Γανωτῆς Κωνσταντῖνος.

Τὸ μόνο πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ παρατηρήσει κανείς, ἀμέσως μόλις κοιτάξει τὰ πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων στὶς μέρες μας, εἶναι μία κατάθλιψη. Μόνο λίγα παιδάκια, ὄχι ὅλα κι ὄχι σ’ ὅλες τὶς ὧρες, δείχνουν ξένοιαστα καὶ χαρούμενα. Ἡ κατάθλιψη βέβαια αὐτὴ δὲν διαπιστώνεται μόνο ἄμεσα, ἀλλὰ συχνὰ καὶ ἔμμεσα. Πρόσωπα ὀργισμένα, ἀνήσυχα καὶ βιαστικά, πρόσωπα καχύποπτα ἢ παγερὰ ἀδιάφορα, πρόσωπα σὲ παραλήρημα θριάμβου γιὰ γελοῖες ἐπιτυχίες, πρόσωπα λαίμαργα γιὰ κάθε εἴδους ἡδονὲς καὶ προπαντὸς πρόσωπα ποὺ διψοῦν γιὰ παρανομία, γιὰ διαστροφή, γιὰ κάτι τὸ ἀλλόκοτο ἢ μὲ τὴ νευρασθένεια τῶν συνεχῶν ἀλλαγῶν, πρόσωπα τέλος μὲ τὴν ἔκφραση τῆς εἰρωνείας στὰ χείλη, τοῦ χλευασμοῦ καὶ τῆς ἀηδίας.

Και θα ‘λέγε κανεὶς ὅτι μὲ τόση ἐλευθεριότητα, μὲ τόση ἄνεση ν’ ἀπολαμβάνουν οἱ ἄνθρωποι ὅ,τι ἐπιθυμοῦν χωρὶς ἐμπόδια καὶ ἀναστολές, θὰ περίμεναν μία ἱκανοποίηση, μία ἀνάπαυση, ἕνα πρόσωπο εὐχαριστημένο τέλος πάντων. Ἀντίθετα ὅμως, ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ προχώρησε αὐτὴ ἡ ἐλευθεριότητα, ἄρχισε νὰ πλασάρεται τὸ μπλαζὲ ὕφος, νὰ γίνονται τὰ τραγούδια οὐρλιαχτὰ καὶ βογκητά, νὰ ζωγραφίζουν οἱ ζωγράφοι ψοφίμια καὶ ἀφηρημένες καρικατοῦρες, ν’ ἀσκημίζουν οἱ ἄντρες, προπαντός, τὰ μοῦτρα τους καὶ τὰ μαλλιά τους καὶ νὰ θεωροῦν ἀπαραίτητα τὰ ναρκωτικά, τὰ παρὰ φύσιν καὶ τὸ ἔγκλημα.

Καὶ πρώτ’ ἂπ’ ὅλα, χάθηκε ἡ αὐθεντικὴ γεύση τῶν αἰσθήσεων. Ἀπελπισμένοι ὅλοι, καὶ πιὸ πολὺ οἱ νέοι, καταφεύγουν στὶς ἀπίθανες καὶ τελικὰ πολὺ δυνατὲς γεύσεις. Καθετὶ ἁπλὸ καὶ φυσικὸ καὶ μέτριο στὴν ποσότητα θεωρεῖται σιχαμένο καὶ ταπεινωτικό.

Δὲν χρειάζεται νὰ συνεχίσουμε τὶς διαπιστώσεις, ποὺ εἶναι πλέον πασίγνωστες, γιὰ νὰ βγάλουμε το τελικὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ὁ γίγαντας τῆς ἐπιστήμης, τῆς τεχνολογίας καὶ γενικά του πολιτισμοῦ, εἶναι δυστυχὴς καὶ μάλιστα μὲ βαριὰ δυστυχία, συνδυασμένη μὲ ψυχοπάθεια. Τόνοι παραισθησιογόνων προσπαθοῦν νὰ μετριάσουν τὰ φαινόμενα χωρὶς ἀποτέλεσμα.

Ἂν σταθεῖ ἕνας σημερινὸς ἄνθρωπος καὶ σκεφτεῖ τί θέλει αὐτὸς καὶ ὅλος ὁ κόσμος, ποιὸς εἶναι ὁ κοινὸς τελικὸς στόχος τοῦ πολιτισμένου κόσμου, τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ παραδεχτεῖ ὄτι δεν βλέπει τελικὸ στόχο ουτε κοινόν τοῦ κόσμου οὔτε δικό του, ἁπλούστατα γιατί δὲν ἀντέχει νὰ σκέφτεται κανένα τέλος. Κλείνει μόνο τὰ μάτια τοῦ νοῦ κι ἀρνεῖται ἐπίμονα νὰ σκεφτεῖ ὁποιοδήποτε τέλος. Τοῦ ἀρκοῦν οἱ μικρὲς καὶ μεγάλες καθημερινὲς ἡδονές, ὅσο κι ἂν εἶναι ἀποχρωματισμένες.

Ἐμεῖς ὅμως βλέπουμε μία ἐξελικτικὴ πορεία τοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἕνα παγκόσμιο πρόσωπο, ποὺ δημιουργεῖται καὶ προχωράει ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο στὴν ὁλοκλήρωσή του. Εἶναι τὸ πρόσωπο τῆς ἀλαζονείας, ποὺ ἐπιδιώκει τὴν κατάκτηση καὶ τὴν κατάχρηση τῆς δημιουργίας ἀπὸ τὸ κάθε ἄτομο καὶ ὕστερα γιὰ λόγους ἀποτελεσματικότητας ἀπ’ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Βλέπουμε μὲ μεγάλη σαφήνεια τὴν καταστροφὴ τοῦ περιβάλλοντος, τὴν ἐξόντωση τῶν εἰδῶν, τὴν ἐξάντληση τῶν ὀρυκτῶν, τὴν ἀσφυξία τῶν ἀνθρώπων τῶν πόλεων, τὴ μόλυνση τῶν θαλασσῶν καὶ τελικὰ τὸν ἀφανισμὸ τῶν καθυστερημένων λαῶν.

Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶχε προβλέψει ὀ Ντοστογιέφσκι καὶ τὰ περιέγραψε μὲ τὴ χαρακτηριστική του γλαφυρότητα… «οἱ καινούργιοι ἄνθρωποι ἔχουν σκοπὸ νὰ τὰ γκρεμίσουν ὅλα καὶ ν’ ἀρχίσουν ἀπὸ τὴν ἀνθρωποφαγία. Οἱ ἀνόητοι δὲν μὲ ρωτοῦν ἐμένα (δηλαδὴ τὸν διάβολο). Κατὰ τὴ γνώμη μου δὲν χρειάζεται τίποτα νὰ γκρεμίσουν, μὰ πρέπει μονάχα νὰ γκρεμιστεῖ ἡ ἰδέα τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἀνθρωπότητα. Ἀπ’ αὐτὸ πρέπει ν’ ἀρχίσει κανείς… Ὅταν ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη θ’ ἀπαρνηθεῖ τὸ Θεό (…), τότε ἀπὸ μόνη της χωρὶς ἀνθρωποφαγία θὰ καταρρεύσει ὅλη ἡ προηγούμενη κοσμοθεώρηση, καί, τὸ σπουδαιότερο, ὅλη ἡ παλαιὰ ἠθικὴ καὶ θὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ καινούργιο. Οἱ ἄνθρωποι θὰ ἑνωθοῦν γιὰ νὰ τὰ πάρουν ὅλα ἀπὸ τὴ ζωή, ὅλα ὅσα μπορεῖ νὰ δώσει, μὰ ὁπωσδήποτε γιὰ τὴν εὐτυχία καὶ τὴ χαρὰ σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος θ’ ἀνυψωθεῖ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς θεϊκῆς τιτανικῆς περηφάνιας καὶ θὰ ἐμφανισθεῖ ὁ ἄνθρωπος-θεός…».

Αὐτὰ τότε ἦταν προφητικά, τώρα ὅμως τὰ βλέπουμε νὰ πραγματοποιοῦνται κατὰ γράμμα. Πράγματι προχωρεῖ ἀποφασιστικὰ καὶ βιαστικὰ ὁ ἄνθρωπος στὴ σατανική του θέωση, γίνεται ἕνας θνητὸς βέβαια θεὸς καὶ θυσιάζει γι’ αὐτὸ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα. Πάντως ἡ φυσική, θὰ ‘λεγε κανείς, αὐτὴ ἐξέλιξη ἔχει μία μεθοδικότητα καὶ τέτοια ὀργάνωση ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχει ὁ «ἰθύνων νοῦς» μέσα σὲ ὅλα αὐτά. Ἔτσι ἔρχεται νὰ συμπέσει ἡ ἁπλὴ παρατήρηση μὲ τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὰ ἔσχατα.

Τὸ Εὐαγγέλιο ὅμως τελειώνει μ’ αὐτὴ τὴν αἰσιόδοξη βεβαίωση: «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος σωθήσεται». Ἂς δοῦμε λοιπὸν ποιὸς εἶναι ο ὑπομείνας εἰς τέλος, μήπως θελήσουμε νὰ εἴμαστε κι ἐμεῖς ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ θ’ ἀντέξουν ὡς τὸ τέλος.

Τὸ πρῶτο ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε, νομίζω, εἴναι να παραδεχτοῦμε τὸ φόβο τοῦ θανάτου. Νὰ πάψουμε ν’ ἀντιμετωπίζουμε τὸ θάνατο ὡς «φυσικὸ γεγονὸς» μὲ ὑποκριτικὴ ψυχραιμία, κρύβοντας βαθιὰ στὴν ψυχή μας τὸν πανικὸ τῆς μοναξιᾶς, τῆς αἰώνιας μοναξιᾶς. Το πιὸ ἀφύσικο γεγονὸς στὴ ζωὴ αὐτὴ εἶναι ὁ θάνατος. Ὁ Χριστὸς δάκρυσε καὶ «ἐνεβριμήσατο» (δηλαδὴ ἀναστέναξε βαθιὰ) μπροστὰ στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου γιὰ τὶς τέσσερις μέρες ποὺ ἔμεινε μέσα σ’ αὐτόν. Βλέπουμε τοὺς πρωτόγονους λαούς, ποὺ ἦταν πιὸ κοντὰ στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας, πόσο συγκλονιστικὰ ἀντιμετώπιζαν τὸ θάνατο κι ἔχτιζαν τὰ τεράστια μνημεῖα, γιὰ νὰ διαμαρτυρηθοῦν στὸν θάνατο.

Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ δοῦμε σωστὰ τὸν θάνατο, δηλαδὴ ὡς μία ἀδυσώπητη καὶ ἀπαράδεκτη καὶ ἀφύσικη πραγματικότητα, θ’ ἀρχίσουμε ὅλοι σιγανὰ καὶ ταπεινὰ νὰ πορευόμαστε στὴ ζωὴ μας ἀναζητώντας τὴν αἰτία αὐτῆς τῆς μοίρας καὶ τότε θὰ σκοντάψουμε στὴν ἀνοιχτὴ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ τῶν ταπεινῶν καὶ θλιμμένων παιδιῶν του. Τὸ μοντέρνο πνεῦμα δὲν θέλει τὸν ἄνθρωπο λυπημένο, θυμωμένο, νευριασμένο, γιατί ἔτσι κρατάει ὅλον τὸν ἐγωισμό του καὶ τὴν ἀλαζονεία του. Αν στὴ θέση τοῦ ἀγριεμένου ἀνθρώπου ἔχουμε ἕναν πονεμένο, τότε ἀρχίζει ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης δυστυχίας.

Ὁ πονεμένος ἄνθρωπος ἤδη βρίσκεται μέσα στὸ λουτρὸ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καὶ συμπονεῖ τοὺς πονεμένους καὶ ἔτσι φτάνει στὴν ἀγάπη. Κι ἂν ἀκόμη δὲν τοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Θεὸς ἀλλὰ τὸν φιλοτεχνεῖ ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰδωλολάτρης, βρίσκεται πολὺ κοντὰ στὴν ἀληθινή του εἰκόνα. Κι ἂν δὲν εὐτυχεῖ παρ’ ὂλ’ αὐτά, εἶναι ἀρκετὰ παρηγορημένος, ὅπως ἦταν ὁ Οἰδίποδας ὅταν πέθαινε τυφλωμένος καὶ ὄχι ὅταν μεσουρανοῦσε ὡς τύραννος.

Ὤστε ο κόσμος δὲν εὐτυχεῖ ὄχι γιατί ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι τόπος, χρόνος καὶ τρόπος θλίψης, ἀλλὰ γιατί δὲν τὸ παραδέχεται καὶ ἂν τὸ παραδεχτεῖ, εἶναι ἀγριεμένος γι’ αὐτό. Προσπαθεῖ νὰ ὑποκριθεῖ τὸν εὐτυχισμένο, κι ὅταν δὲν τὸ καταφέρνει ἐπαναστατεῖ. Ἡ τίμια, λογικὴ καὶ ταπεινὴ παραδοχὴ τῆς πραγματικότητας θὰ μᾶς φέρει μπροστὰ στὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου καὶ θὰ κλάψουμε γιὰ τὴν ἔλλειψη παρηγοριᾶς, γιὰ τὴ στέρηση τῆς ἐλπίδας. Τότε θὰ γίνουμε σὰν τὰ παιδιά, ποὺ μὲ τίποτα δὲν παρηγοριοῦνται, ὥσπου νὰ βροῦν τὴν ἀγκαλιὰ τοῦ γονιοῦ καὶ ν’ ἀναπαυτοῦν ἐκεῖ.

Τώρα ἐπινοοῦμε ἀδιάκοπα τόσα μπιχλιμπίδια καὶ λογιῶν-λογιῶν παιχνίδια τοῦ πολιτισμοῦ, γιὰ νὰ διασκεδάσουμε τὴ θλίψη μας καὶ τὸ μόνο ποὺ καταφέρνουμε εἶναι νὰ τὴν κάνουμε κατάθλιψη.

Κι ὅμως σὲ κάθε ναό, σὲ κάθε προσκυνητάρι, εἰκονοστάσι ἀκόμα καὶ σὲ κάθε φαντασία στέκει παρήγορη καὶ στοργικὴ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Αν προσπέσει ὁ κόσμος σ’ αὐτή, θὰ εὐτυχήσει. Ἀμήν.