«Ἴδε καιρός, ἴδε ἡμέρα σωτήριος, ἡ τῆς Νηστείας εἴσοδος, ψυχή γρηγόρησον, καί παθῶν τάς εἰσόδους ἀπόκλεισον, Κυρίῳ ἐνατενίζουσα» (ωδή α΄ Τριωδίου).

(Να ο καιρός, να η σωτήρια ημέρα: η είσοδος της Νηστείας. Ψυχή μένε σε εγρήγορση κι απόκλεισε τις εισόδους των παθών, ατενίζοντας διαρκώς τον Κύριο).

Μπήκαμε στην περίοδο της Νηστείας, την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, και η Εκκλησία μας εδώ και αρκετές ημέρες μας θυμίζει ότι πρόκειται για τον «καιρόν» της μετανοίας, συνεπώς τον καιρό της σωτήριας ημέρας, όπου η στάση ενώπιον του ζωντανού Θεού μας προβάλλει με τον ισχυρότερο τρόπο. Δανείζεται ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος την ορολογία και την εκτίμηση του αποστόλου Παύλου, ο οποίος και εκείνος εξαγγέλλει ότι αφότου ήρθε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο παρών καιρός, η ζωή αυτή δηλαδή, είναι ο κατάλληλος καιρός για να φύγουμε από την προσκόλληση στις αμαρτίες και τα πάθη μας – ό,τι αλλοιώνει και διαστρέφει την ανθρώπινη φύση μας – και να πιστέψουμε στον Χριστό ακολουθώντας Εκείνου τις εντολές. Κι ακολουθώντας τον Χριστό βεβαίως να επανέλθουμε στην «κανονικότητά» μας, την αληθινή φύση μας την κατά Θεόν πλασμένη ως εικόνα του Χριστού. «Ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρα σωτηρίας. Ἀποθώμεθα οὖν τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός»: να τώρα είναι ο κατάλληλος καιρός, να τώρα είναι η σωτήρια ημέρα. Ας αποθέσουμε λοιπόν τα έργα της αμαρτίας που είναι σκοτάδι και ας ντυθούμε τα όπλα του φωτός, δηλαδή τον Χριστό που είναι το Φως του κόσμου.

Όσο λοιπόν ο Θεός μάς δίνει την ευκαιρία της «σήμερον ἡμέρας», όσο παρατείνει τον χρόνο της εδώ παροικίας μας – διότι βεβαίως ο χρόνος είναι δωρεά του Θεού που μας δίνει προς μετάνοιά μας, κατά τον λόγο της Γραφής: «δίνω χρόνο για να μετανοήσει ο άνθρωπος» – πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, ξύπνιοι, χωρίς να βαρυνόμαστε σε ύπνο πνευματικό, δηλαδή σε αποκοίμιση λόγω των γλοιωδών παθών μας που εύκολα προσκολλώνται σε ό,τι θεωρείται υλικό αγαθό του κόσμου τούτου. Κι αυτή η εγρήγορση, η νήψη σημαίνει τον αγώνα να αποκλείουμε τις εισόδους των παθών στην ύπαρξή μας, να μην αφήνουμε δηλαδή χώρο αναπτύξεως στην καρδιά μας του εγωισμού μας με όλα τα παρακλάδια του, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας μας. Οπότε η εγρήγορση αυτή παραπέμπει στον έλεγχο των λογισμών μας από την ορθοφρονούσα συνείδησή μας, αφού κάθε αμαρτία ως λειτουργία ενός πάθους μας από τους λογισμούς κάνει την αρχή της.

Τι είναι εκείνο, κατά τον άγιο υμνογράφο και τη σύνολη εμπειρία επ’ αυτού της Εκκλησίας, που μπορεί να αποκλείει αυτές τις εισόδους των παθών; (Και δεν είναι άνευ σημασίας ο πληθυντικός αριθμός που χρησιμοποιεί ο υμνογράφος: «εισόδους» λέει και όχι «είσοδος», γιατί είναι πολυποίκιλη και πολύμορφη η αμαρτία δυστυχώς). Τι λοιπόν έχει τη δύναμη διαμιάς να κλείνει όλες τις θύρες και όλες τις εισόδους των παθών; Η ενατένιση του Κυρίου! «Κυρίῳ ἐνατενίζουσα». Όταν η ψυχή με όλες τις δυνάμεις της: τις νοητικές, τις βουλητικές, τις συναισθηματικές, στρέφεται ολοκληρωτικά προς τον Κύριο, όταν Αυτόν έχει ως αδιάκοπη όρασή της κατά τον προφητικό λόγο: «οἱ ὀφθαλμοί μου διά παντός πρός τόν Κύριον» και «προωρώμην τόν Κύριον ἐνώπιόν μου διά παντός», τότε πράγματι από το κάλλος του προσώπου του Κυρίου «κολλάει» σ’ Εκείνον, η ομορφιά Του που αποτυπώνεται βεβαίως και σε κάθε δημιούργημά Του είναι εκείνη που τον απορροφά σε σημείο τέτοιο που δεν του αφήνει περιθώρια εκτροπής.

Αυτό βεβαίως είναι η εμπειρία των «τελείων» χριστιανών, δηλαδή των αγίων μας, αλλά αυτό πρέπει να συνιστά και για εμάς το «πολικό αστέρι» της πορείας μας στον κόσμο τούτο, που θα πει ότι μπορεί να μη φτάνουμε παρά ελάχιστα στην εμπειρία αυτή, όμως τουλάχιστον ξέρουμε πού πατάμε, δεν πελαγοδρομούμε χαμένοι σ’ έναν κόσμο που λόγω της αμαρτίας του ήδη κείται νεκρός και χαμένος σαν τον άσωτο υιό της γνωστής παραβολής. Το να μη χάνουμε την επαφή μας με τον Χριστό, καθημερινά και αδιάλειπτα, το να παλεύουμε να φτάσουμε έστω και επ’ ελάχιστον στις εντολές Του, είναι η απόδειξη ότι δεν κοιμόμαστε τον βαθύ ύπνο της απώλειάς μας. 

π. Γεώργιος Δορμπαράκης- Ακολουθείν