείας τήν τηρεῖς, τήν ἐφαρμόζεις; Ἡ νηστεία εἶναι ἁγία ἀρετή, εἶναι σκαλοπάτι τῆς κλίμακος ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό. Ἡ νηστεία, ἡ εὐλογημένη νηστεία, ὅπως καί ὅλη ἡ κλίμακα ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό.

Κάθε ἀρετή εἶναι ἕνας μικρός παράδεισος. Κάθε ἀρετή τρέφει τήν ψυχή σου, τήν κάνει μακαρία, κατεβάζει στήν ψυχή σου θεία, οὐράνια ἀνάπαυσι. Κάθε ἀρετή εἶναι ἕνα χρυσό καί διαμαντένιο σκαλοπάτι στήν κλίμακα τῆς σωτηρίας σου, στήν κλίμακα πού ἑνώνει τήν γῆ μέ τόν Οὐρανό, πού ἐκτείνεται ἀπό τήν δική σου κόλασι μέχρι τόν δικό σου παράδεισο. Γι’ αὐτό καμμία ἀπό αὐτές δέν εἶναι ποτέ μόνη της. Ἡ πίστις στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό δέν εἶναι ποτέ μόνη της. Ἐκδηλώνεται μέ τήν προσευχή, μέ τήν νηστεία, μέ τήν ἐλεημοσύνη, μέ τήν ταπείνωσι, μέ τά παθήματα χάριν τοῦ πλησίον. Ὅχι μόνο ἐκδηλώνεται ἀλλά καί ζῆ κάθε ἀρετή, ἐπειδή ὑπάρχει ἡ ἄλλη ἀρετή. Ἡ πίστις ζῆ μέ τήν προσευχή, ἡ προσευχή ζῆ μέ τήν νηστεία, ἡ νηστεία τρέφεται μέ τήν προσευχή, ἡ νηστεία τρέφεται μέ τήν ἀγάπη, ἡ ἀγάπη τρέφεται μέ τήν εὐσπλαχνία. Ἔτσι κάθε ἀρετή ζῆ διά τῆς ἄλλης. Καί ὅταν μία ἀρετή κατοικήσῃ στήν ψυχή σου, ὅλες οἱ ἄλλες θά ἀκολουθήσουν, ὅλες σιγά-σιγά ἀπό αὐτήν θά προέλθουν καί θά ἀναπτυχθοῦν δι’ αὐτῆς καί μαζί μέ αὐτήν.

Ναί, ἡ κλίμακα τοῦ Παραδείσου ἐξαρτᾶται ἀπό σένα. Πές ὅτι νηστεύω μέ φόβο Θεοῦ, μέ εὐλάβεια, μέ πένθος, μέ δάκρυα. Μετά ὅμως τά παρατάω. Νά, ἄρχισα νά κτίζω τήν κλίμακα καί ἐγώ ὁ ἴδιος τήν γκρέμισα, τήν ἔσπασα. Ἐσύ πάλι, ἐσύ, νηστεύεις συχνά, ἐγκρατεύεσαι ἀπό κάθε σωματική τροφή. Ἀλλά νά, τόν καιρό τῆς νηστείας ἀφήνεις νά κατοικήσῃ στήν ψυχή σου ἡ ἁμαρτία, νά σπείρωνται στήν ψυχή σου διάφοροι ἀκάθαρτοι λογισμοί, ἐπιθυμίες. Σέ σένα ἀνήκει νά τούς διώχνῃς ἀμέσως μακρυά σου μέ τήν προσευχή, τό πένθος, τήν ἀνάγνωσι ἤ μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἄσκησι. Ἀλλά, ἄν ἐσύ, ἐνῶ νηστεύῃς σωματικῶς, τρέφῃς τήν ψυχή σου μέ κάποια ἁμαρτία ἤ μέ κάποιο κρυφό πάθος, νά! ἐσύ, ἐνῶ ἀρχίζῃς νά χτίζῃς ἕνα-ἕνα τά σκαλοπάτια τῆς νηστείας ἀπό τήν γῆ πρός τόν Οὐρανό, ἐσύ ὁ ἴδιος πάλι τά γκρεμίζεις, τά καταστρέφεις.

Ἡ νηστεία ἀπαιτεῖ εὐσπλαχνία, ταπείνωσι, πραότητα. Ὅλα αὐτά πᾶνε μαζί. Εἶναι σάν ἕνα συνεργεῖο οἰκοδόμων, τῶν ὁποίων ἀρχηγός εἶναι ἡ προσευχή. Αὐτή εἶναι ὁ ἀρχιμάστορας, ὁ ἀρχιτέκτονας, ὁ ἀρχιμηχανικός τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, τῶν πνευματικῶν μας ἐφέσεων, τῆς κλίμακος πού θά στήσουμε μεταξύ γῆς καί Οὐρανοῦ. Ἡ προσευχή κατέχει τήν πρώτη θέσι. Ὅταν ἡ προσευχή ἐγκατασταθῇ στήν καρδιά σου καί αὐτή φλέγεται ἀπό ἀδιάλειπτη δίψα γιά τόν Κύριο, ὅταν Αὐτόν συνέχεια βλέπει, Αὐτόν συνέχεια αἰσθάνεται, τότε μέ τήν προσευχή εἰσάγεις στήν ψυχή σου ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές. Τότε ὁ μηχανικός (ἡ προσευχή) ἔχει ἄριστους τεχνίτες, κτίζει γρήγορα-γρήγορα θαυμάσιες κλίμακες ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τίς κλίμακες τῶν σταδιακῶν σου ἀναβάσεων πρός τόν Θεό, πρός τήν τελειότητά Του. Ὅταν ἔχῃς δύναμι, δυνατή προσευχή, τότε καμμία νηστεία δέν θά σοῦ εἶναι δύσκολη, τότε καμμία ἀγάπη δέν θά σοῦ εἶναι ἀδύνατη. Ἁγία εὐαγγελική ἀγάπη!

Ἡ προσευχή ἁγιάζει τά πάντα μέσα σου, τήν κάθε ἄσκησί σου, τόν κάθε λογισμό σου, τήν κάθε αἴσθησί σου, τήν κάθε διάθεσί σου. Προσευχή! Δύναμις θεϊκή, τήν ὁποία μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος γιά νά ἁγιάζουμε ὁ,τιδήποτε ἐναγές μέσα μας, στήν ψυχή μας. Ἡ προσευχή σέ ἑνώνει μέ τόν Πανεύσπλαχνο Κύριο, καί Αὐτός ἐκχέει μέσα στήν καρδιά σου τήν συμπάθεια γιά κάθε ἄνθρωπο, γιά τόν ἁμαρτωλό, γιά τόν ἀδελφό πού εἶναι ἀδύναμος ὅπως καί σύ, πού πέφτει ὅπως καί σύ, ἀλλά καί πού μπορεῖ νά σηκωθῇ ὅπως καί σύ· πού τοῦ χρειάζεται ὅμως ἡ δική σου βοήθεια, ἡ ἀδελφική σου βοήθεια, ἡ προσευχητική σου βοήθεια, ἡ ἐκκλησιαστική σου βοήθεια. Τότε, ὅταν δώσῃς βοήθεια, χωρίς ἀμφιβολία θά κτίσῃς τήν δική σου κλίμακα, τήν κλίμακα πού ὁδηγεῖ ἀπό τήν κόλασί σου στόν παράδεισό σου· τότε, μέ βεβαιότητα στήν καρδιά θά ἀνεβαίνῃς ἀπό σκαλοπάτι σέ σκαλοπάτι, ἀπό ἀρετή σέ ἀρετή, καί θά φθάσῃς ἔτσι στήν κορυφή τῆς κλίμακος, στόν Οὐρανό, θά ἀποβιβασθῇς στόν Οὐρανό, θά ἀποβιβασθῇς στόν οὐράνιο Παράδεισο.

Ὅλα τά ἔχουμε, καί σύ καί ἐγώ: ἐννέα Μακαρισμοί, ἐννέα ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές. Αὐτό εἶναι τό εὐαγγέλιο τῆς νηστείας, τό εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. Ἀρετές, ἀδελφοί, μεγάλες ἀρετές. Τίς δύσκολες ἀσκήσεις τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς, τῆς ταπεινώσεως, ὁ Κύριος τίς παρουσίασε ὡς Μακαρισμούς. Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (Ματθ. ε΄ 3)…

Ἡ ταπείνωσις! Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς πίστεώς μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀρετῆς μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀναβάσεώς μας πρός τόν Οὐρανό, αὐτή εἶναι τό θεμέλιο τῆς κλίμακός μας. Κύριε, ἐγώ εἶμαι ἕνα τίποτα, Ἐσύ εἶσαι τό πᾶν! Ἐγώ τίποτα, Ἐσύ τό πᾶν! Ὁ νοῦς μου εἶναι τίποτα μπροστά στόν δικό Σου Νοῦ, τό πνεῦμα μου εἶναι τίποτα μπροστά στό Πνεῦμα Σου, ἡ καρδιά μου, ἡ γνῶσις μου… ὤ! τίποτα, τίποτα, μπροστά στήν γνῶσι Σου Κύριε! Ἐγώ, ἐγώ, μηδέν, μηδέν… καί πίσω ἀπό αὐτό ἀναρίθμητα ἄλλα μηδενικά. Αὐτό εἶμαι ἐγώ μπροστά Σου, Κύριε. Ἡ ταπείνωσις! Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἁγία ἀρετή, ἡ πρώτη χριστιανική ἀρετή. Ὅλα ἀρχίζουν ἀπό αὐτήν…

Ἀλλά οἱ Χριστιανοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου, πού οἰκοδομοῦμε τήν κλίμακα τῆς σωτηρίας μας, πάντοτε κινδυνεύουμε ἀπό τίς ἀκάθαρτες δυνάμεις. Ποιές εἶναι αὐτές; Οἱ ἁμαρτίες, οἱ ἁμαρτίες μας, τά πάθη μας. Καί πίσω ἀπό αὐτές ὁ διάβολος, … Ὅπως οἱ ἅγιες ἀρετές οἰκοδομοῦν τήν οὐράνια κλίμακα μεταξύ Οὐρανοῦ καί γῆς, ἔτσι καί οἱ ἁμαρτίες μας φτιάχνουν μία σκάλα γιά τήν κόλασι. Κάθε ἁμαρτία. Ἄν ὑπάρχουν ἁμαρτίες στήν ψυχή σου, πρόσεχε! Ἄν κρατᾶς μῖσος στήν ψυχή σου μιά, δυό, τρεῖς, πενήντα μέρες, πρόσεξε νά δῇς σέ τί κόλασι ἔχει μεταβληθῆ ἡ ψυχή σου. Τό ἴδιο κι ἄν κρατᾶς θυμό, φιλαργυρία, αἰσχρή ἐπιθυμία… Καί σύ, τί κάνεις; Πραγματικά, μόνος σου φτιάχνεις μιά σκάλα γιά τήν κόλασι.

Ἀλλά ὁ Ἀγαθός Κύριος μᾶς δίνει θαυμαστό παράδειγμα. Νά, στό μέσον τῆς νηστείας, προβάλλει τόν μεγαλώνυμο, τόν θαυμάσιο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Ὅλος λάμπει ἀπό τίς ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές. Τόν βλέπουμε πῶς ἀνεβαίνει γρήγορα καί σοφά τήν κλίμακα τοῦ Παραδείσου, τήν ὁποία ἔστησε ἀνάμεσα στήν γῆ καί στόν Οὐρανό. Ὡς διδάσκαλος, ὡς ἅγιος ὁδηγός, μᾶς δίνει τήν Κλίμακά του σέ μᾶς τούς Χριστιανούς ὡς πρότυπο γιά νά ἀνεβοῦμε ἀπό τήν κόλασι στόν Παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό…

Εὔχομαι ὁ ἐλεήμων καί μέγας ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης τῆς Κλίμακος… νά μᾶς χειραγωγῇ στούς ἀγῶνες μας ἐναντίον ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν μας μέ στόχο τίς ἅγιες ἀρετές· νά οἰκοδομήσουμε καί ἐμεῖς μέ τήν βοήθειά του τήν δική μας κλίμακα καί ἀκολουθώντας τον νά φθάσωμε στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στόν Παράδεισο, ὅπου ὑπάρχουν ὅλες οἱ οὐράνιες ἀναπαύσεις, ὅλες οἱ αἰώνιες χαρές, ὅπου μαζί του ἐκεῖ θά δοξάζουμε τόν Βασιλέα ὅλων ἐκείνων τῶν ἀγαθῶν, τόν Αἰώνιο Βασιλέα τῆς Οὐρανίου Βασιλείας, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ᾯ ἡ δόξα καί ἡ τιμή νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

2.

Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ (Μάρκ. θ, 17-31)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος, Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας.

‹‹Ἐπετίμησεν τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ››

Οἱ ἐπιβουλὲς τῶν δαιμόνων ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πολλές. Πολὺ περισσότερες ὅμως εἶναι οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Ἐὰν δὲν ἐρχόταν ὁ Θεὸς νὰ γίνει σύμμαχος τοῦ ἀνθρώπου, θὰ καταστρεφόταν τὸ γένος μας, ἐπειδὴ τὸ πολιορκεῖ ἀσταμάτητα ὁ πονηρός. Δὲν ὑπῆρχε καιρὸς καὶ χρόνος ποὺ νὰ μᾶς εἶχε ἀφήσει ἐλεύθερους καὶ ἀνεπηρέαστους ὁ διάβολος. Εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν δημιουργὸς καὶ αἴτιος ὅλων τῶν συμφορῶν μας, γράφει ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμέας. Ὁ Κύριος σήμερα κατήργησε τὴ δύναμη τοῦ ἀντιδίκου τῆς σωτηρίας μας, θεραπεύοντας τὸ παιδὶ τοῦ ὀλιγόπιστου πατέρα.

Ἡ ὀλιγοπιστία εἶναι ἄρρωστη πνευματικὴ κατάσταση

Πράγματι ὁ πατέρας ἦταν ὀλιγόπιστος κι αὐτὸ ἦταν ἕνας λόγος ποὺ οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ δὲν μπόρεσαν νὰ θεραπεύσουν τὸ παιδί. Ναὶ μὲν πῆγε σ’ αὐτοὺς γιὰ νὰ τὸ θεραπεύσουν, ἀλλὰ μέσα του δὲν πίστευε ἀκράδαντα ὅτι μποροῦν. Φαίνεται αὐτὸ κι ἀπὸ τὰ λόγια του: ‹‹…εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσιν καὶ οὐκ ἴσχυσαν›› (Μάρκ. 9,18) δηλ. Ἁπλῶς τὸ ἔφερε στοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς εἶπε ἁπλὰ καὶ ἄχρωμα νὰ τὸ θεραπεύσουν. Δὲν ἱκέτευσε, δὲν παρακάλεσε, δὲν ἔκλαυσε γιὰ τὸ παιδί του, ὅπως π.χ. ἡ Χαναναία γυναίκα γιὰ τὴν θυγατέρα της ποὺ ἦταν κι αὐτὴ δαιμονισμένη. Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἔνσαρκη παρουσία Του, ἀναγκαζόταν νὰ συναναστρέφεται καὶ μὲ μὴ ἀγαθοὺς ἀνθρώπους, προκειμένου νὰ τοὺς διορθώσει. Γιὰ τὸν Χριστὸ δὲν ἦταν τόσο βαρὺ γεγονὸς ὁ Σταυρός Του, αὐτὸ μᾶλλον ἐπιθυμητὸ ἦταν, ὅσο τὸ νὰ εἶναι ἀνάμεσα σὲ ἁμαρτωλοὺς ‹‹τὸ εἶναι μετ’ αὐτῶν βαρύ››, τονίζει ὁ ἅγιος Κύριλλος. Ὁ πατέρας τοῦ νέου ἦταν καὶ ἄπιστος καὶ διεστραμμένος. Βέβαια δὲν πλασθήκαμε ἀπ’ τὸν Θεὸ κακοί, μᾶς ἔκανε ἔτσι ἡ ἁμαρτία. Λαθραία μπῆκε ἡ ἁμαρτία στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀλλοίωσε.

Τὸ πρόσωπο τοῦ δαιμονισμένου παιδιοῦ

Τὸ πρόσωπο τοῦ δαιμονισμένου παιδιοῦ εἶναι τραγικό. Τὸ δαιμόνιο ποὺ κατέβαλε τὸν νέο, ἦταν φοβερό. Ἔμοιαζε σὰν ἕνα μεγάλο βουνὸ ποὺ χρειαζόταν πίστη γιὰ νὰ τὸ μετακινήσει κάποιος, ὅπως λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος (κεφ. 17, 20). Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὸ ὀνομάζει ‹‹παγχάλεπον››. Ἐνεργοῦσε ἐπάνω του κατὰ τὴν περίοδο τῆς σελήνης καὶ τοῦ εἶχε ἀφαιρέσει τὴν ὁμιλία καὶ τὴν ἀκοή. Ἄλλο πράγμα ὁ ψυχοπαθὴς κι ἄλλο ὁ δαιμονισμένος. Ὁ ἕνας πάσχει ἀπὸ ἀρρώστια κι ὁ ἄλλος ἀπὸ δαιμονικὴ ἐπήρεια. Ὁ δαιμονισμένος ἔχει προβλήματα ποὺ δημιουργοῦνται ἀπὸ τὸ διάβολο, ἐνῶ ὁ ψυχοπαθὴς ἀπὸ τὴν ἀλλοίωση σωματικῶν του λειτουργιῶν.

Ἡ θεραπεία τοῦ νέου

Ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ διαλύσει τὴν ψευδῆ ἐντύπωση τοῦ πλήθους πὼς καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ἀνίκανος νὰ θεραπεύσει τὸ παιδί, ὅπως καὶ οἱ μαθητές του, ἀμέσως διέταξε τὸ δαιμόνιο νὰ βγεῖ καὶ νὰ ἀναχωρήσει ‹‹ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθεις εἰς αὐτόν›› (Μάρκ. 9,25). Ὁ Κύριος εἶχε ἐξουσία θεοπρεπῆ, ὄχι ὅπως οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. Ὡς κυρίαρχος καὶ δεσπότης συμπεριφερόταν στοὺς δαίμονες γιατί ἤθελε νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἐπήρειά τους. Μᾶς ἔδωσε καὶ τὰ ὅπλα νὰ τοὺς πολεμήσουμε, δηλ. τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία (στίχ. 29).

Τὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου

Τὰ πάθη, οἱ ἁμαρτίες μας καὶ οἱ δαιμονικὲς ἐπήρειες μοιάζουν σὰν μεγάλα βουνά. Τέτοιες καταστάσεις εἶναι ὁ θυμός, οἱ σαρκικὲς ἐπιθυμίες, ἡ ἀρχομανία κ. ἄ. Ὅλα αὐτὰ ἔχουν φοβερὴ στερεότητα κι ἀντοχὴ μέσα μας. Ὁ διάβολος εἶναι τὸ ὄρος τῆς ὑπερηφάνειας. Μᾶς χρειάζεται πίστη, γιὰ νὰ ἔχουμε παρρησία στὸ Θεὸ καὶ γιὰ νὰ δώσουμε τὸ δικαίωμα στὸν Κύριο νὰ ἐνεργήσει εὐεργετικὰ ἐπάνω μας. Ἡ μικρὴ ζωντανὴ πίστη θὰ μετακινήσει ὅλα τὰ πονηρὰ ὑψώματα μέσα μας. Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ τρέφουμε ὀλιγοπιστία ἀπέναντι στὸν Χριστὸ καὶ τὴ διδασκαλία του. Ὅσο πιὸ ταπεινοὶ εἴμαστε, τόσο πιὸ πολύ μᾶς τειχίζει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου.

Ἀδελφοί μου,

Ἂς ἱκετεύσουμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς καθαρίσει ἀπὸ τὰ πάθη, ὅπως καθάρισε τὸν νέο τοῦ Εὐαγγελίου.

3.

Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς.

Καραγιάννης Νικάνωρ, Ἀρχιμανδρίτης.

«Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Τὴ δύναμη καὶ τὴν ἀξία τῆς προσευχῆς ὑπαινίσσεται ἡ φράση αὐτὴ τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος μέσα ἀπὸ τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου παιδιοῦ. Γιὰ τὴν προσευχὴ ὁ σημερινὸς ἑορταζόμενος ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γράφει ὅτι εἶναι «Θεοῦ τυράννος εὐσεβής», δηλαδὴ ἕνας εὐσεβὴς τύρανvος τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἡσυχάσει.

Ὁ λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ διδασκαλία τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, θεωρεῖ τὴν προσευχὴ φυσικὴ ἐκδήλωση τῆς ψυχῆς, ζωτικὴ ἀνάγκη, ἀλλὰ καὶ ὕψιστο ὅσο καὶ μοναδικὸ προνόμιο τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ αὐτό, γιατί ἡ προσευχὴ ἔχει τὴ ρίζα της στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖ ἀκοῦμε τὸν Θεὸ νὰ λέει μετὰ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων «Ἀδὰμ ποῦ εἶ;», Ἀδὰμ ποῦ εἶσαι; Εἶναι ὁ διάλογος τῆς προσευχῆς ποὺ ἐγκαινιάσθηκε τότε καὶ συνεχίζεται μέχρι σήμερα καὶ ὅσο θὰ ὑπάρχει σήμερα στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί τί ἄραγε εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ συνομιλία καὶ ὁ διάλογος τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἡ περιπετειώδης πορεία τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποξενώθηκε. Ὁ λόγος καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς προσευχῆς εἶναι θέμα βαθὺ καὶ ἀνεξερεύνητο. Εἶναι τόσο γνωστὸ ὅσο καὶ ἄγνωστο, γιατί συνδέεται μὲ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ μυστήριο τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.

Στοιχεῖα τῆς προσευχῆς

Σὲ πολλὲς περιπτώσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης διαβάζουμε ὅτι ἀπαραίτητα στοιχεῖα τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἐπιμονή. Ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ αὐτοπαράδοση στὴν ἀγάπη του. Σὲ πολλὰ περιστατικὰ τῶν εὐαγγελίων βλέπουμε τὸν Χριστὸ νὰ θέτει παιδαγωγικὰ ἐμπόδια στὴν ἱκανοποίηση τῶν αἰτημάτων τῶν ἀναξιοπαθούντων ἀνθρώπων. Ὅμως γνωρίζει ἡ πίστη νὰ μάχεται μὲ ὅλα καὶ νὰ νικᾶ. Ἡ ἄρνηση τοῦ Κυρίου νὰ θεραπεύσει τὴν ἀσθένεια συνήθως δοκιμάζει τὴν πίστη, θερμαίνει τὴν προσευχή, ἀποδεικνύει τὴν ταπείνωση καί, τελικά, ὁδηγεῖ στὸ θαῦμα καὶ τὴ σωτηρία. Μόνο οἱ δυνατὲς προσευχὲς μὲ θερμὴ πίστη καὶ ἀληθινὴ ἐπιμονὴ σπάζουν ὅλους τους φραγμοὺς καὶ τὰ ἐμπόδια καὶ ἀνοίγουν τὶς πύλες τοῦ οὐρανοῦ. «Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε- κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν· πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται. ἤ τὶς ἐστὶν ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος, ὅν αἰτήσει ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ;» (Μτ. 7,7-9). Ὁ πιστὸς ἔχει τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεός, στὴν παγγνωσία Του, ξέρει καλὰ τὶς ἀνάγκες καὶ τὰ αἰτήματα τῶν ἀνθρώπων. Δὲν περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς νὰ μάθει τί ζητᾶμε. Ὅμως ἐμεῖς οἱ πιστοὶ ἔχουμε τὴ συναίσθηση ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Ἐκεῖνος εἶναι ὁ πατέρας μας. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ σχέση μᾶς δίνει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐμπιστευόμαστε.

Μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ πέφτουμε στὴν ἀγκαλιά Του καὶ ζητᾶμε νὰ μὴ μᾶς ἐγκαταλείψει τὸ ἔλεος καὶ ἡ χάρη Του, γιατί ὑπάρχουμε καὶ ζοῦμε ἀπὸ Ἐκεῖνον. Γιατί χωρὶς Αὐτὸν τὰ πάντα σκοτεινιάζουν, καταρρέουν καὶ ἐκμηδενίζονται «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ὁμολογοῦμε μὲ ταπείνωση ὅτι «Σοὶ μόνῳ ἁμαρτάνομεν ἀλλὰ καὶ Σοὶ μόνῳ λατρεύομεν». Ἡ προσευχὴ μᾶς συνδέει καὶ μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν Θεό. Γίνεται μητέρα κάθε ἀρετῆς ποὺ θωρακίζει τὸν ἑαυτό μας μὲ τὴν καλύτερη πανοπλία. Ὅποιος δὲν νιώθει τὴν ἀνάγκη ἀλλὰ καὶ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς ἐπιβεβαιώνει τὸν λόγο τῆς Ἀποκάλυψης «ὄνομα ἔχει ὅτι ζῇ» (Ἀπ. 3,1), ἀλλὰ ὅμως εἶναι νεκρός. Εἶναι καρδιὰ χωρὶς παλμούς, ψυχὴ χωρὶς πνοή.

Τὸ κενό της σιωπῆς τοῦ Θεοῦ

Καὶ ὅμως ὑπάρχουν στιγμὲς στὴ ζωή μας ποὺ ἀπογοητευόμαστε. Σὲ κάποιες δύσκολες ὧρες σκληρῆs δοκιμασίας ρωτᾶμε τὸν Θεὸ γιατί, καὶ Ἐκεῖνος δὲν μᾶς ἀπαντᾶ. Ἐμεῖς χτυπᾶμε τὴν πόρτα Του καὶ Ἐκεῖνος δὲν μᾶς ἀνοίγει. Τὸ κενό τῆς σιωπῆς τοῦ Θεοῦ μᾶς κλονίζει. Τότε ἂς ἀναρωτηθοῦμε μήπως «αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε» (Ἰακ. 4,9). Μήπως εἶναι ἐσφαλμένος ὁ χρόνος καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς προσευχῆς μας; Ἄραγε αὐτὰ ποὺ ζητᾶμε μᾶς ὠφελοῦν ἤ μᾶς ζημιώνουν;

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὴν ἀπάντηση τὴ γνωρίζει μόνο ὁ Θεός. Κάποτε τὸ ὄχι τοῦ Θεοῦ μᾶς λέει «οὐκ εἰσὶν αἱ βουλαί μου ὥσπερ αἱ βουλαὶ ὑμῶν» (Ἠσ. 55,8). Τότε ὑπακοῦμε στὸ θέλημά Του καὶ ἀλλάζουμε τὸ δικό μας. Ἀνακατατάσσουμε τὶς προτεραιότητες καὶ τὰ σχέδια τῆς ζωῆς μας. Καὶ τότε ἡ προσευχὴ μᾶς ὡριμάζει καὶ μᾶς ὠφελεῖ περισσότερο. Γι\’ αὐτὸ ἂς μὴν τὴν ἐγκαταλείπουμε ποτέ. Ἀμὴν.

4.

Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.

Anthony Bloom, Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ Τεσσαρακοστὴ εἶναι μιὰ περίοδος μετάνοιας, μιὰ περίοδος ὅπου ἡ πέτρινη καρδιά μας μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, πρέπει ἀπὸ πέτρινη νὰ γίνει ἀνθρώπινη, ἀπὸ ἀναίσθητη ν΄ ἀρχίσει νὰ συναισθάνεται, ἀπὸ ψυχρή καὶ σκληρή νὰ γίνει ζεστή καὶ ἀνοιχτή στοὺς ἄλλους, καὶ στὸν ἴδιο τὸν Θεό.

Ἡ Σαρακοστή εἶναι μιὰ περίοδος ἀνανέωσης, ὅπου ὅλα γίνονται ξανὰ καινούργια, ὅπως στὴν ἄνοιξη· ὅπου ἡ ζωή μας ἀπὸ τὸ ἁμυδρὸ φῶς ποὺ βρισκόταν, ζωντανεύει μ’ ὅλη τὴν ἔνταση ποὺ ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ κοινωνήσει σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους, κάνοντάς μας μέτοχους τοῦ Ἁγίου Του Πνεύματος, καὶ μέσα ἀπὸ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια καὶ τοῦ δώρου τοῦ Θεοῦ σ’ ἐμᾶς, τῆς ΘεϊκῆςΤου φύσης.

Εἶναι καιρὸς συμφιλίωσης, καὶ συμφιλίωση εἶναι χαρά: εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ δική μας· εἶναι ἕνα νέο ξεκίνημα.

Σήμερα εἶναι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, καὶ θέλω νὰ σᾶς διαβάσω μερικὲς δικές του φράσεις ποὺ εἶναι σχετικές μὲ τὴν ἰδιαίτερη χρονική περίοδο ποὺ ζοῦμε:

«Μετάνοια ποὺ σημαίνει ἐπιστροφή στὸν Θεό εἶναι ἡ ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματός μας· εἶναι ἡ προσπάθεια μας ν’ ἀνανεώσουμε τὸ συμβόλαιο μας μὲ τὸν Θεό, ἠ ὑπόσχεση μας ν΄ ἀλλάξουμε ζωή. Εἶναι καιρὸς ὅπου μποροῦμε ν’ ἀποκτήσουμε ταπείνωση, ποὺ σημαίνει νὰ εἰρηνεύσουμε μὲ τὸν Θεὸ, μὲ τὸν ἑαυτό μας, μ’ ὅλη τὴν κτίση. Μετάνοια εἶναι ἡ γέννηση τῆς ἐλπίδας καὶ ἡ ἀπόρριψη τῆς ἀπελπισίας. Καὶ κάποιος ποὺ μετανοεῖ, εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ ἀξίζει καταδίκη – καὶ ὅμως, φεύγει ἀπὸ τὸ δικαστήριο δίχως ντροπή, ἐπειδὴ μετάνοια σημαίνει νὰ εἰρηνεύουμε μὲ τὸν Θεό. Καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται ζώντας μιὰ ζωὴ ποὺ ν’ ἀξίζει, ξένη πρὸς τὶς ἁμαρτίες ποὺ διαπράξαμε στὸ παρελθόν. Μετάνοια εἶναι ὁ κάθαρση τῆς συνείδησης. Μετάνοια σημαίνει ν’ ἀπομακρύνω ὅλο τὸν πόνο καὶ τὴν θλίψη.»

Καὶ ἄν ἀναρωτηθοῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτὸ, πῶς μποροῦμε νὰ φτάσουμε σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, πῶς μποροῦμε ν’ ἀποκριθοῦμε στὸν Θεό ποὺ μᾶς δέχεται ὅπως ὁ πατέρας δέχτηκε τὸν ἄσωτο υἱό, ἕναν Θεό ποὺ μᾶς περιμένει μὲ λαχτάρα, ποὺ, ἄν καὶ Τὸν ἀπορρίψαμε, ποτὲ δὲν χωρίστηκε ἀπὸ ἐμᾶς – πῶς μποροῦμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε σ’ Ἐκεῖνον; Ἄς ποῦμε λίγα λόγια γιὰ τὴν προσευχή:

«Μὴν χρησιμοποιεῖς στὴν προσευχή ψεύτικα σοφὰ λόγια· ἐπειδὴ συχνὰ εἶναι οἱ ἁπλοὶ ψίθυροι τῶν παιδιῶν ποὺ δίνουν χαρά στὸν οὐράνιο Πατέρα μας. Μὴν προσπαθεῖτε νὰ λέτε πολλὰ, ὅταν μιλᾶτε στὸν Θεό, γιατὶ διαφορετικὰ ὁ νοῦς σας θὰ χαθεῖ στὴν ἀναζήτηση τῶν λέξεων. Ἕνας λόγος ποὺ εἰπώθηκε ἀπὸ τὸν τελώνη προκάλεσε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ· ἕνας λόγος πίστης ἔσωσε τὸν ληστή στὸν σταυρό. Ἡ χρήση πληθώρας λέξεων ὅταν προσευχόμαστε σκορπίζει τὸ νοῦ μας καὶ τὸν γεμίζει μὲ φαντασίες. Ἕνας λόγος πρὸς τὸν Θεὸ συγκεντρώνει τὸ νοῦ στὴν παρουσία Του. Kαὶ ἄν ἕνας λόγος στὴν προσευχὴ σᾶς ἀγγίζει βαθιά, ἄν τὸν νοιώθετε βαθιὰ μέσα σας – ἐπιμείνετε, ἐπιμείνετε, ἐπειδὴ τέτοιες στιγμὲς ὁ φύλακας Ἄγγελος μας προσεύχεται μαζὶ μ’ ἐμᾶς, ἐπειδὴ εἴμαστε ἀληθινοὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἑαυτό μας».

Ἄς θυμηθοῦμε τί λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας, ἀκόμα κι ἄν ξεχνᾶτε τὰ σύντομα σχόλια (ποὺ ἔκανα) γιὰ νὰ γίνει τὸ κείμενό του πιὸ κατανοητό. Ἄς θυμηθοῦμε τὰ λόγια του ἐπειδὴ ἦταν ἕνας ἄνδρας ποὺ γνώριζε τὶ σημαίνει νὰ στρέφεσαι στὸν Θεό, νὰ μένεις μὲ τὸν Θεό, νὰ εἶσαι ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ χαίρεσαι μαζί Του. Μᾶς προσφέρεται αὐτὴ τὴ στιγμὴ, καθὼς ἀναβαίνουμε πρὸς τὶς ἡμέρες τοῦ Πάθους, μᾶς προσφέρεται σὰν παράδειγμα τοῦ τὶ μπορεῖ νὰ κάνει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ μεταμορφώνει ἕναν συνηθισμένο, ἁπλὸ ἄνθρωπο σὲ φῶς μέσα στὸν κόσμο.

Ἄς μάθουμε ἀπὸ ἐκεῖνον, ἄς ἀκολουθήσουμε τὸ παράδειγμά του, ἄς χαροῦμε μ’ ὅ,τι μπορεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὴ δύναμη Του νὰ κάνει σ’ ἕναν ἄνθρωπο, καὶ μ’ ἐμπιστοσύνη, μὲ πίστη, μὲ μιὰ θριαμβευτικὴ κι ὅμως γαλήνια χαρὰ, ἄς ἀκούσουμε τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς ἱκετεύει νὰ βροῦμε ἕναν τρόπο ζωῆς καὶ ποὺ μᾶς λέει ὅτι μ’ Ἐκεῖνον, καὶ μέσα ὰπὸ Ἐκεῖνον θὰ παραμείνουμε ζωντανοί, ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ αἰώνια Ζωή. Ἀμήν.

5.

Ἡ πιὸ σίγουρη ὑπόσχεση.

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας, Ἀρχιμανδρίτης.

Στὸ ὑπέροχο βιβλίο του «Κλῖμαξ θείας ἀνόδου» ὁ σήμερα ἑορταζόμενος ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης μιλάει καὶ γιὰ τὸν ἀγώνα κατὰ τοῦ πάθους τοῦ ψεύδους. Καὶ παρουσιάζοντας τὶς ὀλέθριες συνέπειές του λέει: «Τὸ ψέμα εἶναι ἐξαφάνιση τῆς ἀγάπης καὶ ἡ ψευδορκία ἄρνηση τοῦ Θεοῦ». Ἀσύγκριτα μεγαλύτερη, ἑπομένως, πτώση ἀπὸ τὸ νὰ ψεύδεται κανεὶς πρὸς τοὺς ἄλλους εἶναι ἡ χρήση ψευδοῦς ὅρκου, ἀφοῦ μὲ αὐτὴν ἐμπαίζοντας ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεό, οὐσιαστικὰ τὸν ἀρνεῖται καὶ ἀποξενώνεται ἀπὸ Αὐτόν.

Ἡ συγκατάβαση τοῦ θείου ὅρκου

Ὁ ὅρκος ἦταν ἕνα μέσο ἐπιβεβαίωσης τῆς ἀλήθειας ἀνεκτὸ στὸν Μωσαϊκὸ νόμο λόγω τῆς πνευματικῆς νηπιότητας τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἀνεχόταν νὰ καλεῖται ὡς μάρτυρας γιὰ νὰ στηρίζει τὴν κλονισμένη ἀξιοπιστία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Μετὰ τὴν Ἐνανθρώπησή του, βέβαια, ὁ Χριστὸς περιμένει ἀπὸ τὸν ἀναγεννημένο ἄνθρωπο νὰ εἶναι τόσο φιλαλήθης, ὥστε τὸ «ναὶ» του νὰ εἶναι ὄντως «ναὶ» καὶ τὸ «ὄχι» του ὄντως «ὄχι»· καί, ἑπομένως, σὲ μία τέτοια εὐθύτητα συνείδησης καὶ λόγων ὁ ὅρκος περιττεύει καὶ τελικὰ ἀπαγορεύεται.

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅμως, ὁ Θεὸς ἀπὸ ἄκρα συγκατάβαση στὴ δυσπιστία μας καταδέχτηκε νὰ χρησιμοποιήσει τὰ δεκανίκια τοῦ ὅρκου, γιὰ νὰ βεβαιώσει τὴν ἀλήθεια τῶν ὑποσχέσεών του. «Ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι», λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «εἶναι ὄχι μόνο ὀλιγόπιστοι ἀλλὰ καὶ ἄπιστοι, ὁ Θεὸς συγκαταβαίνει στὰ μέτρα τους· μολονότι εἶναι ὑποτιμητικὸ γι’ Αὐτὸν τὸ νὰ μὴν τὸν ἐμπιστεύονται, ὁρκίζεται γιὰ χάρη τους». Καί, ὅπως μᾶς θυμίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε κανέναν μεγαλύτερό του στὸν ὁποῖο νὰ ὁρκιστεῖ, ὁρκίστηκε στὸν Ἑαυτό του», γιὰ νὰ βεβαιώσει τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδωσε στὸν Ἀβραάμ.

Ἡ ἀπαραίτητη συνεργασία

Φυσικά, αὐτὰ τὰ δύο πράγματα, ἡ ὑπόσχεση καὶ ἡ διὰ τοῦ ὅρκου ἐπιβεβαίωσή της, δὲν ἀφήνουν μὲν κανένα περιθώριο ὅτι μπορεῖ νὰ ψεύδεται ὁ Θεός· ἀλλά, ὅσο καὶ νὰ εἶναι «ἀμετάθετα», δὲν εἶναι ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπαγγελίας. Χρειάζεται καὶ ἡ δική μας συνεργασία, ποὺ συνίσταται στὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, στὴν ὑπομονὴ καὶ σὲ καρτερία ποὺ δὲν κάμπτεται, ἀκόμα κι ὅταν ὅλα συνωμοτοῦν, γιὰ νὰ μᾶς σβήσουν τὴν ἐλπίδα. Ὅταν ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε στὸν Ἀβραὰμ τὴ γῆ Χαναὰν καὶ ἀμέτρητο πλῆθος ἀπογόνων, ἐκεῖνος συνέχιζε νὰ μένει σὲ σκηνὲς περιπλανώμενος, καὶ ἡ Σάρρα εἶχε γεράσει στείρα. Παρὰ ταῦτα, ὁ ἅγιος πατριάρχης οὔτε στιγμὴ δὲν ἄφησε νὰ κλονιστεῖ ἡ πίστη του στὸν Θεό, οὔτε κι ὅταν ὁ Θεὸς ἀργότερα τοῦ ζήτησε νὰ θυσιάσει τὸ παιδί του. Καὶ ἀφοῦ πέρασε τὶς πιὸ σκληρὲς «ἐξετάσεις» πίστης μὲ «ἄριστα», ὄχι ἁπλῶς ἀπόλαυσε πλούσια τὴν ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐπαγγελιῶν, ἀλλὰ τιμήθηκε μὲ τὸ νὰ ὀνομάσει ὁ Χριστὸς τὸν Παράδεισο «ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραὰμ» καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος νὰ τὸν ἀποκαλέσει «πατέρα πάντων τῶν πιστευόντων».

Ἔτσι, πνευματικοὶ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ εἴμαστε ὅλοι οἱ πιστοί, «οἱ κατὰ πίστιν αὐτῳ ἐξομοιούμενοι» (Ζιγαβηvός). Στὸν βαθμὸ ποὺ τοῦ μοιάζουμε στὴν πίστη μὲ τὴν ὁποία καταφεύγουμε στὸν Θεό, μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἀπολαύουμε τὴν παρηγοριά, τὸ θάρρος καὶ τὴ σιγουριὰ μιᾶς ἐλπίδας τόσο σταθερῆς, ὅσο εἶναι ἡ ἄγκυρα γιὰ τὸ καράβι, ποὺ τὸ κρατάει μὲ ἀσφάλεια στὸ λιμάνι προστατευμένο ἀπὸ φουρτοῦνες. Ἡ ἄγκυρα, βέβαια, τῆς δικῆς μας ἐλπίδας δὲν μᾶς κρατάει ἁπλῶς στὴ σχετικὴ ἀσφάλεια ἑνὸς λιμανιοῦ. Δὲν κρατιέται ἀπὸ ἄμμο ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Κύριο τῆς δόξης, ὁ Ὁποῖος δὲν κάθεται σὲ πυθμένα ἀσταθὴ ἀλλὰ ἔχει εἰσέλθει στὸν Οὐρανὸ πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς, γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξει δρόμο καὶ νὰ μᾶς ἑτοιμάσει τόπο. Καὶ μπῆκε ἐκεῖ ὁ Χριστὸς ὡς θεάνθρωπος πλέον, ὄχι μόνο γιὰ νὰ εἶναι Βασιλέας μας ἀλλὰ καὶ Αἰώνιος Ἀρχιερέας μας, προσφέροντας ἀκατάπαυστα τὸν Ἑαυτὸ του θυσία γιὰ τὸν ἁγιασμό μας καὶ τὴ σωτηρία μας.

Ὀρθόδοξη «μεταφυσικὴ»

Αὐτὸ τὸ κήρυγμα τῆς ἐλπίδας στὴν ἐπηγγελμένη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ συκοφαντήθηκε ὅτι δῆθεν «ἐξορίζει» τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸ ἐδῶ καὶ τὸ τώρα· καὶ ὅτι προσφέρει ὡς λύση στὴν ταλαιπωρία τῆς ἐπίγειας ζωῆς τὴν ὑπόσχεση γιὰ μακαριότητα σὲ μία μετὰ θάνατον ζωή. Ὁ Βάρναλης σατίρισε μία τέτοια ἀντίληψη στὸ ποίημά του «Ἡ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου», παρουσιάζοντας ἕναν γάϊδαρο νὰ λέει «ἀντραλίζομαι, πεινῶ» καὶ ἕναν παπᾶ νὰ τοῦ ἀπαντάει «σούτ, θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!» Μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴ διαστρέβλωση, ποὺ διακρίνει τόσο στεγανὰ τὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ ἀπὸ τὴν οὐράνια καὶ σχετικοποιεῖ ἀπελπιστικὰ τὴ σημασία τῆς πρώτης, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος φυσικὰ στέκεται μὲ ἀποτροπιασμό. «Ἂν ὑπάρχει μία ἁμαρτία κατὰ τῆς ζωῆς», γράφει ὁ φιλόσοφος Καμύ, «δὲν εἶναι τόσο τὸ νὰ ἀπελπιστοῦμε ἀπὸ αὐτή, ὅσο τὸ νὰ ἐλπίσουμε σὲ μίαν ἄλλη ζωὴ· τὸ νὰ ἀφήσουμε νὰ ξεκλέψει τὴν ἀγάπη μας γιὰ τὴ συγκεκριμένη ζωὴ τὸ μεγαλεῖο μιᾶς δῆθεν αἰώνιας ζωῆς». Καὶ στὸ ὄνομα τῆς καθημερινῆς, χειροπιαστῆς ζωῆς, ὁ Καμὺ ἀρνεῖται νὰ πιστέψει σὲ μίαν ἄλλη, ὡραία ἔστω καὶ αἰώνια, ἀλλὰ πάντως «ἄλλη» ζωή.

Σίγουρα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήνουμε τὴ μαρτυρία «περὶ τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος» νὰ ξεπέφτει σὲ μία στείρα μεταφυσική, ποὺ ἀμπελοφιλοσοφεῖ ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ ἐπέκεινα, ξεχνώντας ὅτι δὲν ἔχουμε δύο ζωὲς ἀλλὰ μία. Ζωὴ μας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος «σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Καὶ τὸ κορυφαῖο δῶρο τῆς Σταυρικῆς του θυσίας εἶναι ἕνα Δεῖπνο, ὅπου γίνεται γιὰ ἐμᾶς Βρώσιμος καὶ Πόσιμος ἐδῶ καὶ τώρα. Θὰ τὸ διακηρύξει ὁ ἅγιος Ἰωάννης: «Ναί, βρισκόμαστε ἀκόμα στὸν κόσμο. Δὲν ἀναχωρήσαμε ἀκόμα ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Κι ὅμως, μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀπολαμβάνουμε ἤδη τὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν κληρονομία τῆς Βασιλείας του».

6.

Πιστεύω, Κύριε, βοήθα με στὴν ἀπιστία μου.

Anthony Bloom, Metropolitan of Sourozh (1914- 2003).

Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης, βλέπουμε νὰ ἔρχονται ἢ νὰ φέρνουν στὸν Κύριο ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἰάσης – τῆς ἴασης ἀπὸ σωματικὲς ἀσθένειες, ἀπὸ τὴν δυστυχία, ἀπὸ τὸν πόνο, τὴν ἀγωνία τῆς ζωῆς. Καὶ κάθε φορὰ ὁ Χριστὸς τοὺς λέει, «Πιστεύεις ὅτι μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό; » Καὶ σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ὁ ἄνδρας ποὺ ρωτήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο ἂν πιστεύει σὲ σχέση μὲ τὸν ἀσθενὴ υἱὸ του εἶπε, «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ μου». Ἀλλὰ ἐὰν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς ὁ Κύριός μας ἔχει τὴ δύναμη νὰ σώσει, ὑπάρχει κάτι περισσότερο σὲ αὐτό. Ἐπειδὴ εἶναι ἀναμενόμενο νὰ πιστέψουμε ὄχι μόνο στὴν Θεϊκὴ δύναμη, ἀλλὰ στὴν Θεϊκὴ συμπόνια.

Τὸ κείμενο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου μᾶς μιλάει γιὰ τὸ ἔλεος. Ἔλεος σημαίνει τρυφερότητα, φροντίδα, ἀλλὰ πέρα ἀπ’ αὐτό, ὑπάρχει αὐτὴ ἡ σπουδαία, καὶ κατὰ ἕναν τρόπο τρομακτικὴ λέξη, «συμπόνια», ποὺ σημαίνει ἑτοιμότητα, καὶ πράγματι ὄχι μόνο ἑτοιμότητα ἀλλὰ τὴν πραγματικότητα νὰ ὑποφέρει κανείς, ἀναλαμβάνοντας μαζὶ τὸν πόνο ἑνὸς ἄλλου προσώπου. Καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ στὴν πραγματικότητα ἔκανε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἐνσάρκωσή Του. Δὲν ἐνδύθηκε μόνο τὴν ἀνθρώπινη φύση σ’ ὅλη τὴν ἀδυναμία της, ἀλλὰ ὅλο τὸν πόνο, τὰ βάσανα, τὴν ἀγωνία τοῦ καθένα ἀπὸ ἐμᾶς. Καὶ ἐὰν στρεφόμαστε σ’ αὐτὸν ζητώντας Του νὰ μᾶς θεραπεύσει, νὰ μᾶς βοηθήσει, αὐτὸ ποὺ ἀληθινὰ θέλουμε νὰ ποῦμε εἶναι, «Πιστεύω, Κύριε, ὅτι ἡ ἀγάπη Σου εἶναι τέτοια ὥστε δὲν ὑπάρχει πόνος τοῦ νοῦ, καμιὰ ἀγωνία τοῦ νοῦ, κανένας σωματικὸς πόνος ποὺ νὰ μὴν συμμετέχεις. Ναί, Ἐσὺ σταυρώθηκες, δὲν μοιράστηκες μοναχὰ τὸν θάνατό μας, ἀλλὰ τὸν πόνο ποὺ καίει σὲ κάθε καρδιὰ καὶ ξεσχίζει κάθε μέλος τοῦ σώματος.» Μποροῦμε νὰ στραφοῦμε στὸν Θεὸ ὅταν βρισκόμαστε σὲ ἀνάγκη καὶ νὰ ποῦμε, «Κύριε, ἔχω ἐμπιστοσύνη στὴν συμπόνια Σου. Πιστεύω ὅτι ὅποτε ὑποφέρω, δίκαια ἢ ἄδικα, ἀπὸ δικό μου φταίξιμο ἢ ὄχι, Ἐσὺ ὑποφέρεις μαζί μου, μοιράζεσαι τὴν ἀγωνία μου· καὶ ἡ ἀγωνία Σου εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν δική μου, ἐπειδὴ γνωρίζεις περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, τί θὰ μποροῦσα νὰ εἶμαι στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα.»

Καὶ ἔτσι ὅταν ἔχουμε ἀνάγκη τὸ θεῖο ἔλεος ἢ τὴ θεία βοήθεια, ἂς μὴν στραφοῦμε ἁπλὰ σὲ Ἐκεῖνον γιὰ νὰ τοῦ ποῦμε, «Κύριε, βρίσκομαι σὲ ἀνάγκη καὶ ἔχεις Ἐσὺ τὴ δύναμη», ἂς στραφοῦμε καὶ ἂς ποῦμε, «Γνωρίζω, Κύριε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα, πόνος, ἀγωνία ποὺ νὰ μὴν μοιράζεσαι μὲ μένα· λατρεύω τὴν ἀγάπη Σου, γονατίζω μπροστὰ στὸν σταυρό Σου, δέχομαι τὸν τρόμο νὰ μοιράζομαι μὲ Σένα τὸν πόνο μου, ἐπειδή, πιστεύω τόσο βαθιά, ἐξ ὁλοκλήρου στὴν συμπόνια Σου, δώρισέ μου νὰ μοιράζομαι τὴν ὁλότητά Σου». Ἀμὴν.