Φιλάρετος, Ἀρχιμανδρίτης Ἱ. Μ. Ἁγίας Λαύρας Καλαβρύτων(+).

Πύλη καὶ ἐναρκτήρια ἀκολουθία γιὰ τὴν εἴσοδό μας στὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀποτελεῖ ὁ Ἑσπερινός τῆς Κυριακῆς τῆς Τυροφάγου, ὁ ἐπονομαζόμενος καὶ ὡς Α΄ Κατανυκτικὸς Ἑσπερινός. Ὅλοι οἱ Ἑσπερινοὶ τῶν Κυριακῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὀνομάζονται Κατανυκτικοί, διότι κατὰ τὴ διάρκειά τους ψάλλονται κατανυκτικὰ τροπάρια ἀπὸ τὸ Τριώδιο, ποὺ τὸ περιεχόμενό τους διαποτίζεται ἀπὸ τὴ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας, τοῦ πένθους, τῆς συντριβῆς, τῆς μετάνοιας καὶ τῆς θερμῆς ἱκεσίας γιὰ ἄφεση ἁμαρτιῶν.

Ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς τοὺς κυριακάτικους, σαρακοστιανοὺς Ἑσπερινοὺς, μόνο ὁ σημερινὸς λέγεται «Ἑσπερινός τῆς Συγγνώμης». Ἡ ὀνομασία αὐτὴ ἀποδόθηκε, διότι στὸ τέλος τῆς ἀκολουθίας ὁ λαὸς ἀσπάζεται τὸ Εὐαγγέλιο, ζητώντας ἀπὸ τὸν ἱερέα συγγνώμη καὶ στὴ συνέχεια καὶ μεταξύ τους, ὥστε συγχωρημένοι νὰ ἀρχίσουν τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Αὐτὴ ἡ εὐλαβὴς συνήθεια διατηρεῖται σὲ πολλὲς μητροπόλεις καὶ κατὰ τόπους ναούς.

Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικὸ τῶν Ἑσπερινῶν αὐτῶν εἶναι ὅτι, μετὰ τὴν Εἴσοδο καὶ τὸ «Ἑσπέρας Προκείμενον», ἀλλάζει ὁ διάκοσμος τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ ἡ στολὴ τοῦ Ἱερέως, ἀπὸ χαρμόσυνη λόγω τῆς Κυριακῆς γίνεται πένθιμη λόγω τῆς Σαρακοστῆς. Στὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, ψάλλονται τὰ τροπάρια «Θεοτόκε Παρθένε», «Βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ» καὶ ἀκολουθεῖ ἡ εὐχὴ τοῦ Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου», ὅπου κλῆρος καὶ λαὸς σχηματίζουν τρεῖς μεγάλες καὶ δώδεκα μικρὲς μετάνοιες. Τέλος, ἐπαναλαμβάνεται ἡ φράση τῆς εὐχῆς «Ναὶ Κύριε, Βασιλεῦ», κάνοντας καὶ τέταρτη μεγάλη μετάνοια.

Σκοπὸς τοῦ Ἑσπερινοῦ αὐτοῦ εἶναι νὰ συγχωρέσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ὥστε ὅλοι μαζὶ καὶ σὲ πνεῦμα ἐν Χριστῷ κοινωνίας νὰ εἰσέλθουμε στοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε, ὅπως βλέπουμε στὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, «ἐὰν συγχωρήσετε στοὺς ἀνθρώπους ὅ,τι κακὸ ἔχουν κάνει, θὰ συγχωρήσει κι ἐσᾶς ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος. Ἐὰν ὅμως δὲν συγχωρήσετε τοὺς ἀνθρώπους, τότε οὔτε καὶ ὁ Πατέρας σας θὰ συγχωρήσει τὰ παραπτώματά σας» (Μτθ. 6,14). Ὅμως, πρὶν ἀπὸ αὐτὸ εἶχε διδάξει ἤδη τὴν Κυριακὴ Προσευχὴ «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Μτθ. 6,9), στὴν ὁποία ὅλα τὰ αἰτήματα πρὸς τὸν Θεὸ δὲν ἔχουν προϋποθέσεις· λέμε νὰ ἁγιάζεται τὸ ὄνομά Του, νὰ ἔλθει ἡ βασιλεία Του, νὰ γίνει τὸ θέλημά Του. Ἀπὸ τὰ αἰτήματα αὐτά, μόνο τὸ αἴτημα «ἅφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα», ποὺ σημαίνει συγχώρησε ὅ,τι κακὸ ἔχουμε κάνει, τὸ ἐξαρτᾶ ἀπὸ τὸ «ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέτες ἡμῶν», δηλαδὴ ὅπως καὶ ἐμεῖς συγχωροῦμε ἐκείνους πού μᾶς ἔχουν βλάψει. Ἑπομένως, ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, τὸ νὰ συγχωρήσω κάποιον σημαίνει νὰ βάλω ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σὲ ἐκεῖνον τὴν ἀκτινοβόλα συγχώρεση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.

Σύμφωνα μὲ τὸ Συναξάριο τοῦ Τριωδίου, ἡ Κυριακὴ αὐτή μᾶς θυμίζει τὴν «ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορία τοῦ Πρωτόπλαστου Ἀδάμ». Ἡ ἐξορία αὐτὴ δὲν ἀφορᾶ μόνο τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα ἀλλὰ καὶ ὅλους ἐμᾶς τοὺς ἀπογόνους τους, καθὼς τὶς ἐπιπτώσεις της κληρονομοῦμε ὅλοι μας. Κι αὐτὸ συμβαίνει, γιατί οἱ πρωτόπλαστοι μετὰ τὴν παρακοὴ δὲν μετανοοῦν γιὰ τὴν πράξη τους καὶ δὲν ζητοῦν συγχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν ὁ Θεὸς ρωτᾶ τὸν Ἀδὰμ «Μήπως ἔφαγες ἀπὸ τὸ δέντρο, ποὺ σοῦ εἶχα ἀπαγορεύσει νὰ φᾶς;», ὁ Ἀδὰμ τοῦ λέει «Ἡ γυναίκα πού μοῦ ἔδωσες, ἐκείνη μοῦ πρόσφερε ἕναν καρπὸ καὶ ἔφαγα». Ὅταν ὁ Θεὸς ρωτᾶ τὴ γυναίκα, δηλαδὴ τὴν Εὕα, «Γιατί τὸ ἔκανες αὐτό;», ἐκείνη τοῦ ἁπαντὰ «Τὸ φίδι μὲ ἐξαπάτησε κι ἔφαγα» (Γέν. 3,11). Ἔτσι, ἡ ἁμαρτία τοὺς ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ζωὴ καὶ ἔκλεισε πίσω τους τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου. Ἡ ὕπαρξή τους στὴ γῆ γίνεται πλέον ἐξορία.

Ἡ πολυώδυνη βιωτὴ στὸν μετὰ τὴν πτώση μακρυσμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ κόσμο φαίνεται ἀπελπισμένη καὶ ἀδιέξοδη. Ὅμως, θὰ ἔρθει ὁ Χριστὸς καὶ θὰ ἀνοίξει πάλι τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου σὲ ὅποιον Τὸν ἀκολουθεῖ. Ἔτσι, ὁλόκληρη ἡ ζωή μας μεταβάλλεται ἀπὸ κυκλικὴ πορεία στὰ κάτεργα τῆς ἁμαρτίας, σὲ μία προσκυνηματικὴ πορεία πρὸς τὴν οὐράνια πατρικὴ γῆ, δηλαδὴ τὴν ἐπιστροφὴ στὸν Παράδεισο.

Ἑπομένως, ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή μᾶς βρίσκει στὸ ξεκίνημά της σὰν τὸν Ἀδάμ, ποὺ, ὅπως περιγράφουν τὰ τροπάρια τοῦ Ἑσπερινοῦ, εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ καθήμενος ἀπέναντί του ὀδύρεται γιὰ τὸ λάθος του. Ὅμως, μέσα ἀπὸ τὴ νηστεία, τὴ μετάνοια καὶ τὴ συγχωρητικότητα, ποὺ διδάσκει καὶ προτείνει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, χορηγεῖται ἡ δυνατότητα νὰ ἐπαναπροσανατολιστοῦμε πρὸς τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Ἄν, λοιπόν, συγχωρέσουμε τὸν διπλανό μας, στὴν οὐσία ἔχουμε καταφέρει νὰ μᾶς συγχωρέσει ὁ ἴδιος ὁ Θεός· ἄλλωστε τὸ ἀγαπημένο δημιούργημά Του δὲν τὸ ἄφησε ποτὲ ἀπροστάτευτο. Ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ Ἀδὰμ κάνει λάθος καὶ χάνει τὸν Παράδεισο, ὁ Θεὸς Πατέρας στέλνει τὸν δεύτερο Ἀδάμ, τὸν Χριστό, γιὰ νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο ξανὰ σὲ αὐτόν. Ὅπως λέει καὶ ἕνας σύγχρονος ἅγιος, ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι τόσο μεγάλη, ποὺ δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ τὴν καταγράψουμε, ἀκόμα καὶ ἂν χρησιμοποιούσαμε γιὰ μελάνι τὸ νερὸ ὅλων τῶν ὠκεανῶν καὶ τὸ σύμπαν γιὰ χαρτί.

Ὡστόσο, δὲν ἐπιβάλλει τίποτα στὸν ἄνθρωπο. Μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ ἐπιλέγουμε ἐμεῖς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας μας. Μᾶς ἐφοδιάζει μὲ τὸ αὐτεξούσιο. Μᾶς χορηγεῖ ἀπόλυτη ἐλευθερία. Ἡ ἐπιλογὴ γιὰ τὸ ἂν θὰ ξανὰ προσανατολιστοῦμε στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἶναι δική μας. Μία στιγμὴ πραγματικῆς μετάνοιας ἀρκεῖ γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴ Βασιλεία. Μία στιγμὴ μετάνοιας ἦταν αὐτὴ, ποὺ ὁδήγησε τὸν ἄσωτο υἱὸ τῆς παραβολῆς στὸν πατέρα τοῦ· μία στιγμὴ μετάνοιας ἦταν αὐτὴ, ποὺ ὁδήγησε τὸν ληστὴ στὸν Παράδεισο, μία στιγμὴ ἦταν αὐτὴ, ποὺ προσανατόλισε  τὴν ἄλλοτε γυναίκα τῆς ἁμαρτίας, Ὁσία Μαρία τὴν Αἰγύπτια, στὴν ἐν Χριστῷ ζωή.

Στὴ δική μας ἐλεύθερη ἐπιλογὴ μένει νὰ ἔχουμε μία Τεσσαρακοστὴ γεμάτη πνευματικὸ ἀγώνα, χαρακτηριζόμενη ἀπὸ αἰσθήματα ταπείνωσης καὶ συγχωρητικότητας. Μία Τεσσαρακοστὴ λουσμένη ἀπὸ δάκρια αὐθεντικῆς μετάνοιας, δηλαδὴ μεταστροφῆς τοῦ νοῦ μας ἀπὸ τὰ φθαρτὰ καὶ γήινα, στὰ ἀθάνατα καὶ ἐπουράνια. Τὸ ζήτημα εἶναι ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἡ ὁποία ξεκινᾶ μὲ τὸν Κατανυκτικὸ Ἑσπερινό, νὰ μᾶς δωρίζει ὄντως κατα-νύξη. Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης ἀντιλαμβάνεται τὴν κατάνυξη, ὡς διαμπερὲς τρύπημα τῆς καρδιᾶς τοῦ πιστοῦ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ εὐγενικὴ ἀλλοίωση τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη ἀξίζει νὰ γεμίσει καὶ νὰ «πληγώσει» τὴν καρδιά μας, ὥστε νὰ ἀναρρώσει πλήρως στὸ τέλος τῆς περιόδου ποὺ ἀνοίγεται μὲ τὸν Ἑσπερινό τῆς Συγγνώμης, ὅταν λάμψει μέσα της τὸ Ἀναστάσιμο φῶς.