«Χαῖρε, αὐγή μυστικῆς ἡμέρας» (Χαίρε Παναγία που είσαι το πρωϊνό φως που αναγγέλλει την ημέρα του Κυρίου).

1. Πάλιν και πολλάκις έχει τονιστεί ότι η Παναγία Μητέρα του Κυρίου και δική μας Μητέρα ποτέ δεν θεωρείται καθ’ εαυτήν∙ συν-θεωρείται πάντοτε με τον Κύριο και Θεό της, διότι δι’ Αυτής ο Δημιουργός θέλησε να έρθει στον κόσμο και να γίνει άνθρωπος. Το ανθρώπινο του Θεού έχει τη «σφραγίδα» του ανθρωπίνου Εκείνης, που θα πει ότι αφενός η Παναγία όντως είναι εντελώς Μοναδική μέσα σε όλο το ανθρώπινο γένος παγκόσμια και διαχρονικά – ουδέποτε θα υπάρξει άνθρωπος του ύψους και της περιωπής της δικής Της –, αφετέρου ο Θεός μας αποδεικνύεται ότι έλκεται πάντοτε από εκείνα τα δημιουργήματά Του, με πρώτη την Παναγία, που δημιουργούν με την ψυχική τους καθαρότητα  «χώρο» στην καρδιά τους για να μπορέσει να επαναπαυτεί μέσα σ’ αυτές, ως «ο εν αγίοις επαναπαυόμενος Θεός». Από την άποψη αυτή είναι εντελώς φυσική η εικόνα του αγίου υμνογράφου ότι η Παναγία αποτελεί το πρωϊνό φως που προοιωνίζεται τον ερχομό της λαμπρής ημέρας, της ημέρας δηλαδή του Κυρίου – γεννήθηκε Εκείνη που την πρόσμεναν όλοι οι αιώνες από την ώρα της υπόσχεσης του Θεού με το πρωτευαγγέλιο: θα έρθει μία γυναίκα που ο απόγονός της θα πατάξει τον πονηρό διάβολο. 

2. Και μολονότι λαμπρή αυτή η ημέρα είναι όμως «μυστική», διότι απαιτεί ανεωγμένους πνευματικούς οφθαλμούς, οφθαλμούς δηλαδή που η πονηρία λόγω της αμαρτίας δεν τους έχει τυφλώσει. Μόλις προηγουμένως αναφέραμε ότι ο Θεός εμφανίζεται και επαναπαύεται μόνο σε καρδιές που αγωνίζονται τον αγώνα της ψυχικής τους καθαρότητας, δηλαδή σε καρδιές που Τον θέλουν στη ζωή τους και επιθυμούν αληθινά να απεμπλακούν από την εμπαθή προσκόλληση στις γήινες απολαύσεις. Άνθρωποι που η κλίση της καρδιάς τους είναι στραμμένη επί τα πονηρά αμετανόητα, δυστυχώς αδυνατούν να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τον Θεό, συνεπώς και με Εκείνη που τον φανερώνει με τον πιο άμεσο τρόπο, την Υπεραγία Θεοτόκο. Είναι μία αλήθεια που συχνά την παραθεωρούμε, γι’ αυτό και πελαγοδρομούμε στα κύματα της απιστίας και της ταλαιπωρίας του βίου μας. Η πίστη μας όμως εξαρχής και πάντοτε το διακηρύσσει σε όλους τους τόνους: πηγή της πίστεως ως υπαρκτικής αποδοχής του Χριστού είναι η καθαρότητα της καρδιάς. Στο ερώτημα που θέτει για παράδειγμα ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ήδη στην αρχή του ευαγγελίου του, γιατί δεν αποδέχτηκαν οι πολλοί τον Χριστό, η απάντηση είναι: «ην γαρ πονηρά αυτών τα έργα». Και το ίδιο τονίζει και σύμπασα η Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Την Παναγία λοιπόν ως αρχικό φως, πολύ περισσότερο δε τον Χριστό και τη Βασιλεία Του ως τον λαμπρότατο ήλιο, μπορούν να δουν μόνον οι έτοιμες καρδιές, αυτές που θεωρούν ότι ο Θεός δεν είναι το περιθώριο της ζωής τους, αλλά το κέντρο της, γι’ αυτό και Τον αναζητούν εναγωνίως και αδιαλείπτως.

3. Αυτό όμως που συνέβη τότε στα ιστορικά χρόνια του Χριστού και της Παναγίας – ο ερχομός Εκείνης έδειχνε ότι ήλθε «το πλήρωμα του χρόνου» κι έφθασε η Βασιλεία του Θεού στη γη – συνεχίστηκε και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Γιατί η Βασιλεία αυτή του Θεού βιώνεται «μυστικώς» πάλι μέσα στο ζωντανό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, η οποία συνιστά εικόνα και της ίδιας της Παναγίας. Παναγία και Εκκλησία, για τους αγίους Πατέρες μας, αποτελούν ενιαία ολότητα, που σημαίνει ότι αντιστοίχως προς την Παναγία και η Εκκλησία χωρίς Χριστό δεν υφίσταται. Τον Χριστό και τη ζωή Του φανερώνει η Εκκλησία, τον δρόμο του Σταυρού που Εκείνος περπάτησε και η Εκκλησία περπατά, γι’ αυτό και το μαρτύριο που ήταν χαρακτηριστικό της ζωής και της Παναγίας είναι χαρακτηριστικό και της Εκκλησίας και αυτό σφραγίζει τη ζωή της. Οπότε, όπου εμφανίζονται σημάδια στην ιστορική πορεία της ανθρώπινης διάστασης της Εκκλησίας που αποκλίνουν από τα σημάδια του Σταυρού, δηλαδή από τη θυσιαστική αγάπη προς τον συνάνθρωπο και την «αδυναμία» μέσα στον κόσμο τον πεσμένο στην αμαρτία, εκεί έχουμε προσωρινή απώλεια της ταυτότητάς της. Αλλά τότε, στην έκπτωση αυτή, δεν έχει κανείς το δικαίωμα να επικαλείται ούτε τον Χριστό ούτε την Παναγία. Βιώνοντας τη βλασφημία του αγίου Πνεύματος ζει με τον τρόπο των εχθρών του Χριστού, με τον τρόπο των μισούντων και διωκόντων Αυτόν, με τον τρόπο δηλαδή των κοσμικών που το αμαρτωλό φρόνημα τους έχει διαβρώσει και κείνται υπό την οργή του Θεού.

4. Χριστός, Παναγία, Εκκλησία λοιπόν συν-θεωρούνται. Ο Χριστός είναι ο Σωτήρας και το Κέντρο της ζωής των ανθρώπων, και η Παναγία μαζί με την εικόνα της την Εκκλησία, Εκείνον προβάλλουν και δείχνουν. Οπότε κι εμείς οι πιστοί ως μέλη της Εκκλησίας την Παναγία έχουμε προ οφθαλμών για να βλέπουμε ορθά και τον Κύριο Ιησού Χριστό, σαν την αυγή που μας φέρνει την ημέρα. Και η Παναγία βεβαίως μας υποδεικνύει τον μονόδρομο της αληθινής ζωής: την απόλυτη υπακοή στον Κύριο, κατά το «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

π. Γεώργιος Δορμπαράκης -Ακολουθείν